Κυριακή, 26 Αυγούστου 2012

Από το Είναι στο Όν(Dasein)


1. Από τι πρέπει να αρχίσουμε την επιστήμη
            

   Ξεκινώντας λοιπόν την μελέτη της επιστήμης της λογικής ο Χέγκελ έχει να αντιμετωπίσει το εξής πρόβλημα: Πρέπει από κάπου να ξεκινήσει…Η έννοια της αφετηρίας(Anfang) είναι ζήτημα που ανέκυψε «μόνο στην νεώτερη εποχή…Το πρώιμο αφηρημένο νοείν ενδιαφέρεται μόνο για την αρχή(Prinzip) ως περιεχόμενο[1] ,αλλά κατά την πρόοδο της παιδείας ωθείται να δώσει προσοχή στην άλλη πλευρά ,στην διεξαγωγή της γνώσης, οπότε και η υποκειμενική ενέργεια γίνεται αντιληπτή ως ουσιώδης στιγμή της αντικειμενικής αλήθειας και γεννιέται ως επακόλουθο η ανάγκη να είναι ενωμένη η μέθοδος με το περιεχόμενο ,η μορφή με την αρχή. Έτσι η αρχή οφείλει να είναι και αφετηρία ,το κατά την νόηση πρότερο να είναι και στην πορεία της νόησης πρώτο(υπογραμμ. δική μου)»[2] .Επομένως η «λογική αφετηρία» δεν είναι μια υποκειμενική επιλογή αλλά συστατικό στοιχείο του περιεχομένου. Η μέθοδος(αφετηρία) και το περιεχόμενο(αρχή) ταυτίζονται.
Στη φαινομενολογία, η οποία αυτοτιτλοφορείται και ως το πρώτο μέρος του συστήματος της επιστήμης, έχει ήδη συντελεσθεί η μετάβαση από την εμπειρική κατ’ αίσθηση συνείδηση στο καθαρό επίσταμαι(όπου έχει εξαλειφθεί η αντίθεση υποκειμένου-αντικειμένου) και έχει καταδειχθεί η αλήθεια και η αναγκαιότητα της σκοπιάς αυτής. Επομένως η λογική προϋποθέτει την φαινομενολογία και την πορεία που έχει ακολουθηθεί σε αυτήν. Πάντως πρέπει να επισημάνουμε ότι το καθαρό επίσταμαι της Φαινομενολογίας αποτελεί λογική προϋπόθεση για κάθε κλάδο της εγελιανής φιλοσοφίας και όχι μόνο για την λογική. Απλώς η λογική είναι η επιστήμη ,στις κατηγορίες της οποίας στηρίζονται και όλα τα υπόλοιπα μέρη της Φιλοσοφίας του Χέγκελ.
Σε αυτό το σημείο όμως ανακύπτει μια φαινομενική αντίφαση της τυπικής λογικής. Ενώ ο Χέγκελ διαρκώς ισχυρίζεται ότι η λογική του είναι απροϋπόθετη ,από την άλλη η αφετηρία της προϋποθέτει όλη την φαινομενολογία. Μάλιστα ο ίδιος ο Χέγκελ ομολογεί ότι «η λογική έχει ως προϋπόθεσή της την επιστήμη του φαινόμενου νου»[3] . Η αντίφαση επιλύεται αν κατανοήσουμε την έννοια της προϋπόθεσης όπως την αντιλαμβάνεται ο Χέγκελ .Παραδοσιακά η έννοια της προϋπόθεσης ενέχει το στοιχείο της αυθαιρεσίας και του αξιώματος, είναι δηλ. το προϊόν του εξωτερικού αναλογισμού. Αυτό το σκόπελο θέλει να αποφύγει ο Χέγκελ και το πετυχαίνει διαμορφώνοντας το σύστημά του και δίνοντάς του μία εσωτερική αναγκαιότητα. Άρα ακόμα και αν η Έννοια στο τέλος της λογικής «προϋποθέτει» το Είναι(η Έννοια καθ’ αυτήν) και την Ουσία(η Έννοια ως τεθειμένη Έννοια),στην πραγματικότητα πρόκειται μόνο για λογική «προϋπόθεση» που έχει παραχθεί με αναγκαιότητα και άρα μια προϋπόθεση που έχει αποβάλλει το στοιχείο της αυθαιρεσίας και δεν είναι ούτε προ(γιατί δεν υπάρχει στην λογική ο χρόνος,ο οποίος έρχεται στην φύση παρά μόνο λογική αναγκαιότητα)- αλλά ούτε και θέτειν(γιατί δεν υπάρχει αντίθεση υποκειμένου-αντικειμένου στην λογική και άρα υπάρχει αυτοθεσία και το απόλυτο είναι υποκείμενο) .Είναι μια προϋπόθεση που έχει αρθεί,που έχει καταρρεύσει. Είναι η ίδια η πορεία του Πράγματος(Sache,θέματος).Η πορεία μάλιστα της φαινομενολογίας είναι και αυτή αναγκαία καθώς η συνείδηση από τις ίδιες τις δικές της αντιθέσεις ανέρχεται στο επίπεδο της επιστήμης και όχι από υποκειμενική επιλογή. Επομένως όλη η πορεία από την αισθητήρια βεβαιότητα μέχρι την αφετηρία της λογικής είναι μια διαδικασία αναγκαία και εμμενής και με αυτήν την έννοια απροϋπόθετη. Αυτό που έχουμε να κάνουμε είναι «μόνο να αποτυπώνουμε ό,τι είναι παρόν[4]
Ας δούμε τώρα εν συντομία πως προσέγγισε ο Λ. Φόϋερμπαχ την θέση του Χέγκελ για το απροϋπόθετο υπό το πρίσμα της άποψης του ότι η εγελιανή λογική είναι θεολογία. «Η απόλυτη απουσία προϋποθέσεων δεν είναι παρά η απουσία προϋποθέσεων και αρχής, η αυτοτέλεια του θείου Όντος…σκέπτεσαι επομένως τον θεό ως ένα Όν χωρίς την προϋπόθεση οποιουδήποτε άλλου όντος ή αντικειμένου, τότε σκέπτεται ο ίδιος χωρίς την προϋπόθεση ενός εξωτερικού αντικειμένου. Η ιδιότητα την οποία μετατοπίζεις στον θεό, είναι ιδιότητα της σκέψης σου. Στον άνθρωπο είναι μόνο πράξη ,αυτό που στο θεό είναι ύπαρξη ή γίνεται αντιληπτή σαν τέτοια. »[5]. Μας λέει λοιπόν ο Φοϋερμπαχ ότι επειδή σκεπτόμαστε εμείς το θεό αφαιρώντας κάθε αισθητή ιδιότητά του ,αποδίδουμε στον ίδιο το θεό(και άρα ο Χέγκελ αποδίδει το ίδιο χαρακτηριστικό και στη Λογική του ,η οποία κατά Φόϋερμπαχ είναι θεολογία) το χαρακτηριστικό της αφαίρεσης από κάθε αισθητό.
Το κεκτημένο της Φαινομενολογίας είναι το καθαρό επίσταμαι,όπου έχει αρθεί κάθε σχέση προς άλλο και προς την μεσολάβηση. «Είναι το αδιαφοροποίητο .Αυτό το αδιαφοροποίητο παύει να αποτελεί επίσταμαι. Το μόνο που είναι παρόν είναι απλή αμεσότητα.» Επειδή όμως είναι έκφραση του εξωτερικού αναλογισμού να μιλά κανείς για αμεσότητα[6] (εφόσον αναγκαστικά αυτή αντιπαρατίθεται με την μεσολάβηση ,ενώ και τα δύο έχουν αρθεί στην Φαινομενολογία) ,ορθότερη έκφραση είναι το καθαρό Είναι -χωρίς κανένα προσδιορισμό[7]. Επεξηγώντας τον Χέγκελ λέμε το εξής:Η μεσολάβηση προϋποθέτει υποκείμενο ,αν όμως βρισκόμαστε στο καθαρό επίσταμαι όπου έχει εξαλειφθεί η αντίθεση υποκειμένου-αντικειμένου ,τότε δεν υπάρχει υποκείμενο που να μεσολαβεί. Παρόλα αυτά δεν επιστρέφουμε σε μια μη μεσολαβημένη κατάσταση αμεσότητας ,αφού και αυτή έχει αρθεί μαζί με την μεσολάβηση αλλά στο καθαρό Είναι που είναι το προϊόν όλης της προηγούμενης πορείας και αφετηρία της λογικής. Το καθαρό Είναι είναι η θεματοποίηση του καθαρού επίσταμαι από την διάνοια.

2. ΕΙΝΑΙ


α. Προκαταρκτικές σκέψεις

Πριν προχωρήσουμε στο Είναι και στο Μηδέν ,πρέπει να εκθέσουμε τα δύο μεθοδολογικά εργαλεία τα οποία κατά τη γνώμη μας είναι εκείνα τα οποία καθοδηγούν την σκέψη του Χέγκελ και κατ’ επέκταση θα πρέπει να τα έχουμε υπόψη μας ,αν θέλουμε να κατανοήσουμε την πορεία της λογικής. Το πρώτο είναι η ανάβαση από το νοητικά αφηρημένο στο νοητικά συγκεκριμένο, η οποία συντελείται όχι μόνο συνολικά μέσα στην Λογική θεωρούμενη από το καθαρό Είναι ως την απόλυτη Ιδέα αλλά και αναπαράγεται και μέσα στις ίδιες τις τριάδες της διαρκώς. Σχηματικά η σχέση έχει νομίζω ως Α,Σ-Σ,Α΄-Α΄,Σ΄-Σ΄Α΄΄… Μάλιστα για να το διατυπώσουμε κάπως διαφορετικά, το ίδιο αυτό που ως αποτέλεσμα ενός σταδίου φαντάζει ως συγκεκριμένο ,όταν θεματοποιηθεί μετατρέπεται σε αφηρημένο ,για να ξαναγίνει συγκεκριμένο σε ένα ανώτερο πιο προσδιορισμένο στάδιο στην πορεία της λογικής. Σε αυτό το πρώτο σχήμα  δεν φαίνεται η διαλεκτική στιγμή ,η οποία όμως είναι ουσιαστικά η μετάβαση από την μία στην άλλη και γι’ αυτό διατηρεί στο εσωτερικό της ακόμα τις αφαιρέσεις ,παρότι σε αντιθετική μορφή. Το πρώτο αυτό σχήμα μας οδηγεί στο δεύτερο, αυτό της τριχοτόμησης σε διάνοια ,διαλεκτικό λόγο και θεωρησιακό λόγο. Αν μεταφέρουμε το πρώτο σχήμα στο δεύτερο θα λέγαμε ότι το προϊόν της    έλ-λογης στιγμής(πχ. το καθαρό επίσταμαι της Φαινομενολογίας) ,το πλέον αφηρημένο ,θεματοποιείται εκ νέου από την διάνοια και μετατρέπεται σε αφαίρεση(καθαρό Είναι) ,βεβαίως μια αφαίρεση πιο συγκεκριμένη από την προηγούμενη αφαίρεση αλλά που πάντως δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί μέσα της η αληθινή φύση των νέων κατηγοριών στις οποίες έχει ανέλθει η σκέψη. «Κάθε τι πεπερασμένο έγκειται στο να αυτοαναιρείται»[8] και έτσι η αφαίρεση μεταβαίνει στο αντίθετό της(διαλεκτικό στάδιο) και εντέλει οδηγούμαστε στην ενότητα των αντιθέτων(θεωρησιακό στάδιο) κ.ο. . Η διάνοια είναι στιγμή του εξωτερικού αναλογισμού ,η στιγμή που εμείς ως φιλοσοφικό υποκείμενο θέτουμε το πράγμα απομονωμένο από το υπόλοιπο περιβάλλον για να το μελετήσουμε .Στην εγκυκλοπαίδεια ο Χέγκελ μας δίνει την εικόνα της επιστήμης της ανατομίας ,η οποία σκοτώνει το αντικείμενό της ώστε να μελετήσει τα μέρη του.

β. καθαρό Είναι-καθαρό Μηδέν-Γίγνεσθαι

Με βάση τα προηγούμενα μπορούμε πλέον να διεισδύσουμε στο κυρίως μέρος της λογικής, ξεκινώντας από το καθαρό Είναι.
   Το καθαρό Είναι είναι χωρίς αντανάκλαση ,μόνο όπως υπάρχει άμεσα στον εαυτό του. Είναι άρα όμοιο με τον εαυτό του(sich selbst gleich,ίσο) και δεν είναι καν ανόμοιο με κάτι άλλο ,γιατί αν ήταν ,θα ήταν αυτομάτως προσδιορισμένο. Ο Χέγκελ μας λέει «δεν υπάρχει τίποτα(nichts) να εποπτευθεί μέσα του ,αν μπορεί να γίνει λόγος για εποπτεία εδώ…δεν υπάρχει κάτι να νοηθεί μέσα του ,ήτοι υπάρχει εξ’ ίσου μόνο το κενό νοώ…στην πράξη(in der Tat) δεν είναι τίποτα(Νichts,Μηδέν)»[9]. Έτσι το Είναι και το Μηδέν όταν είναι καθαυτά ,είναι στον εαυτό τους και δεν βρίσκονται σε καμία μεταξύ τους αναφορά. «Ο τρόπος της σχέσης δεν είναι περαιτέρω προσδιορίσιμος χωρίς να έχουν προσδιορισθεί περαιτέρω ταυτόχρονα οι σχετιζόμενες πλευρές»[10].Όταν εξετάζονται το Είναι και το Μηδέν στην αυτοτέλειά τους ,στην αφαίρεση από το άλλο ,βρισκόμαστε στο επίπεδο της διάνοιας. Όμως ο απόλυτος χωρισμών των «αχωρίστων» Είναι και Μηδέν είναι «σοφιστεία».
Αντίθετα διαλεκτική είναι η έλλογη κίνηση ,όπου τα κατ’ επίφαση χωριστά μεταβαίνουν από μόνα τους ,το ένα στο άλλο. Μέσα από την εμμενή φύση τους το Είναι και το Μηδέν καταδεικνύουν την ενότητά τους, το γίγνεσθαι ως αλήθεια τους.[11] Η μετάβαση από το Είναι στο Μηδέν και το αντίστροφο «…είναι άμεση και εντελώς αφηρημένη ,λόγω αφαίρεσης των μεταβαινουσών στιγμών… το μηδέν δεν έχει ακόμη τεθεί στο είναι, και ας είναι το είναι ουσιαστικά μηδέν και αντιστρόφως»[12] . Με άλλη διατύπωση…Στην πραγματικότητα η σκέψη από τις αφαιρέσεις της διάνοιας ανέρχεται σε ένα ανώτερο διαλεκτικό στάδιο όπου «…παρουσιάζεται ο μονόπλευρος και περιορισμένος χαρακτήρας των κατηγοριών της διάνοιας ,δηλ. ως η άρνησή τους. Κάθε τι πεπερασμένο έγκειται στο να αυτοαναιρείται»[13]. Με άλλη διατύπωση…Έτσι εφόσον το καθαρό Είναι είναι κενό , «στην πράξη» είναι Μηδέν. Δεν υπάρχει περιεχόμενο για να νοηθεί εντός του Είναι και άρα είναι το «κενό νοώ». Με αυτό τον τρόπο το Είναι «έχει μεταβεί» στο Μηδέν. «το καθαρό Είναι είναι τελείως ακαθόριστο και άρρητο(vacuous) και ως τέτοιο είναι πλήρως μη διακρινόμενο από το καθαρό και απόλυτο(utter) μηδέν…είναι τόσο απόλυτα ακαθόριστο που λογικά εξαφανίζεται στο μηδέν»[14]. Το μηδέν είναι τόσο καθαρά και άμεσα μηδέν που εξαφανίζεται λογικά στο κενό άμεσο Είναι.

Η κριτική του Λ. Φoϋερμπαχ στο εγελιανό «τίποτα»

Αρχικά στην φράση του Χέγκελ ότι «το τίποτα είναι απλή ομοιότητα με τον εαυτό του» ο Φόυερμπαχ επισημαίνει ασυνέπεια ,γιατί θεωρεί ότι και μόνο οι λέξεις  «απλότητα» και «ομοιότητα» συνιστούν πραγματικούς ορισμούς του τίποτα. «Η σκέψη του Τίποτα είναι μια σκέψη που αναιρεί τον εαυτό της»[15] . Η νόηση είναι μια άμεση ,καταφατική δραστηριότητα και μπορεί να νοεί μονάχα το ορισμένο ,άρα η σκέψη του Τίποτα δεν είναι σκέψη. «Αν το τίποτα ήτανε στην πράξη νοητό ,τότε θα εξαφανιζόταν η διαφορά ανάμεσα στην λογική και στη μη λογική …Το Τίποτα είναι το σύνορο της λογικής…ένα λογικό σύνορο ,ένα σύνορο που χαράζει η ίδια η λογική ,που είναι η έκφραση της ουσιαστικότητας και της πραγματικότητάς της ,επειδή το Τίποτα είναι ακριβώς το απόλυτα παράλογο. Αν μπορούσε να σκεφτεί το Τίποτα ,τότε θα χανόταν ως λογική»[16] .Δεν υπάρχει μας λέει ο Φοϋερμπαχ άδεια σκέψη .Μόνο το μερικό Τίποτα υπάρχει ,αυτό το τίποτα της καθημερινότητας . Το ότι το Τίποτα «υπάρχει μέσα στην εποπτεία ή την νόησή μας»[17] είναι σωστό αλλά δεν επαρκεί για να ανήκει και στην Λογική. Ο Φοϋερμπαχ υιοθετεί την εγελιανή παρομοίωση του Τίποτα με το σκοτάδι ,γιατί «όσο λίγο μπορεί το μάτι να δει το σκοτάδι ,άλλο τόσο μπορεί και ο νούς να στοχαστεί το Τίποτα»[18] και επιπλέον «όσο πολύ ή όσο λίγη πραγματικότητα έχει η νύχτα σαν ένα πλάσμα αντίθετο στο φώς,τόσο πολύ ή τόσο λίγο ή ακόμα λιγότερο λόγο και λογική πραγματικότητα έχει το Τίποτα ως αντίθετο του Είναι γενικά»
Το Τίποτα είναι ανατολίτικο προϊόν .Η χρήση του καταδεικνύει ένα πνευματικό σκοτάδι «που κάνει τις υποκειμενικές εντυπώσεις και τα συναισθήματά του αντικειμενικές ιδιότητες»[19] .Η άγνοια δηλ. των ανθρώπων για το σκοτείνιασμα(αλλά κατ’ αναλογίαν το ίδιο ισχύει και στην φιλοσοφία) τους οδήγησε στην αποδοχή ενός ιδιαίτερου ,εχθρικού για το φώς πλάσματος. «Μόνο η φαντασία κάνει το Τίποτα ουσιαστικό ,αλλά μόνο μεταμορφώνοντας το Τίποτα σε ένα φανταστικό άυλο πλάσμα[20]




γ. πιο αναλυτικά για το Γίγνεσθαι

Το γίγνεσθαι έχει ένα εξαιρετικά αφηρημένο περιεχόμενο.Ο Χέγκελ βλέπει το γίγνεσθαι(και γενικά την σχέση Είναι-Μηδέν) ως τη βάση πάνω στην οποία τοποθετούνται όλοι οι προσδιορισμοί ,αλλά στο απροϋπόθετο σύστημά του ,οι προσδιορισμοί πρέπει να τεθούν και τίποτα δεν λαμβάνεται ως δεδομένο. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα παρατηρεί ο Houlgate σχετικά για την σχέση του χρόνου με το γίγνεσθαι. «Είναι ελκυστικό να φανταστούμε … το γίγνεσθαι ως την άδεια ροή του χρόνου...ο Χέγκελ αγνοεί την προφανώς εμφανή αλήθεια ότι όλο το γίγνεσθαι είναι εν χρόνω και επικεντρώνεται στην μινιμαλιστική λογική δομή του γίγνεσθαι ως τέτοιου- μια δομή η οποία οδηγεί λογικά στην χρονικοποίηση του γίγνεσθαι αλλά που αυτή λογικά προηγείται του ίδιου του χρόνου»[21]
Θα εξετάσουμε τις στιγμές του γίγνεσθαι μέσα από την παράλληλη έκθεση των απόψεων του Carlson και του Houlgate.
Αναφέρω πρώτα την άποψη του Carlson γιατί αυτός αναγνωρίζει ότι στο γίγνεσθαι επενεργεί ο διαλεκτικός λόγος. «Ο διαλεκτικός λόγος είναι πολύ έξυπνος κατά το ήμισυ.Με το να δημιουργεί δυϊκότητα και διαμόρφωση ανάμεσα σε δύο άκρα, αυτός όντως επαναλαμβάνει το λάθος της διάνοιας. Ο διαλεκτικός λόγος βλέπει διπλά, αλλά για να δει διπλά αυτός  πρέπει να θέσει μια δεύτερη αφηρημένη ενότητα ως αντίθετη στην πρώτη .Αυτό το δεύτερο άκρο μοιάζει με την ενότητα της διάνοιας ,την οποία ο διαλεκτικός λόγος νομίζει ότι κριτικάρει[22].Η παρατήρηση τoυ Carlson είναι ορθή μόνο ως προς το ότι αναγνωρίζει και στον διαλεκτικό λόγο υπολείμματα της διάνοιας ,καθώς ο διαλεκτικός λόγος βλέπει ακόμα την γένεση και τη φθορά όχι ως ενιαία διαδικασία αλλά ως δύο. Από την άλλη απλοποιεί λίγο πιο κάτω τον διαλεκτικό λόγο λέγοντας ότι «η διάνοια έπεσε στο λάθος να καταπνίξει ή να αποβάλλει την αρνητική έποψη του εαυτού της. Ο νεότερος αδερφός της ,ο διαλεκτικός λόγος, εκμεταλλεύτηκε αυτό το λάθος ,αλλά μόνο αντέγραψε μια αρνητική εκδοχή του ίδιου του λάθους της διάνοιας[23] Κατά την γνώμη μας ο Carlson θίγει ένα σημαντικό θέμα αλλά το επιλύει λάθος. Θεωρεί ότι η γένεση είναι αφαίρεση της διάνοιας ,ενώ η φθορά είναι το αρνητικό που φέρνει ο διαλεκτικός λόγος. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει καθώς τόσο η φθορά όσο και η γένεση είναι ενότητα του Είναι του και του Μηδενός ,επομένως δεν είναι αφαιρέσεις της διάνοιας αλλά προϊόντα του λόγου. Το αρνητικό στον διαλεκτικό λόγο δεν έγκειται στο ότι η φθορά είναι θάνατος αλλά στο ότι η φθορά αρνείται και αντιπαρατίθεται στη γένεση και το αντίστροφο. Στο γίγνεσθαι δεν υπάρχει στιγμή που να αντιστοιχεί στην διάνοια ,η διάνοια έχει προβεί με αφαίρεση στην δημιουργία του καθαρού Είναι και Μηδέν. Άπαξ και αρχίσει το ένα να εξαφανίζεται στο άλλο ,είμαστε στο γίγνεσθαι και στη διαλεκτική.
    Από την στιγμή λοιπόν που η σκέψη ανέρχεται στο διαλεκτικό επίπεδο ,βλέπει τη μετάβαση του Είναι στο Μηδέν και το αντίστροφο ,μέσα σε ένα «τρίτο» το οποίο είναι η αλήθεια των δύο αφαιρέσεων. Μέσα στο γίγνεσθαι το Είναι και το Μηδέν δεν υπάρχουν σε αυτοτέλεια αλλά είναι αχώριστα και συνάμα απολύτως διακριτά. Από την αυτοτέλεια στο επίπεδο της αφαίρεσης ξεπέφτουν σε στιγμές ,όπου το γίγνεσθαι περιέχει το Είναι και το Μηδέν σε 2 ενότητες , κάθε μία από τις οποίες είναι η ενότητα του Είναι και του Μηδενός. Στην μία ο προσδιορισμός άρχεται από το μηδέν και μεταβαίνει στο Είναι (γένεση) ,στην άλλη ο προσδιορισμός άρχεται από το Είναι και μεταβαίνει στο Μηδέν(φθορά).Αυτή είναι η πρώτη στιγμή μέσα στο γίγνεσθαι και η δεύτερη στιγμή μέσα στην λογική.Είναι η διαλεκτική στιγμή της αλληλοδιείσδυσης των αντιθέτων(αχωριστότητα) και της «απόλυτης διακριτότητας τους».
    Στη συνέχεια ανερχόμαστε στη δεύτερη στιγμή μέσα στο γίγνεσθαι και στην τρίτη στιγμή της λογικής ,όπου οι δύο προσδιορισμοί ενώνονται υπό ενιαία διαδικασία με το Είναι να μεταβαίνει στο Μηδέν και το Μηδέν με τη σειρά του να μεταβαίνει στο Είναι. Δεν υπάρχουν δηλ 2 προσδιορισμοί όπου ο ένας είναι φθορά και ο άλλος γένεση ,αντίθετα είναι ένας ο προσδιορισμός. Η ένωση αυτή αντικατοπτρίζει το 3ό στάδιο όπου έχει ανέλθει η νόηση, το θεωρησιακό.  Πλέον οι δύο αυτοαναιρούμενες ενότητες συντίθενται σε μία όπου η γένεση και η φθορά διαδέχονται η μία την άλλη σε μια ενιαία διαδικασία και άρα δεν έχουμε μόνο μετάβαση από το Είναι στο Μηδέν αλλά και την αντίστροφη πορεία και αυτό αενάως. Ουσιαστικά πρόκειται για αυτοσχεσία, για μεσολάβηση κάτινος με τον εαυτό του ,όπου όπως μας λέει στο κεφάλαιο του «Κάτι» «είναι κιόλας παρούσα στο γίγνεσθαι ,μόνο που αυτή είναι η εντελώς αφηρημένη μεσολάβηση[24]»
Εδώ πρέπει να παρατηρήσουμε ότι «όπως αναφέρει ο Stace ,αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι συγκεκριμένες αλλαγές στην φύση είναι αντιστρεπτές : ‘’ότι ένα φύλλο γίνεται από πράσινο κίτρινο δεν καθιστά αναγκαίο την αλλαγή του πίσω από κίτρινο σε πράσινο’’»[25]. Προφανώς και το γίγνεσθαι είναι πολύ αφηρημένο για να εφαρμοστεί αυτούσιο σε φυσικές διαδικασίες ·παρόλα αυτά επειδή το γίγνεσθαι είναι η βάση πάνω στην οποία οικοδομείται και η φύση, πρέπει να επισημάνουμε ότι η θεωρησιακή στιγμή της αέναης διαδοχής δεν είναι ανύπαρκτη στη φύση αλλά αντίθετα πολύ συνηθισμένη. Όσο οι φυσικές επιστήμες κινούνται από την ανάλυση προς περισσότερο συνθετικές προσεγγίσεις της φύσης ,τόσο η τελευταία θα παρουσιάζεται ως ενιαίο όλο. Επομένως το αν θα αντιληφθούμε την θεωρησιακή στιγμή στην φύση έχει σχέση με τον βαθμό σύνθεσης που επιδιώκει ο ερευνητής στα φυσικά φαινόμενα. Ένα παράδειγμα είναι η διαδοχή άβιας και έμβιας ύλης ,η οποία είναι αέναη και μπορεί σε ένα επίπεδο σύνθεσης να εξεταστεί ως ενιαία.

Η άποψη του Houlgate
Ερχόμαστε τώρα στις θέσεις του Stephen Houlgate ,ο οποίος στο δεύτερο μέρος του έργου του «The opening of  Hegels logic» μελετά το πρώτο μέρος της λογικής του Είναι από το καθαρό Είναι έως και την απειρία. Προηγουμένως εμείς ισχυριστήκαμε ότι μέσα στο γίγνεσθαι αναπτύσσονται 2 στιγμές ,οι οποίες αντιστοιχούν στα ίδια τα στάδια ανάβασης της σκέψης από τον διαλεκτικό στον θεωρησιακό λόγο. Πρέπει να πούμε ότι και ο ίδιος ο Χέγκελ τιτλοφορεί το δεύτερο μέρος του Γίγνεσθαι ως «στιγμές[26] του γίγνεσθαι». Ο Houlgate όμως λέει ότι «το Είναι και το Μηδέν αποτελούν το γίγνεσθαι με δύο ελαφρά, διαφορετικούς τρόπους τη μια και την ίδια στιγμή(time[27] . Από τη μια, μας λέει, επειδή έκαστο δεν είναι τίποτα άλλο από την εξαφάνισή του ,το Είναι είναι η φθορά και το Μηδέν η γένεση. Από την άλλη επειδή η εξαφάνιση είναι μέσα στο άλλο , το Είναι είναι μια στιγμή της φθοράς μαζί με το Μηδέν και το Μηδέν είναι μια στιγμή της γένεσης μαζί με το Είναι. «Αυτό είναι επειδή η φθορά είναι το είναι ως εξαφανιζόμενο μέσα στο μηδέν και η γένεση είναι το μηδέν ως εξαφανιζόμενο μέσα στο είναιΤο καθένα αποδεικνύεται ότι είναι όχι μόνο ο εαυτός του αλλά η ενότητα του εαυτού με το άλλο του[28]
Παρατηρούμε στις προαναφερθείσες θέσεις ότι το γίγνεσθαι παρουσιάζεται ως κάτι ενιαίο  και η μοναδική εξέλιξη που υπάρχει είναι αυτή που οδηγεί στο Ον[29] αλλά δεν υπάρχει ενδιάμεση εξέλιξη μέσα στο γίγνεσθαι που θα προωθήσει την πορεία προς το Ον. Με άλλα λόγια λείπει η διαλεκτική στιγμή της αντιπαράθεσης της φθοράς και της γένεσης. Ο Houlgate οδηγείται κατ’ ευθείαν στην ενότητα της φθοράς με την γένεση. Φυσικά πρόκειται για συνειδητή επιλογή του. Αυτό φαίνεται από το ότι παραθέτει ένα απόσπασμα από την Λογική όπου ο Χέγκελ λέει ότι «το γίγνεσθαι περιέχει το είναι και μηδέν ως δύο τέτοιες ενότητες ,κάθε μια από τις οποίες είναι ,η ίδια ενότητα του είναι και του μηδενός»[30] .Αυτό το απόσπασμα δίνει την ευκαιρία στον Houlgate να μας προειδοποιήσει ότι δεν πρέπει «να παραπλανηθούμε ότι με κάποιο τρόπο ότι το Είναι και το Μηδέν συνυπάρχουν στο γίγνεσθαι ως συστατικά του μέρη» [31]. Κατά τη γνώμη μας η άποψη αυτή κάνει το λάθος να αγνοεί ότι ο Χέγκελ στο συγκεκριμένο απόσπασμα δεν λέει ότι συνυπάρχει το Είναι και το Μηδέν(που όντως ορθά λέει ο Houlgate ότι δεν μπορούν να συνυπάρχουν) αλλά ότι συνυπάρχουν οι δύο ενότητες ,που σχηματίζει το Είναι με το Μηδέν ,δηλ. η γένεση και η φθορά .Η γένεση όπως και φθορά επειδή ακριβώς δεν είναι καθαρό Είναι ή Μηδέν αλλά είναι ήδη η εξαφάνιση του ενός στο άλλο και άρα είναι διαμορφωμένες διαδικασίες,  μπορούν να συνυπάρχουν. Φυσικά η συνύπαρξη πρέπει να γίνει αντιληπτή ως η πρώτη ,η διαλεκτική στιγμή του γίγνεσθαι ,η οποία θα αναιρεθεί αλλά πάντως δεν προκύπτει από πουθενά ότι οι δύο διαδικασίες δεν μπορούν σε ένα πρώτο επίπεδο να συνυπάρχουν. Όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει το Είναι του γίνεται Μηδέν και το αντίστροφο. Αυτή η διαδικασία μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μεμονωμένη αλλά μπορεί ανερχόμενη η σκέψη σε ένα ανώτερο επίπεδο σύνθεσης να γίνει αντιληπτή και ως ενιαία με την έννοια της αέναης διαδοχής άβιας και έμβιας ύλης. Ο Houlgate ενώ φυσικά αναγνωρίζει την γένεση και τη φθορά ,δεν τις βλέπει ως διαδικασία αλλά σαν να έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με το Είναι και το Μηδέν μη αναγνωρίζοντάς τους την δυνατότητα να συνυπάρχουν αντιπαρατιθέμενες και άρα εξετάζοντας τις κατ’ ευθείαν ως ενιαία διαδικασία.




Περαιτέρω επεξηγήσεις…

««…«Είναι, η απροσδιόριστη αμεσότητα, είναι στην πράξη Μηδέν, και τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από μηδέν».Από όλες τις δηλώσεις του Χέγκελ στην Λογική,αυτή είναι που ίσως συνάντησε τον μεγαλύτερο περίγελο και παρανοήθηκε περισσότερο.»»[32]. Η υγιής ορθή σκέψη θα αναρωτιόταν εύλογα αν είναι το ίδιο πράγμα «να έχει κανείς 100 τάλαντα και να μην έχει
Ο Χέγκελ στις 4 παρατηρήσεις που πλαισιώνουν και διασαφηνίζουν το «ζωντανό» μέρος της λογικής προσπαθεί σε πολλά σημεία να απαντήσει στην παραπάνω παρανόηση.
Ας δούμε πρώτα έναν μορφικό λόγο που μας δυσκολεύει να συλλάβουμε την θεωρησιακή αλήθεια που λέγεται γίγνεσθαι. Αυτός έγκειται στο ότι η ίδια η μορφή της πρότασης(κρίσης) είναι ακατάλληλη για να εκφράζει θεωρησιακές αλήθειες. Η κρίση είναι σχέση ταυτότητας/μη ταυτότητας του υποκειμένου με το κατηγορούμενο. Άπαξ όμως και το περιεχόμενο είναι θεωρησιακό ,ουσιαστική στιγμή είναι και το μη ταυτόν(ή το ταυτόν αντίστροφα) υποκειμένου και κατηγορουμένου ,αλλά τούτο δεν εκφράζεται μέσα στην κρίση. Από την άλλη στις θεωρησιακές αλήθειες η ίδια η μορφή της πρότασης αναγκαστικά αυτό-καταλύεται. Την ίδια στιγμή που εκφέρεται η πρόταση «το Είναι και το Μηδέν είναι το ίδιο» ,την ίδια στιγμή αυτή περιέχει τους προσδιορισμούς της ως διακριτούς και αυτό-καταλύεται. Το πόρισμα που εξήγαγε ο Χέγκελ από την πρόταση αυτή(δηλ. την αυτό-κατάλυση) δεν εκφράζεται στην ίδια την πρόταση και είναι προϊόν εξωτερικού αναλογισμού. Έτσι για να εκφραστεί η θεωρησιακή αλήθεια αναγκαζόμαστε να προσθέσουμε και την αντίθετη πρόταση. Αλλά οι προτάσεις αυτές είναι ασύνδετες. Εντέλει το συνολικό αληθινό πόρισμα που προέκυψε είναι το γίγνεσθαι ,μέσα στο οποίο το Είναι και Μηδέν υπάρχουν ως διακριτά ,δηλ. διαρκώς το ένα εξαφανίζεται μέσα στο άλλο, η υπόστασή τους είναι μόνο το είναι τους εντός ενός .Αν πάψουν να είναι διακριτά, το γίγνεσθαι θα αναιρεθεί και θα γίνει Dasein.(Όν ή προσδιορισμένο Είναι).Η διαφορά των δύο μεταξύ τους είναι ακόμα άρρητη, επειδή δεν έχουν κανένα «καθορισμό δια του οποίου να διακρίνονται»[33] και είναι και τα δύο αμεσότητες.
     Στην παρατήρηση 1 έχουμε την περίφημη ανασκευή της περίφημης καντιανής ανασκευής της οντολογικής απόδειξης ύπαρξης του θεού. Πρέπει όμως να πούμε εξ’ αρχής ότι ο Χέγκελ διευκρινίζει ότι θα την εξετάσει «μόνο όσον αφορά την προκύπτουσα μέσα της διαφορά είναι και μηδενός γενικά και ορισμένου είναι ή μη είναι»[34]. Έχει ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε τον συλλογισμό του Χέγκελ γιατί εκτός του ότι είναι επεξηγηματικός για το Είναι και το Μηδέν, έχει το στοιχείο της εμμενούς πολεμικής στον Καντ καθώς του προσάπτει ασυνέπεια ως προς τις έννοιες που χρησιμοποιεί.
Στον Καντ η Έννοια είναι αδιάφορη για το αν κάτι είναι ή δεν είναι. Άρα το Είναι δεν περιέχεται στην Έννοια. Εφόσον το Είναι δεν περιέχεται στην Έννοια ,τότε ο θεός νοείται ως η Έννοια που έχει μέσα της όλη την πραγματικότητα αλλά όχι την ύπαρξη(στον Καντ δεν γίνεται διαχωρισμός Είναι και ύπαρξης).Η ύπαρξη προστίθεται συνθετικά και δεν προσφέρει τίποτε στην έννοια του θεού. Ο Καντ λέει ότι στην καθημερινή ζωή διαρκώς διαχωρίζουμε την έννοια από την ύπαρξη και γι’ αυτό η προσθήκη με συνθετικό τρόπο της ύπαρξης επηρεάζει την περιουσιακή μου κατάσταση αλλά όχι την έννοια(των 100 ταλήρων). Επομένως όπως στα 100 τάληρα έτσι και στον θεό ,αν αφαιρέσουμε την ύπαρξη δεν υπάρχει αντίφαση με την έννοιά τους. Η έννοια του θεού δεν συνεπάγεται αναγκαία την ύπαρξή του.
Ο Χέγκελ θεωρεί ότι το Είναι είναι η Έννοια καθαυτή και άρα το Είναι περιέχεται στην Έννοια. Φυσικά αυτό δεν θα μπορούσε να ισχύει για όντα(Dasein) πεπερασμένα και προσδιορισμένα. Πράγματι από τη στιγμή που τα 100 τάληρα σχετίζονται με την περιουσιακή μου κατάσταση και άρα εκπίπτουν στην σφαίρα του όντος ,είναι προφανές ότι θα έχει σημασία αν Είναι ή δεν Είναι.Άλλωστε όπως μας λέει ο Χέγκελ πρόκειται για μια κίβδηλη έννοια, η οποία δεν αυτοσχετίζεται αλλά είναι μια μορφή που είναι επιβεβλημένη από την υποκειμενική διάνοια.Επομένως σε αυτήν το Είναι διαχωρίζεται από την Έννοια και πλέον δεν είναι αδιάφορο αν είναι ή δεν είναι. Η απάτη έγκειται «στην μονομερή αφαίρεση ,η οποία παραμερίζει το ορισμένο ον ,που απαντά σε τέτοια παραδείγματα, κρατώντας μόνο και μόνο το είναι και το μη είναι ,ενώ αντίστροφα μεταμορφώνει το αφηρημένο είναι και μηδέν,που οφείλουμε να συλλάβουμε ,σε ορισμένο είναι και μηδέν ,σε ένα όν» .


δ. η άρση του γίγνεσθαι

Προτού προχωρήσουμε στην «άρση του γίγνεσθαι» ,χρήσιμο είναι να συνοψίσουμε τι έχουμε δει μέχρι τώρα στην Λογική.
Αρχικά λοιπόν υπάρχει το Είναι και το μηδέν ως αφαιρέσεις. Η διάνοια έχει την ικανότητα να απομονώνει πράγματα .Αν ανέλθουμε στο επίπεδο του διαλεκτικού λόγου θα δούμε το γίγνεσθαι .Υπό τη διαλεκτική σκέπη το γίγνεσθαι χωρίζεται σε δύο στιγμές ,στη φθορά(Είναι που εξαφανίζεται στο μηδέν) και τη γένεση(Μηδέν που εξαφανίζεται στο Είναι). Αν ανέλθουμε σε ανώτερο επίπεδο οι διακριτές κατευθύνσεις αλληλοδιαπερνούνται και ουσιαστικά η γένεση και η φθορά γίνονται μία ενότητα ,όπου διαδέχονται η μία την άλλη αενάως. Αυτό που παρατηρούμε όσο ανεβαίνουμε επίπεδα είναι ότι το καθαρό Είναι και Μηδέν πρώτα εντασσόμενα σε δύο διαδικασίες(φθορά,γένεση) και ύστερα οι ίδιες οι διαδικασίες αυτές εντασσόμενες κάτω από μια ενιαία διαδικασία ,χάνουν όλο και περισσότερο την καθαρότητά τους και άρα την διακριτότητά τους. Χάνουν δηλαδή το χαρακτηριστικό που τα διακρίνει και εντέλει το χαρακτηριστικό εκείνο που συντηρεί το γίγνεσθαι[35].
Η πορεία της λογικής ,είναι η πορεία προς πιο συγκεκριμένους προσδιορισμούς. Ο Χέγκελ έχει αναλύσει ήδη τα συστατικά στοιχεία του Είναι, του Μηδενός και του γίγνεσθαι ,τα οποία υπάρχουν ως υπόστρωμα σε κάθε έκφανση της πραγματικότητας. Όπως προείπαμε η έλ-λογη θεωρησιακή, «θετική» στιγμή είναι πιο συγκεκριμένη από την διαλεκτική ,γιατί η γένεση και η φθορά εμφανίζονται ως ενιαία διαδικασία και το γίγνεσθαι ως μεσολάβηση με τον εαυτό του[36]. «το γίγνεσθαι είναι η διαδικασία άρσης του καθαρού Είναι και Μηδενός ,ενώ το Ον είναι το αποτέλεσμα(resulting state) του ότι αυτά αίρονται ή έχουν αρθεί – το ηρμένο τους Είναι(Aufgehobensein,γερμ. στο πρωτότυπο)[37] Με τις ιδιοτυπίες που χαρακτηρίζουν το γίγνεσθαι[38] θα λέγαμε ότι η θεωρησιακή στιγμή που εντοπίσαμε στο εσωτερικό του είναι η άρνηση της διαλεκτικής στιγμής ,η οποία είναι η άρνηση του καθαρού Είναι και Μηδενός· απλώς η άρνηση της άρνησης που εντοπίσαμε βρίσκεται σε εμβρυακό στάδιο σε αυτό το σημείο της λογικής[39]. Επομένως η θεωρησιακή στιγμή είναι η άρση του καθαρού Είναι και Μηδενός. Η άρση λοιπόν του γίγνεσθαι συντελείται μέσα στο γίγνεσθαι ,το οποίο για την ακρίβεια αυτό-αναιρείται. Το Ον τώρα είναι το προϊόν, το “resulting state”(όπως εύστοχα το χαρακτήρισε ο Houlgate) αυτής της άρσης.
Ουσιαστικά το γίγνεσθαι στην θεωρησιακή του στιγμή είναι μία ρευστή[40],αέναη «ορισμένη ενότητα»[41](112,[92]) του Είναι και του Μηδενός. Το γίγνεσθαι αποτελείται από άπειρες «ορισμένες ενότητες» που διαδέχονται η μία την άλλη. Η διαδοχή των «ορισμένων ενοτήτων» που πραγματοποιείται μέσα στο γίγνεσθαι δεν υποδηλώνει την διαφορά. Η διαφορά ,δηλ. η εξαφάνιση του Είναι στο Μηδέν και το αντίστροφο, έχει αρθεί ,γιατί αυτά υπάρχουν πλέον υπό ενιαία διαδικασία. Εφόσον η εξαφάνιση εξαφανίζεται η ενότητα του Είναι με το Μηδέν γίνεται στάσιμη. Η στάσιμη ενότητα είναι η μετάβαση του γίγνεσθαι στο Ον ,σε ένα Είναι δηλαδή που «δεν είναι πια το καθ’ αυτό αλλά το είναι ως προσδιορισμός του συνόλου[42]
Το Ον τώρα μπορεί να είναι ο,τιδήποτε φέρει μέσα του το Είναι και το Μηδέν. Το Απόλυτο είναι και «Όν» αλλά και αποτελείται από «Όντα». Το Όν είναι ό,τι πιο κοινό μπορεί να συναντήσει κανείς. Φυσικά είναι ακόμα ένας εξαιρετικά αφηρημένος προσδιορισμός.[43]
Το Ον είναι το νέο στάδιο στο οποίο έχει ανέλθει η Λογική και φέρει μέσα του ως ανηρημένους προσδιορισμούς το Είναι και το Μηδέν.
Τώρα όμως που έχει εμφανιστεί το Ον ,πρέπει και αυτό να εκπτύξει του προσδιορισμούς του.  Το νέο αυτό στάδιο θα εξεταστεί αρχικά αφηρημένα, στατικά ,ως τέτοιο και έτσι θα προκύψουν στο εσωτερικό του οι προσδιορισμοί του. Επομένως το θεωρησιακό στάδιο θα το διαδεχτεί η ανάλυση της διάνοιας. Τα κεκτημένα του λόγου γίνονται αντικείμενο ανάλυσης.

Το ότι στη Λογική του Χέγκελ έχουμε μετάβαση από την διάνοια στο Λόγο και από εκεί ξανά στη διάνοια ίσως να φαίνεται παράδοξο. Στον Καντ για παράδειγμα ο λόγος χωρίζεται από την διάνοια με χάσμα. Για την εγελιανή φιλοσοφία όμως μια τέτοια απολυτοποίηση του λόγου ,θα οδηγούσε ακούσια ξανά πίσω στην διάνοια.Η κίνηση της εγελιανής λογικής είναι «σπειροειδής» και ανοδική ,επομένως τα κεκτημένα του λόγου ,πρέπει να αναλυθούν περαιτέρω και άρα σε κάποιες φάσεις της λογικής αυτό που θα κυριαρχεί θα είναι η ανάλυση ,ενώ σε κάποιες άλλες φάσεις η σύνθεση. Στην ανάβαση από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο κυριαρχεί η ανάλυση και αυτή οδηγεί σε απλούστερες πλευρές.  Όπως επισημαίνει ο Βαζιούλιν  «εδώ η κίνηση της γνώσης είναι αντιφατική διότι η ανάλυση πραγματοποιείται ενιαία μαζί με τη σύνθεση. Η ύπαρξη μιας κοινωνικής ανάγκης που μας ωθεί να γνωρίσουμε το συγκεκριμένο αντικείμενο ,η εικασία για αυτό το ίδιο κατευθύνει τη γνώση και επιβάλλει να αναλύσουμε τις σχέσεις ανάμεσα στις πλευρές που αναλύονται. Όμως συνολικά σε αυτή τη φάση υπερτερεί η ανάλυση»[44] Στο στάδιο της ανέλιξης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο  υπερτερεί η απεικόνιση της εσωτερικής σχέσης ,της εσωτερικής ενότητας των πλευρών, δηλαδή μιας τέτοιας σχέσης ,όπου κάθε πλευρά της αποκτά συγκεκριμένη υπόσταση επειδή ακριβώς έχει τέτοια σχέση με τις άλλες πλευρές του οργανικού όλου. Εδώ η σύνθεση παρόλο που υπερτερεί της ανάλυσης πραγματοποιείται μαζί της σαν μια ενότητα. Έτσι η νόηση του ανθρώπου τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο στάδιο πραγματοποιείται μέσω της ενότητας αυτών των αντιθέτων.




2. ΟΝ

Α. ΟΝ ΩΣ ΤΕΤΟΙΟ

α. Όν εν γένει

 Κυριολεκτικά σημαίνει το Εδώ Είναι ,μόνο που η παράσταση του χώρου δεν ανήκει στην λογική αλλά στην φύση και θα προκύψει πολύ αργότερα. Το ον εν γένει «είναι γενικά Είναι με ένα μη είναι» υπό τον μονομερή προσδιορισμό του Είναι. Η μονομέρεια αυτή είναι αφαίρεση της διάνοιας ,είναι «κατ’ εμάς στον αναλογισμό μας» (fur uns in unserer Reflexion) , «είναι εξωτερικός αναλογισμός».Το ερώτημα που εγείρεται είναι πως το όν ,το οποίο «έχει τη μορφή του άμεσου» και που «η μεσολάβησή του ,το γίγνεσθαι ,κείτεται πίσω του» ,αποτελεί παρόλα αυτά αφαίρεση της διάνοιας ,δηλαδή είναι προϊόν κατεξοχήν διαμεσολαβητικής διαδικασίας;Πάλι(όπως και στην παραπάνω ανάλυση περί απροϋπόθετου του καθαρού Είναι) θα απαντήσουμε με τα μεθοδολογικά εργαλεία του εγελιανισμού και θα πούμε ότι η μεσολάβηση δεν έχει εξαφανιστεί απλώς αλλά έχει «αυτοαναιρεθεί»(sich aufgehoben) και άρα πρόκειται για «ορισμένη άρνηση» της μεσολάβησης. Επομένως είναι μια αμεσότητα που ενέχει ως ανηρημένο το γίγνεσθαι.
 Αν όμως το σύνολο(υπό τον καθορισμό του Είναι) «τεθεί στον εαυτό του(gesetzt an ihm selbst)»,τότε μέσα από αυτήν την απλή υπό το Είναι ενότητα ,θα ανακύψει η άρνηση του Όντος εν γένει και το Είναι θα υποβαθμιστεί σε στιγμή, οριζόμενο αρνητικά και ηρμένο(Aufgehoben).Στην πραγματικότητα αυτό που έχουμε εδώ είναι ένα κλασσικό μοτίβο στον Χέγκελ ,η διάνοια έρχεται και προλειαίνει το έδαφος ,πραγματοποιώντας τις απαραίτητες αφαιρέσεις και στη συνέχεια έρχεται ο διαλεκτικός και ο θεωρησιακός λόγος και προβαίνουν στην άρνηση και στην «ενότητα μέσα στην αντίθεση»[45].Μάλιστα η πρώτη φορά που αναδύεται αυτό το μοτίβο είναι στο Dasein όπως θα εξηγήσουμε και στην συνέχεια,άποψη την οποία με έναν τρόπο ομολογεί και ο Χέγκελ λέγοντας ότι το Κάτι είναι η πρώτη άρνηση της άρνησης.
Η μεταβατική πρόταση του Χέγκελ από το Ον εν γένει στην Ποιότητα είναι η εξής: «Το Dasein είναι ένα συγκεκριμένο ,αναφαίνονται συνεπώς επ’ αυτού αμέσως πολλοί προσδιορισμοί, διακριτές αναφορές των στιγμών του.».Αυτές οι στιγμές είναι οι καθορισμοί που συνιστούν συνάμα και αρνήσεις.

β. Ποιότητα

Ανερχόμενοι στο επίπεδο του διαλεκτικού λόγου, διαπιστώνουμε ότι «όσο το ον μετέχει του είναι ,τόσο είναι μη είναι, ορισμένο». Ο καθορισμός(Bestimmtheit) δεν αποσυνδέεται από το Είναι γιατί στο Ον «το αληθές που υπό-κειται στο εξής όλων των προσδιορισμών είναι ήδη η ενότητα του Είναι με το μη Είναι»[46].
Η ποιότητα τίθεται και υπό τον καθορισμό του Είναι και υπό του Μηδενός .Το ερώτημα είναι ποια είναι η διαφορά του «όντος εν γένει» από την ποιότητα υπό τον καθορισμό του Είναι. Η ομοιότητα βεβαίως έγκειται στο ότι και τα δύο βρίσκονται υπό τον προσδιορισμό του Είναι. Η διαφορά έγκειται ότι πλέον στην ποιότητα , «η ποιότητα υπό το Είναι» δεν είναι παρά μία στιγμή, είναι ένα καθορισμός που έχει τεθεί στον εαυτό του και δεν είναι απλά το προϊόν του εξωτερικού αναλογισμού, είναι η ποιότητα που τίθεται υπό προσδιορισμούς.
Η «ποιότητα εν γένει» είναι λοιπόν τεθειμένη υπό δύο στιγμές ,η πρώτη υπό το Είναι και η δεύτερη υπό το Μηδέν. Η πρώτη ποιότητα είναι η πραγματικότητα(Realitat) ,η δεύτερη ως άρνηση εν γένει ,είναι ένα όριο ,ένα πέρας.Πρόκειται για την μη ενεργό πραγματικότητα σε αντίθεση με την ενεργό(Wirklich-keit).Πρόκειται για την πραγματικότητα όπου ναι μεν έχει αναδειχθεί η διαφορά των αντιθέτων αλλά δεν έχει επέλθει ενότητα. Είμαστε ακόμα στο στάδιο της διαλεκτικής αντίθεσης και κυριαρχεί η διαφορά πραγματικότητας - άρνησης. «Η πραγματικότητα είναι καθορισμένη όχι μόνο δυνάμει αυτού που είναι αλλά επίσης δυνάμει της διαφοράς από την απλή άρνηση. Από την άλλη ,η άρνηση είναι καθορισμένη όχι μόνο επειδή αυτή διαφέρει από την πραγματικότητα αλλά επίσης επειδή αυτή είναι η ποιότητα που είναι ,δηλ. άρνηση[47]  Η άρνηση στο επίπεδο αυτό είναι εν γένει, είναι ο ορισμός της ποιότητας από την οπτική γωνία του μη Είναι αυτής. «ίσως να μην είναι τελείως σαφές τι το ΄΄να είναι αρνητικό΄΄ ακριβώς περιλαμβάνει…ξέρουμε ότι ό,τι και αν προκύψει να σημαίνει η άρνηση πρέπει να πιστωθεί ως ποιότητα του είναι ,επειδή το προσδιορισμένο είναι έχει δείξει λογικά το ίδιο ότι  περιλαμβάνει την άρνηση όσο και την πραγματικότητα[48]» .Η άρνηση είναι ποιότητα αλλά μια ποιότητα που λογίζεται ως στέρηση. Εδώ παρατηρείται μία πρωτόλεια μορφή ανάκλασης ,η οποία θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής: ότι η ταυτότητα ενός πράγματος με τον εαυτό του εξαρτάται από την διαφορά προς άλλον[49].Στη σφαίρα του είναι η σχέση των δύο πλευρών είναι ακόμα εξωτερική και χαρακτηρίζεται από τη «μετάβαση».Σαν επεξηγηματική εικόνα της σχέσης των δύο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ένα κύκλος ,όπου το ον είναι μία ακτίνα με όνομα a και «η άρνηση εν γένει» όλες οι άλλες ακτίνες, με αποτέλεσμα να μην είναι ακόμα δυνατόν να νοηθούν ως ένας κύκλος ,παρά μόνο ως μέρη αυτού.
Η πραγματικότητα και άρνηση παραμένουν διαφορετικές ποιότητες. «Η διαφορά δεν είναι αμελητέα· διότι υπάρχει[50]  Εδώ όμως νομίζω ότι πρέπει να αποφύγουμε να ισχυριστούμε ότι «Καθένα είναι ο εαυτός του και όχι το άλλο, αλλά κανένα δεν είναι καθαρά ο εαυτός επειδή το καθένα κρύβει το άλλο μέσα του(υπογράμμιση δική μου)»[51] Όπως περιγράψαμε και στην προηγούμενη παράγραφο η σχέση της πραγματικότητας με την άρνηση δεν είναι εσωτερική αλλά απλή σχέση ετεροπροσδιορισμού. Η άρνηση δεν είναι ο εαυτός της πραγματικότητας και το αντίστροφο ,απλά είναι ένας τρόπος για να προσδιορίζεται η πραγματικότητα δια του τι δεν είναι.
Επομένως συνοψίζοντας η διαλεκτική στιγμή περιλαμβάνει τις δύο όψεις της ποιότητας ως διαφορετικές ,περιλαμβάνει δηλ. με την ορολογία του προηγούμενου σταδίου την ορισμένη ενότητα Είναι και Μηδενός την μία φορά υπό το Είναι ,την άλλη φορά υπό το Μηδέν.



Παρατήρηση

Σκοπός της παρούσας παρατήρησης είναι να αποκαταστήσει τον κομβικό ρόλο της άρνησης.Στην παλιότερη μεταφυσική ο θεός οριζόταν ως η προσωποποίηση όλων των πραγματικοτήτων ,οι οποίες στέκουν η μία απέναντι από την άλλη δίχως να αντιφάσκουν.Όμως εδώ οι θεολόγοι είχαν να αντιμετωπίσουν ένα δύσκολο πρόβλημα.Οι πραγματικότητες(αγαθός, σοφός) προέρχονται από ανθρώπινα χαρακτηριστικά[52].Πώς μπορεί να λέγεται από τη μια ένας απλός άνθρωπος αγαθός και από την άλλη ο θεός;Τη μία εκ των λύσεων μας την παραθέτει ο Χέγκελ:απέδιδαν στον θεό τις πραγματικότητες υπό ανώτερο νόημα ή υψωμένες στο άπειρο. Επιπλέον κάθε πραγματικότητα έπρεπε να εκλαμβάνεται ως μια κατάφαση ,όπου λείπει η άρνηση. Αλλά αν αφαιρέσει κανείς την άρνηση ,αναπόφευκτα αφαιρεί και τον καθορισμό της πραγματικότητας ,δηλ. το περιεχόμενό της. Ήδη στο κυρίως μέρος της λογικής ο Χέγκελ έχει προσδιορίσει την πραγματικότητα ως στιγμή της ποιότητας και άρρηκτα δεμένη με την άρνηση. Εντέλει η λύση που δίνουν αυτοί σε συνδυασμό με την αφαίρεση της άρνησης ,οδηγεί στο απροσδιόριστο και άρα στο αφηρημένο Είναι, «που μέσα του τα πάντα είναι ένα».Την άλλη λύση την έδωσε το ρεύμα της λεγόμενης «αποφατικής θεολογίας» ,οι εκπρόσωποι του οποίου αρνούνταν να αποδώσουν χαρακτηριστικά στο θεό ,μιας και αυτά ήταν ανθρώπινα και αρκούνταν στο να επισημαίνουν τι δεν είναι ο θεός.
Ακριβώς επειδή το Είναι είναι καθορισμένο ,δεν είναι όλα τα άλλα.Παρόλα αυτά ακόμα κυριαρχεί η διαφορά άρνησης και πραγματικότητας .Ο Χέγκελ στην παρατήρηση που ακολουθεί παραθέτει ένα απόσπασμα από τον Σπινόζα το οποίο λέει ότι «κάθε καθορισμός είναι άρνηση»[53], το οποίο όπως γίνεται αντιληπτό σημαίνει ότι ο εκάστοτε καθορισμός αποκλείει όλους τους άλλους. Μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί η αρχή αυτή είναι κομβικής σημασίας για τον Χέγκελ αν την συνδέσουμε με τα προαναφερθέντα. Στην «Ιστορία της φιλοσοφίας» αναφέρει : «ο Σπινόζα έχει την μεγάλη αρχή: Κάθε προσδιορισμός είναι μια άρνηση.Το ορισμένο είναι το πεπερασμένο· το ορισμένο είναι το πεπερασμένο· μπορεί δε να δειχθεί για τα πάντα…ότι κάτι είναι ορισμένο, άρα ότι περικλείει μέσα του την άρνηση· το ουσιώδες του στηρίζεται στην άρνηση»[54]

Μάλιστα στην ίδια παρατήρηση ο Χέγκελ ορίζει την ποιότητα «προπάντων» ως ιδιότητα που προσιδιάζει σε ένα κάτι τι. Το χαρακτηριστικό της ιδιότητας είναι ότι διαμέσου αυτής ,το κάτι διατηρείται με ιδιαίτερο τρόπο μέσα στη σχέση του με τα άλλα. Με άλλα λόγια η ποιότητα ως καθορισμός ή ιδιότητα αρνείται τους υπόλοιπους καθορισμούς ή ιδιότητες διατηρώντας την φύση του κάτινος. Αν ένα όν έχει μια ιδιότητα(θετικό) ,τότε δεν έχει την αντίθετή της(αρνητικό).


γ. Κάτι

Το κάτι είναι η αποκατάσταση της «απλής υπάρχουσας σχέσης προς εαυτόν» ,είναι «το όμοιο με τον εαυτό του μέσω της άρσης της διαφοράς» ,είναι η πρώτη άρνηση της άρνησης. Υπάρχει το ον εν γένει που είναι απλή ομοιότητα με τον εαυτό ,η άρνηση αυτού είναι η αντιθετική του συγκρότηση σε πραγματικότητα και άρνηση(1η άρνηση, «εν γένει», «αφηρημένη») ,οι οποίες ενώνονται σε μια ποιότητα όπου «…η διαφορά έχει αρθεί…»(2η άρνηση, συγκεκριμένη, απόλυτη) και έτσι το ον υπάρχει «εν εαυτώ»(insichsein) ,ως κάτι , «ως πάλι όμοιο με τον εαυτό του».   
Το κάτι αντιστοιχεί στην θεωρησιακή στιγμή ,καθώς επιφέρει ενότητα ανάμεσα στις 2 αντιτιθέμενες στιγμές του προηγούμενου σταδίου.
«Η διαφορά ανάμεσα στην πραγματικότητα και την άρνηση είναι έτσι όχι απόλυτη αλλά είναι η διαφορά ανάμεσα σε δύο ποιότητες οι οποίες περιλαμβάνουν η μία την άλλη και μαζί συνιστούν το Ον»[55].Η ίδια η ποιότητα εν γένει περιέχει τον καθορισμό και την άρνηση και έτσι από την ίδια την πραγματικότητα («που λογίζεται ως  κάτι το θετικό») είναι τάχα αποκλεισμένα το πέρας και η στέρηση. Εντέλει το  ον ,είναι μια ποιότητα οριζόμενη από μια άρνηση. Ο καθορισμός(πραγματικότητα) είναι άρνηση. «το Όν είναι μία αυτό-σχετιζόμενη προσδιοριστικότητα μόνο επειδή αυτό περιέχει μια  εσωτερική διαφορά ανάμεσα στο ίδιο ως πραγματικό και στο ίδιο ως αρνητικό και αυτό περιέχει την εσωτερική διαφορά μόνο επειδή υπάρχει πρώτα πρώτα μια ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην πραγματικότητα και την άρνηση ,η οποία υπονομεύει ή αίρει τον εαυτό της και κάνοντας αυτό αναδομεί το Ον ως μία μονή ,απλή ποιότητα ,η οποία είναι εξίσου πραγματική και αρνητική.»     Έτσι μεταβαίνουμε στο κάτι.
Όμως ποια είναι διαφορά του κάτι με το αρχικό Ον, της πρώτης στιγμής; Το Ον εν γένει κατ’ αρχάς είναι υπό το Είναι. Η άρνηση εμφανίζεται στο δεύτερο στάδιο ,αυτό της ποιότητας. Το Ον εν γένει είναι σε σχέση με το κάτι μια αμεσότητα ,ενώ το κάτι είναι προϊόν μεσολάβησης με τον εαυτό του. Έχει εγκολπώσει την άρνηση ,ενώ στο πρώτο όπως είδαμε η άρνηση δεν έχει καν τεθεί.
«κανένας προηγούμενος λογικός προσδιορισμός δεν έχει απολαύσει το εν εαυτό είναι ,επειδή κανένας δεν έλαβε την μορφή της αυτοσχεσίας…»  πάντως πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Χέγκελ στο κεφάλαιο για το κάτι(123,[103]) αναγνωρίζει ότι στο «γίγνεσθαι κιόλας είναι παρούσα(η μεσολάβηση κάτινος με τον εαυτό του) ,μόνο που αυτή είναι η εντελώς αφηρημένη μεσολάβηση».   
Το Κάτι είναι κάτι πραγματικό αλλά και ένας ακόμα «πολύ επιφανειακός προσδιορισμός».  «ο Χέγκελ συνεχίζει να δουλεύει σε ένα πολύ αφηρημένο και μινιμαλιστικό επίπεδο ,και δεν ενδιαφέρεται ακόμα να εξηγήσει τι συνιστά τα εμπειρικά πράγματα με τα οποία είμαστε εξοικειωμένοι[56]
Στο κάτι η μεσολάβηση με τον εαυτό του  τίθεται εφ’ όσον αυτό ορίζεται ως απλό ταυτόν. Το κάτι δεν είναι απλή άρνηση αρνήσεως ,δηλ επιστροφή σε ένα Είναι χωρίς προσδιορισμούς. Αντίθετα πρόκειται για ένα γίγνεσθαι, πιο συγκεκριμένο βεβαίως από το προηγούμενο, το οποίο έχει για στιγμές του το κάτι και το κάτι άλλο(το έτερο). Η διαφορά πλέον του κάτι και του κάτι άλλου δεν έγκειται στις επιμέρους ιδιότητες αλλά πλέον όντας και τα δύο σχέση προς εαυτόν ,διαφέρουν ως κάτι τα οποία περιέχουν το καθένα πλήθος ιδιοτήτων…

Η περιοδολόγηση από το καθαρό Είναι έως το Κάτι μας δίνει τη δυνατότητα εξετάζοντας συνολικά την μέχρι τώρα πορεία να συγκρίνουμε το γίγνεσθαι με το κάτι. Ούτως ή άλλως και ο Χέγκελ μας λέει ότι το Κάτι είναι και ένα γίγνεσθαι. Η διαφορά έγκειται στο ότι πριν το γίγνεσθαι υπάρχουν οι αφαιρέσεις του Είναι και του Μηδενός .Αυτές είναι και η πρώτη στιγμή. Η άρνηση αυτής της στιγμής όμως είναι ήδη γίγνεσθαι ,καθώς η άρνηση του Είναι ,δηλ. η μετάβαση στο μηδέν είναι ήδη γίγνεσθαι, όπως επίσης η άρνηση του Μηδενός και η μετάβαση στο Είναι ,δεν είναι άρνηση της άρνησης αλλά πρώτη άρνηση που είναι ήδη γίγνεσθαι. Οπότε η πρώτη άρνηση της λογικής είναι ήδη γίγνεσθαι. Το ίδιο το γίγνεσθαι περιέχει δύο στιγμές ,την διαλεκτική και την θεωρησιακή ,οπότε με έναν τρόπο η άρνηση της άρνησης συντελείται μέσα στο γίγνεσθαι. Αντίθετα το κάτι είναι προϊόν της άρνησης του Όντος εν γένει σε Πραγματικότητα και Άρνηση εν γένει και της άρνησης αυτών και επιστροφής του Όντος στον εαυτό του, σε μια απλή αυτοσχεσία.

Θάνος Λιάπας




[1]  Όλοι οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι αναζητούσαν την αρχή του κόσμου,το περιεχόμενο δηλ. πχ ο Θαλής ,το νερό ,ο Αναξιμένης ο αέρας,ο Ηράκλειτος το πυρ ,ο Αναξίμανδρος αέρας,γη,πυρ,νερό ,ο Δημόκριτος το άτομο κτλ.
[2] Επιστήμη της Λογικής,Θεωρία Περί του Είναι(στο εξής ΕΛΕ) σελ. 33 μτφ Γ. Φαράκλας
[3] ΕΛΕ σελ 34
[4] ΕΛΕ σελ 35
[5] Για την κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας και άλλα δοκίμια, Λ.Φοϋερμπαχ εκδ. Γερ. Αναγνωστίδης σελ.118
[6] Στη συνέχεια η λέξη «αμεσότητα» θα χρησιμοποιηθεί κατά κόρον από τον Χέγκελ για τον προσδιορισμό του καθαρού Είναι ,αλλά προφανώς πρέπει να εκληφθεί συμβατικά ως απλώς επεξηγηματική και όχι ως επιστημονική έννοια.
[7] ΕΛΕ σελ 35
[8] Εγκυκλοπαίδεια σελ 196
[9] ΕΛΕ σελ 45
[10] ΕΛΕ σελ 62
[11] ΕΛΕ σελ 63
[12] ΕΛΕ σελ 61
[13] Εγκυκλοπαίδεια σελ 196
[14] HoulgateThe opening of  Hegels logicσελ 264
[15] Για την κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας και άλλα δοκίμια ,Λ. Φοϋερμπαχ ,σελ 85
[16] Στο ίδιο ,σελ. 86
[17] ΕΛΕ ,83[69]
[18] Για την κριτική της χεγκελιανής φιλοσοφίας και άλλα δοκίμια ,Λ. Φοϋερμπαχ ,σελ 87
[19] Στο ίδιο, σελ 87
[20] Στο ίδιο, σελ. 88
[21] HoulgateThe opening of  Hegels logicσελ 285,286
[22] Carlson “A commentary to Hegel’s science of logic” σελ. 21
[23] Ο.π. σελ 23
[24] ΕΛΕ σελ 72 [124]
[25] Η άποψη αυτή παρατίθεται στο [25] HoulgateThe opening of  Hegels logicσελ. 286
[26] Άρα ότι το γίγνεσθαι έχει τουλάχιστον πάνω από μία στιγμές.
[27] HoulgateThe opening of  Hegels logic”  σελ 287.Άρα βλέπει μία στιγμή που έχει δύο τρόπους εκδήλωσης.
[28] HoulgateThe opening of  Hegels logic”  σελ 287
[29] Την οποία ο Houlgate θα εξετάσει στο επόμενο κεφάλαιο
[30] ΕΛΕ , 112,[93]
[31] HoulgateThe opening of  Hegels logic”  σελ 287

[32] HoulgateThe opening of  Hegels logic”  σελ 264
[33] ΕΛΕ σελ 53 [95]
[34] ΕΛΕ σελ 49
[35] «το γίγνεσθαι στηρίζεται στην διαφορά του είναι και του μηδενός»113,[93], ΕΛΕ
[36] Η θεωρησιακή στιγμή είναι προϊόν σύνθεσης(καθώς στην ανάβαση από το αφηρημένο στο νοητικά συγκεκριμένο κυριαρχεί η σύνθεση) και άρα περισσότερων προσδιορισμών.
[37] HoulgateThe opening of  Hegels logic”  σελ 301
[38] βλ. παρακάτω σύγκριση του γίγνεσθαι με την «πρώτη άρνηση της άρνησης»,το κάτι
[39] πάντως πρέπει να επισημάνουμε ότι ο Χέγκελ στο κεφάλαιο για το κάτι(123,[103]) αναγνωρίζει ότι στο «γίγνεσθαι κιόλας είναι παρούσα(η μεσολάβηση κάτινος με τον εαυτό του) ,μόνο που αυτή είναι η εντελώς αφηρημένη μεσολάβηση». 
[40] Ρευστή με την έννοια ότι είναι μεν διαρκώς μεταβαλλόμενη η αναλογία στη σχέση του Είναι με το Μηδέν αλλά παραμένουν πάντα αχώριστα.
[41] «Αλλά ως ενότητα του είναι και του μηδενός είναι η ορισμένη αυτή ενότητα, δηλαδή αυτή όπου τόσο το είναι όσο και το μηδέν υπάρχουν.»
[42] ΕΛΕ , 113,[94]
[43] Ο Houlgate πολύ εύστοχα αναφέρει ότι «υπάρχουν περατά αντικείμενα ,έτσι όπως αυτά είναι κάτι, είναι προσδιορισμένα ,γιγνεσθαι και είναι» σελ. 302
[44] Η διαλεκτική του ιστορικού προτσές και η μεθοδολογία έρευνάς του, Β. Βαζιούλιν μτφ Μ. Κυριακάτος σελ 21
[45] Εγκυκλοπαίδεια σελ 197
[46] ΕΛΕ σελ 67
[47] HoulgateThe opening of  Hegels logic”  σελ 309
[48] HoulgateThe opening of  Hegels logic”  σελ 307
[49] Η σφαίρα της ουσίας ,όπου έχουμε τους προσδιορισμούς της Reflexion, είναι η κατεξοχήν αναλογιστική σφαίρα. Στην σφαίρα αυτή όμως η ταυτότητα δεν έχει το χαρακτήρα της μετάβασης αλλά είναι η «ανασκόπηση εντός εαυτού,η οποία είναι ταυτότητα μόνο ως εσωτερική απώθηση,και τούτη η απώθηση είναι απώθηση ως ανασκόπηση εντός εαυτού,μια απώθηση που άμεσα αυτό-ανακαλείται στον εαυτό της» Η Διδασκαλία περί της Ουσίας,μτφ. Δ .Τζωρτζόπουλος σελ 103
[50] ΕΛΕ ,123[103]
[51] HoulgateThe opening of  Hegels logic”  σελ 310
[52] Η απόδοση ανθρώπινων χαρακτηριστικών στο θεό σχολιάζεται ευφυώς από τον Σπινόζα στην «Ηθική» σελ.134 ,όπου εξιστορεί το πώς οι άνθρωποι «εφόσον δεν είχαν ακούσει ποτέ κάτι για την ιδιοσυγκρασία τους(του θεού),έπρεπε να την κρίνουν σύμφωνα με την δική τους(η οποία όπως αναφέρει πιο πριν ο Σπινόζα «ενεργεί πάντα για έναν τελικό σκοπό» ΘΛ),και έτσι υποστήριξαν ότι οι θεοί διευθύνουν τα πάντα για τις ανάγκες των ανθρώπων ,ώστε να τους προσεταιριστούν και να λαμβάνουν από αυτούς τις ύψιστες τιμές» πλαισιώνοντας μάλιστα αυτές τις απόψεις με το ότι «οι κρίσεις των θεών υπερβαίνουν κατά πολύ την ανθρώπινη ικανότητα» σελ.135
[53] Οmnis determinatio est negation.Το αν βέβαια αυτή είναι η βασική αρχή του Σπινόζα δεν είναι της παρούσης να εξεταστεί,επισημαίνουμε μόνο ότι αυτή συναντάται στην επιστολή Ν΄ του Σπινόζα και όχι σε κάποιο χωρίο της «Ηθικής».
[54] W 20, 164
[55]  HoulgateThe opening of  Hegels logic”  σελ 313
[56] HoulgateThe opening of  Hegels logic”  σελ 316

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου