Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραγωγικότητα εργασίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα παραγωγικότητα εργασίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Απόσπαση σχετικής υπεραξίας


 Στο παρόν κείμενο θα παρουσιάσω τον τρόπο με τον οποίο αποσπάται σχετική υπεραξία. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον(και συνδέεται και με την προηγούμενη ανάρτηση περί άυλης εργασίας) το πώς βλέπει ο Μαρξ την παραγωγικότητα της εργασίας. Κατά βάση σε αυτήν(στην παραγωγικότητα της εργασίας) θα δώσω την μεγαλύτερη έμφαση καθώς είναι το κλειδί για να κατανοήσει κανείς την σχετική υπεραξία.
Ο Μαρξ διακρίνει 2 είδη απόσπασης σχετικής υπεραξίας, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με μία σχέση αιτίας αποτελέσματος.
Μέτρο της αξίας ενός εμπορεύματος: είναι ο (μέσος)κοινωνικός χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του συγκεκριμένου εμπορεύματος.
Αξία εργατικής δύναμης: δεν είναι η αξία των αγαθών που παράγει αλλά το κόστος αναπαραγωγής της· με άλλα λόγια ο καπιταλιστής πληρώνει στον εργάτη(ανεξαρτήτως με το πόσο δούλεψε και με το πόση αξία παρήγαγε ο τελευταίος) μόνο εκείνη την αξία που του χρειάζεται για να μπορέσει να αγοράσει καταναλωτικά αγαθά για να επιβιώσει αυτός και η οικογένειά του. Η αξία αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, όπως λέει ο Μαρξ, καθορίζεται από κοινωνικούς, ηθικούς, τοπικούς και πολιτικούς παράγοντες, οπότε ποικίλει από χώρα σε χώρα.
Αξία εμπορεύματος: η «πραγματική» αξία ενός εμπορεύματος δεν είναι η εργασία που ενσωματώνεται σε αυτό από τον μεμονωμένο παραγωγό αλλά η μέση κοινωνική εργασία που απαιτείται.
Τώρα έχουμε τους ορισμούς που μας χρειάζονται και μπορούμε να προχωρήσουμε στον πρώτο τρόπο απόσπασης σχετικής υπεραξίας:

1ος τρόπος απόσπασης σχετικής υπεραξίας

Χαρακτηριστικό: αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας λόγω της αύξησης της παραγόμενης αξίας και παράλληλα της μη αύξησης του μισθού του εργάτη
Αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας: Η εργασία που ενσωματώνεται σε ένα εμπόρευμα παραμένει ίδια, δηλ. ο εργάτης συνεχίζει να δουλεύει 10 ώρες, αλλά σε αυτές τις 10 ώρες παράγει πλέον 20 παπούτσια ,ενώ πριν την αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας του παρήγαγε 10 παπούτσια. Άρα η αξία του μεμονωμένου παπουτσιού αντιστοιχεί πλέον σε μισή ώρα εργασίας ,ενώ πριν αντιστοιχούσε σε 1 ώρα. Άρα μειώθηκε η αξία του μεμονωμένου παπουτσιού. Στην μεμονωμένη αξία χρήσης αποκρυσταλλώνεται μικρότερο κβάντο ζωντανής εργασίας.
Πώς όμως πετύχαμε να αυξήσουμε την παραγωγική δύναμη της εργασίας; Υπάρχουν πολλοί τρόποι(συνεργατική παραγωγή, καταμερισμός όπως στην Μανουφακτούρα, επιστημονικοτεχνική οργάνωση της εργασίας-φορντισμός,ταιηλορισμός) όμως αυτός που αντιστοιχεί κατ’ εξοχήν στις αστικές σχέσεις παραγωγής και επίσης αυτός που φαινομενικά(δηλ. για όποιον δεν διακρίνει τις εγγενείς αντιφάσεις που εγκυμονεί για τον ΚΤΠ η κοινωνικόποιηση της εργασίας και η μείωση του ποσοστού της ζωντανής εργασίας σε σχέση με την νεκρή· άρα για τον μεμονωμένο καπιταλιστή και τους αστούς πολιτικάντιδες) δεν έχει όριο στην ανάπτυξή του είναι η χρήση όλο και πιο σύγχρονων μηχανών.
Τι πετυχαίνει λοιπόν ο μεμονωμένος καπιταλιστής; Να μειώσει την αξία των εμπορευμάτων που παράγει αφού πλέον σε αυτά ενσωματώνεται μικρότερο κβάντο εργασίας. Τι έχει πετύχει λοιπόν ο αστός μας σε σχέση με τα ταξικά του αδέλφια; Να μπορεί να είναι πιο «ανταγωνιστικός». Δηλ. ρίχνοντας στην αγορά τα παπούτσια του να μπορεί να τα πουλάει σε μία τιμή η οποία είναι μεγαλύτερη από το κόστος παραγωγής τους και συνάμα μικρότερη(επιλέγει να το πουλάει πιο κάτω από την μέση τιμή ,για να ενισχύσει το συγκριτικό του πλεονέκτημα) από το κόστος παραγωγής των παπουτσιών(εννοείται ίδιας ποιότητας κτλ.) των ανταγωνιστών του. Έτσι έχει μεγαλύτερο κέρδος από τους υπόλοιπους. Ας το εξετάσουμε τώρα από πιο κοντά με την βοήθεια ενός συγκεκριμένου παραδείγματος για να δούμε που κρύβεται η αύξηση της σχετικής υπεραξίας.
Το ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι το γιατί αυξάνεται η σχετική εκμετάλλευση του εργάτη εφόσον αυτός πριν και μετά την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας συνεχίζει να παράγει την ίδια αξία;
Α. Χωρίς αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας 10 παπούτσια κοστίζουν 10 ευρώ. Τα 10 ευρώ αναλύονται σε 5 ευρώ σταθερό κεφάλαιο(μηχανές, πρώτες ύλες) ,3 ευρώ μεταβλητό κεφάλαιο(αξία αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης) και 2 ευρώ υπεραξία. Άρα το μέρος της υπεραξίας σε σχέση με την αξία της εργατικής δύναμης είναι είναι 2 προς 3 ή στο σύνολο της παραχθείσης αξίας 2/10=20%.
Β. Με αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας 20 παπούτσια κοστίζουν 15 ευρώ. Τα 15 ευρώ αναλύονται σε 10 ευρώ σταθερό κεφάλαιο(νέες μηχανές και 2πλάσιες πρώτες ύλες) και 3 ευρώ μεταβλητό κεφάλαιο(αξία αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης) και 2 ευρώ υπεραξίας. Άρα τα 10 παπούτσια κοστίζουν πλέον στον μεμονωμένο αστό 7,5 ευρώ. Αν τα παπούτσια αυτά πωληθούν στην αγορά στην τιμή των 7,5 ευρώ δεν υπάρχει καμία αύξηση της υπεραξίας(παραβλέπουμε εδώ το γεγονός ότι ενίοτε ο κεφαλαιοκράτης επιλέγει να πουλήσει πολύ χαμηλά για να εξαφανίσει τους ανταγωνιστές του).
Εδώ φθάνουμε στην ουσία και στην απάντηση στο ερώτημα που θέσαμε. Ο Μαρξ λέει ότι «η   πραγματική(wirkliche) αξία ενός εμπορεύματος όμως δεν είναι η ατομική του ,αλλά η κοινωνική του αξία ,δηλ. δε μετριέται με το χρόνο εργaσίας που στοιχίζει πραγματικά στον παραγωγή στην κάθε περίπτωση χωριστά ,αλλά με το χρόνο εργασίας που απαιτείται κοινωνικά για την παραγωγή του»(Το Κεφάλαιο, σελ. 332)[1]. Έτσι όσον αφορά το μεμονωμένο καπιταλιστή η «πραγματική» αξία του εμπορεύματος που παράγει είναι η κοινωνική του αξία και όχι αυτή που κόστισε σε αυτόν. Με άλλα λόγια δεν ενδιαφέρεται η ανταλλαγή για το πόσο κόστισε το εμπόρευμα στον μεμονωμένο κεφαλαιοκράτη, παρά μόνο για τη μέση κοινωνική του αξία. Κατ’ επέκταση ο εργάτης του καινοτόμου αστού παράγει στην ίδια ώρα μεγαλύτερη αξία ή όπως λέει ο Μαρξ η εργασία του είναι υψωμένη σε δύναμη(σελ. 333) «Η εργασία εξαιρετικής παραγωγικής δύναμης δρα σαν εργασία υψωμένη σε δύναμη ή δημιουργεί σε ίσα χρονικά διαστήματα μεγαλύτερη αξία από την κοινωνικά μέση εργασία του ίδιου είδους»). Άρα η «πραγματική»(δηλ. η μέση κοινωνική) αξία των 20 παπουτσιών είναι 20 ευρώ ,η οποία αναλύεται ως εξής: 10 ευρώ σταθερό κεφάλαιο, 3 ευρώ αξία εργατικής δύναμης και 7 ευρώ υπεραξία. Άρα η αναλογία αξίας (αναπαραγωγής)εργατικής δύναμης–υπεραξίας είναι 3/7 ή στο σύνολο της παραχθείσης αξίας 7/10=70%. Με άλλα λόγια έχουμε αλλαγή στην αναλογία αναγκαίου χρόνου και χρόνου υπερεργασίας καθώς παρότι ο εργάτης θα μπορούσε να παράγει την αξία που του χρειάζεται για την αναπαραγωγή στο ήμισυ του παλιού χρόνου, αυτός συνεχίζει να δουλεύει το ίδιο και μάλιστα ο μισθός παραμένει σταθερός.
Γ. Ο αστός μας σκέφτεται βέβαια «αν πουλήσω με 9 ευρώ τα 10 μου παπούτσια και θα έχω κέρδος αφού μου κόστισαν 7,5 ευρώ και θα μπορέσω εφόσον έχω στις αποθήκες μου πλέον 20 παπούτσια να αυξήσω το συνολικό μου μερίδιο στην αγορά των παπουτσιών». Πουλάει λοιπόν με 9 ευρώ τα 10 παπούτσια και του μένει κέρδος 1,5 ευρώ. Εδώ απλά μειώνεται το ποσοστό της υπεραξίας, αλλά φυσικά το γεγονός ότι η απόσπαση σχετικής υπεραξίας αυξάνεται ή με άλλα λόγια αυξάνεται η υπερεργασία παραμένει.

Δ. Η διπλή συμβολή των μηχανών στην παραγωγή
Οκ θα πει κάποιος, «ακόμα και αν αυξάνεται ο χρόνος υπερεργασίας με ποιο δικαίωμα ο εργάτης θα καρπωθεί τις ευεργετικές επιδράσεις της μηχανής όταν ο κεφαλαιοκράτης έχει πληρώσει για να αγοράσει αυτή τη μηχανή
Αν δεν κατανοήσουμε αυτή τη διπλή συμβολή των μηχανών στην παραγωγή ,τότε δεν μπορούμε να κατανοήσουμε ολόπλευρα την παραγωγή σχετικής υπεραξίας.
1) Η μηχανή δεν παράγει νέα αξία παρά μόνο μεταβιβάζει την ενσωματωμένη σε αυτήν αξία στο προϊόν με τη μορφή της φθοράς που υφίσταται συμμετέχοντας στο παραγωγικό προτσές. Εδώ δεν γίνεται λόγος για φυσική φθορά αλλά για παραγωγική φθορά(μεταφορά ύλης από το ένα αντικείμενο στο άλλο). Αυτή η παραγωγική φθορά είναι σταδιακή και έτσι «η μηχανή μπαίνει πάντα ολόκληρη στο προτσές εργασίας αλλά πάντα εν μέρει μόνο στο προτσές αξιοποίησης»(Το Κεφάλαιο, σελ. 402). Αυτό σημαίνει ότι η αξία της μηχανής μεταβιβάζεται στο προϊόν και έτσι αν ο κεφαλαιοκράτης αγοράσει μία ακριβή μηχανή της οποίας η ημερήσια φθορά είναι μεγαλύτερη(μετρούμενη σε αξία) από την παλιά μηχανή ,τότε το εμπόρευμα τουλάχιστον ως προς το σταθερό κεφάλαιο θα είναι πιο ακριβό. Βέβαια οι πιο σύγχρονες μηχανές μπορεί να είναι πιο ακριβές αλλά συνήθως η παραγωγική φθορά τους είναι επίσης εξαιρετικά χαμηλή.
Ας δούμε ένα παράδειγμα: για την παραγωγή μιας αξίας 100 ευρώ τεμαχισμένου ξύλου κάθε μέρα απαιτούνται 2 εργάτες και 2 πριόνια. Μία μηχανή λοιπόν που τεμαχίζει κορμούς και έχει αξία ίση με 1000 ευρώ ,κάθε μέρα θα φθείρεται όλο και περισσότερο και κάποια στιγμή το μέταλλό της θα είναι πλέον άχρηστο. Αν το μέταλλο αχρηστευτεί σε 1000 μέρες, τότε αυτό σημαίνει ότι κάθε μέρα μεταβίβαζε στα προϊόντα που τεμάχιζε αξία ίση με 1 ευρώ. Άρα αν η ημερήσια παραγωγή είχε αξία χ πριν την χρήση της μηχανής ,τώρα έχει αξία χ+1 ευρώ. Αν τώρα πριν την χρήση της μηχανής είχαμε δύο εργάτες και 2 πριόνια άρα το χ=2ε(ργασία) και 2π(ριόνια) ,τώρα έχουμε αντί για πριόνια μία εργαλειομηχανή η οποία από την μία κοστίζει περισσότερο από τα πριόνια  από την άλλη οι δύο εργάτες μπορούν πλέον να κόβουν πολύ περισσότερα ξύλα στον  ίδιο χρόνο εργασίας. Αν ο μεμωνομένος κορμός χρειαζόταν το 1/10 της εργάσιμης μέρας(=αξία αναπαραγωγής εργατικής δύναμης= 10 ευρώ) ενός εργάτη ,τότε κόστιζε στον κεφαλαιοκράτη 1 ευρώ και μαζί με την πρώτη ύλη(0,25 λ.) και το εργαλείο(0,25λ.) 1,5 ευρώ. Τώρα για τον ίδιο κορμό ο εργάτης χρειάζεται 1/50 της εργάσιμης μέρας άρα στο 1/10 έχει τεμαχίσει 5πλάσια ποσότητας ξυλείας. Άρα το κόστος του ενός κορμού είναι πλέον 1/50Χ10=0,25λ+1/50Χ1ευρώ(ημερήσια φθορά μηχανής)=50λ. Παρατηρούμε λοιπόν ότι η αξία της μηχανής που αγόρασε ο καπιταλιστής επιστρέφεται σε αυτόν με την πώληση του προϊόντος του και επομένως ό,τι βάζει σε σταθερό κεφάλαιο υπό κανονικές συνθήκες προσφοράς και ζήτησης του επιστρέφεται μέχρι και την τελευταία δραχμή(αν και θέλω να πιστεύω ότι στο μέλλον δραχμή και κεφάλαιο θα είναι ασύμβατες έννοιες!!).
Όπως είπε ο Μαρξ η εργασία υψηλής παραγωγικότητας είναι εργασία υψωμένη σε δύναμη. Όμως ποιά είναι αυτή η μαγική δύναμη που πολλαπλασιάζει την εργασία και συνάμα δεν ανήκει και στο σταθερό κεφάλαιο; Εδώ περνάμε στη δεύτερη όψη της συμβολής των μηχανών.

2) Για να απαντήσουμε σε αυτό το ουσιώδες ερώτημα, πρέπει να δούμε από πού προέρχεται αυτή η διαφορά, δηλ. αυτή η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Αν αφαιρέσουμε από το εργαλείο ή τη μηχανή «το μέσο καθημερινό τους κόστος, ή το συστατικό της αξίας που προσθέτουν στο προϊόν με τη μέση καθημερινή φθορά τους και με την κατανάλωση βοηθητικών υλών ,λ.χ. λαδιού, κάρβουνου κλπ. θα δούμε ότι λειτουργούν δωρεάν, ακριβώς όπως οι φυσικές δυνάμεις που υπάρχουν χωρίς τη συμβολή του ανθρώπου»(στο ίδιο, σελ. 403). Η τελευταία αυτή φράση είναι το κλειδί για να κατανοήσουμε την απόσπαση σχετικής υπεραξίας. Χρειάζεται όμως επεξήγηση.
 Αν ένας κορμός ζυγίζει 200 κιλά ο εργάτης όσες ώρες και να παιδεύεται δεν θα καταφέρει να τον σηκώσει. Αν όμως έρθουν άλλοι 2 γεροδεμένοι εργάτες τότε ο ο κορμός ως δια μαγείας μπορεί να σηκωθεί. Εννοείται πως ο κάθε εργάτης θα αμειφθεί για το κομμάτι που παρήγαγε σαν να σήκωνε 200 κιλά δια του 3. Όμως είδαμε ότι αν οι εργάτες αυτοί δούλευαν ξεχωριστά ο κορμός θα παρέμενε στη θέση του. Παρόλα αυτά «δε στοιχίζουν τίποτα στο κεφάλαιο οι παραγωγικές δυνάμεις που απορέουν από τη συνεργασία και τον καταμερισμό της εργασίας», τις οποίες μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς ως «φυσικές δυνάμεις της κοινωνικής εργασίας»(σελ. 401). Η επιστήμη τώρα εκμεταλλεύται ,αξιοποιεί τις δυνάμεις της φύσης προς όφελος της παραγωγής. Οι ίδιες οι ιδιότητες των φυσικών δυνάμεων παρέχονται απλόχερα και δεν κοστίζουν τίποτα. Επιπλέον  «ό,τι γίνεται με τις φυσικές δυνάμεις ,το ίδιο γίνεται και με την επιστήμη. Όταν έχει πια ανακαλυφθεί ,δε στοιχίζει ούτε πεντάρα ο νόμος για την παρέκκλιση της μαγνητικής βελόνας στο πεδίο δράσης ενός ηλεκτρικού ρεύματος ή για την παραγωγή μαγνητισμού στο σίδερο που γύρω του κυκλοφορεί ηλεκτρικό ρεύμα»(σελ. 401). Επομένως η αυξημένη παραγωγικότητα της εργασίας δεν προέρχεται παρά μέσα από την συνεισφορά της επιστήμης ,την οποία το κεφάλαιο θέτει υπό την κυριαρχία του για να κερδοφορήσει από αυτή. Όλος ο σύγχρονος τεχνολογικός εξοπλισμός των εργοστασίων στηρίζεται όχι μόνο στην εφαρμοσμένη έρευνα που χρηματοδοτεί η εκάστοτε επιχείρηση αλλά στη βασική έρευνα ,η οποία διεξάγεται από τους επιστήμονες εδώ και τουλάχιστον 3 αιώνες. Επομένως δεν στέκει το επιχείρημα ότι το κεφάλαιο χρηματοδοτεί την έρευνα και ένα πολύ απλό παράδειγμα είναι ότι ο Νεύτωνας διατύπωσε τους νόμους της βαρύτητας ,όμως καμία αεροπορική εταιρία δεν καταβάλει στον Νεύτωνα το αντίτιμο της εργασίας ακριβώς γιατί η επιστημονική γνώση έχει γίνει πλέον κτήμα της ανθρωπότητας. Είναι εδώ που αγγίζουμε τα όρια της εφαρμογής του νόμου της αξίας αλλά όχι από την σκοπιά ότι δεν μπορεί μπορεί να εξηγήσει την νέα κατάσταση αλλά από τη σκοπιά ότι ο ΚΤΠ και οι μέθοδοί του συναντούν στην ίδια τους την ανάπτυξη όλο και μεγαλύτερα εμπόδια που τους καθιστούν όλο και πιο παρασιτικούς για την ανθρωπότητα[2].  Επιπλέον παρατηρούμε εδώ μία αντιφατική χρησιμοποίηση της γνώσης ,από την μία ο κεφαλαιοκράτης ευνοείται ακριβώς από το γεγονός ότι η γνώση είναι κοινό κτήμα και η πρόσβαση σε αυτήν είναι ελεύθερη και από την άλλη ο ίδιος προσπαθεί να χειραγωγήσει τα εκάστοτε ερευνητικά αποτελέσματα που παράγονται υπό την χρηματοδότησή του ,έτσι ώστε να έχει μόνο αυτός το εκάστοτε τεχνολογικό πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό  με τους υπόλοιπους. 
Επομένως το κεφάλαιο οικειοποιείται την δυνατότητα της φύσης για δωρεάν υπηρεσίες ,την οποία δυνατότητα μετατρέπει σε πραγματικότητα(και μάλιστα σε τελική ανάλυση δωρεάν) η επιστήμη. Προσοχή! Δεν είναι η επιστήμη που αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας· αυτή είναι ιδιότητα των μηχανών· η επιστήμη απλά διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε αυτή τη δυνατότητα της φύσης.
Τέλος πρέπει να πούμε σε σύνδεση και με το θεμα του προηγούμενου κειμένου μας για την άυλη εργασία ότι παρατηρούμε την εξής αντίφαση: Από την μία, η μεμονωμένη επιστημονική εργασία μετριέται με βάση το νόμο της αξίας και άρα αμείβεται με μεταβλητό κεφάλαιο και από την άλλη, η «νεκρή» επιστημονική εργασία, δηλ. η ήδη γνωστή σε όλους επιστημονική γνώση παρέχεται δωρεάν όπως μία φυσική δύναμη. Αυτή η αντίφαση είναι κάτι που δεν ισχύει για την «νεκρή» εργασία στην υλική παραγωγή, καθώς το μηχάνημα στο οποίο αποκρυσταλλώνεται νεκρή εργασία πωλείται στην αξία του. Έτσι η ατομική διανοητική εργασία από την μία αποτιμάται με βάση το νόμο  της αξίας και από την αλλή όταν πια γίνεται κτήμα της ανθρωπότητας γίνεται δωρεάν παραγωγική δύναμη για το κεφάλαιο. Είναι μία αντίφαση που δεν μπορεί να λυθεί παρά μόνο σε έναν ανώτερο τρόπο παραγωγής.

2ος τρόπος απόσπασης σχετικής υπεραξίας

Χαρακτηριστικό: αύξηση του ποσοστού σχετικής υπεραξίας λόγω της μείωσης αξίας αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης διαμέσου της αύξησης της παραγωγικής δύναμης της μέσης κοινωνικής εργασίας στα είδη κατανάλωσης.
Είδαμε λοιπόν με ποιο τρόπο ο μεμονωμένος κεφαλαιοκράτης τοποθετεί την επιχείρησή του σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τους υπόλοιπους. Όμως οι ανταγωνιστές αφενός για να μην τους εξαφανίσει αφετέρου γιατί θέλουν μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά ,αλλάζουν με την σειρά τους τα μηχανήματά τους και αυξάνουν την παραγωγικότητα της εργασίας. Για λόγους ευκολίας ας πούμε ότι την αυξάνουν εξίσου με τον πρώτο. Άρα πλέον η μέση κοινωνική αξία του προϊόντος πέφτει και ο πρώτος χάνει το συγκριτικό του πλεονέκτημα. Ας υποθέσουμε επίσης ότι αυτό δεν ισχύει μόνο στον κλάδο των παπουτσιών αλλά σε όλους τους κλάδους της παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι πλέον το κόστος παραγωγής των παπουτσιών(αλλά κατ’ αναλογία και των παλτών ,των φυτοφαρμάκων κτλ.) έπεσε από το 1 ευρώ το τεμάχιο στο 0,75 ευρώ.
Ο δεύτερος αυτός τρόπος δεν αφορά πλέον τον μεμονωμένο καπιταλιστή αλλά το σύνολο σχεδόν της αστικής τάξης, η οποία μέσω του ανταγωνισμού οδηγείται χωρίς να το επιδιώκει και να το συνειδητοποιεί στην ελάττωση του αναγκαίου χρόνο εργασίας. Στην αρχή ορίσαμε τον αναγκαίο χρόνο εργασίας ως τον χρόνο που χρειάζεται να δουλέψει ο εργάτης ,άρα ως την αξία που πρέπει να παράξει ώστε να μπορεί να αγοράσει την ποσότητα των μέσων επιβίωσης αυτού και της οικογένειάς του. Φυσικά ο εργάτης δεν αγοράζει χαλιά πολυτελείας και πορσελάνες. Όταν λοιπόν με απλά λόγια φθηναίνουν τα αγαθά που καταναλώνει ο εργάτης, ο τελευταίος θεωρητικά μπορεί να δουλεύει λιγότερο και να παίρνει κατ’ αναλογία μικρότερο μισθό και παρ’ όλα αυτά να έχει την ίδια καταναλωτική δύναμη με πριν. Όμως αυτό που συμβαίνει στην κεφαλαιοκρατία είναι να μειώνεται ο μισθός του εργάτη μιας και έχει μειωθεί το κόστος αναπαραγωγής του και οι ώρες εργασίας να παραμένουν ίδιες.







[1] ή στο πρώτο κεφάλαιο λέει «…το μέγεθος της αξίας μιας ορισμένης αξίας χρήσης καθορίζεται μόνο από την ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας εργασίας ή από το χρόνο εργασίας που είναι κοινωνικά ανακαίος για την παραγωγή της»(σελ. 53)
[2] Εδώ αναφύεται ένα πρόβλημα που μόνο η διαλεκτική λογική μπορεί να λύσει. Επειδή είναι κομβικής σημασίας θα το αναλύσω αυτόνομα στο επόμενο ποστ που θα κάνω.

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

Σκέψεις πάνω το ζήτημα του προσδιορισμού της σημερινής εργατικής τάξης


ο τίτλος είναι "σκέψεις" και όχι απαραίτητα απαντήσεις γιατί το ζήτημα είναι σύνθετο και δεν θεωρώ τον εαυτό μου έτοιμο για να ισχυρίζομαι ότι κατέχω βέβαιες απαντήσεις. Με αυτό το κείμενο θέλω να συμβάλλω κυρίως στην χάραξη κατεύθυνσης που θα σέβεται την συστηματικότητα της επιστημονικής σκέψης του Μαρξ και την κατανόηση της κεφαλαιοκρατίας ως οργανικό όλο. Από εκεί και πέρα δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να διατυπώσω και κάποια κριτική στην περίφημη "άυλη εργασία". Το κείμενο γράφτηκε με αφορμή κάποιες ερωτήσεις ενός συντρόφου πάνω σε ένα άλλο ,παλιό κείμενό μου για τον Πουλαντζά.

Μέρος πρώτο
Το πρόβλημα ξεκινάει από το αν αντιλαμβάνεται κανείς την κεφαλαιοκρατία(ως τρόπο παραγωγής και ως κοινωνικό σχηματισμό) ως ολότητα ή αντίθετα ως μία δομή(με την έννοια της στίβας) από σχέσεις. Κατά τη γνώμη μου μόνο μία προσέγγιση του αντικειμένου ως οργανικού όλου μπορεί να προωθήσει την έρευνα. Εντός της ολότητας οι σχέσεις των πλευρών είναι ιεραρχημένες(Είναι-Ουσία-Φαινόμενο-Πραγματικότητα) και επομένως κάθε πλευρά επιτελεί ένα συγκεκριμένο ρόλο που προσδιορίζεται από το όλο και συνάμα προσδιορίζει το όλο.
Αν γίνουν δεκτές οι παραπάνω προκείμενες ,τότε μπορεί κανείς να πει ότι το βασικό κριτήριο για να ισχυριστεί κανείς ότι ένας μισθωτός ανήκει στην εργατική τάξη είναι αν συμβάλλει στην παραγωγή υπεραξίας «Η κεφ. παραγωγή δεν είναι μόνο παραγωγή εμπορευμάτων ,είναι στην ουσία παραγωγή υπεραξίας…δεν είναι πια αρκετό ότι γενικά παράγει.Πρέπει να παράγει υπεραξία. Παραγωγικός είναι μον΄χα ο εργάτης εκείνος ,που παράγει υπεραξία για τον κεφαλαιοκράτη ή που εξυπηρετεί την αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου»(Το Κεφάλαιο, σελ 525). Ο Βαζιούλιν χαρακτηρίζει την υπεραξία ως την ουσία του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, αφού μέσω αυτής γεννάται κεφάλαιο. Μόνο αν ξεκινήσουμε λοιπόν από αυτό που είναι ουσία του οργανικού όλου που λέγεται ΚΤΠ ,θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε το θέμα των τάξεων.
Το χειρόγραφο του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου κόβεται όταν αρχίζει να μιλά ο Μαρξ για το θέμα των τάξεων. Αυτό δείχνει ότι στο σχεδιάγραμμα που είχε στο μυαλό του ο Μαρξ οι τάξεις δεν προσδιορίζονται απευθείας από την παραγωγή ή όχι υπεραξίας. Αυτό πήγε να κάνει ο Πουλαντζάς με το περί ου ο λόγος βιβλίο του, να πιάσει το νήμα από το σημείο που άφησε ο Μαρξ. Όμως αν δεν έχεις κατανοήσει σε βάθος όχι μόνο το οικονομικό περιεχόμενο του Κεφαλαίου αλλά και τη λογική δομή του(βλ. και τον αφορισμό του λένιν για όσους διάβασαν το κεφάλαιο χωρίς να ξέρουν χέγκελ) ,πόσο μάλλον αν εκκινείς κιόλας από  αντιεγελιανές ,δομιστικές φιλοσοφικές αφετηρίες ,τότε δεν μπορείς να συμβάλεις στην δημιουργική ανάπτυξη του μαρξισμού. Και αν το καταφέρεις ,τότε σίγουρα η συνεισφορά σου δεν θα είναι ως προς την κεντρική αρτηρία του μαρξισμού αλλά επιμέρους.
Έτσι έκανε και ο Πουλαντζάς ο οποίος θεωρεί σημαντικότερο κριτήριο το ότι ο μηχανικός κατέχει το μυστικό της γνώσης, ασκεί εποπτεία και κάνει διαν. εργ.  από το ότι παράγει υπεραξία. Κατά τη γνώμη μου όλα αυτά είναι της ίδιας κοπής με το επιχείρημα ότι ο δικηγόρος που δουλεύει σε δικηγορική εταιρεία δεν είναι εργατική τάξη επειδή ασχολείται με το δίκαιο και το δίκαιο είναι ταξικό. Αλλά τότε πως εξηγούν την ακόλουθη φράση του Μάρξ για το δάσκαλο( που ανήκει κατά τους αλτουσεριανός στον ΙΜΚ της εκπαίδευσης): «Αν έχουμε το δικαίωμα να διαλέξουμε ένα παράδειγμα έξω από την σφαίρα της υλικής παραγωγής, τότε ένας δάσκαλος είναι παραγωγικός εργάτης ,όταν όχι μόνο επεξεργάζεται παιδικά κεφάλια, μα τσακίζεται και ο ίδιος στη δουλειά για να πλουτίζει ο επιχειρηματίας…η έννοια λοιπόν του παραγωγικού εργάτη…περικλείνει και μια σχέση παραγωγής ειδικά κοινωνική, που έχει γεννηθεί ιστορικά και βάζει στον εργάτη τη σφραγίδα του άμεσου μέσου αξιοποίησης του κεφαλαίου»(Το Κεφάλαιο, 525). Κατά τη γνώμη μου ο παραγωγικός εργάτης είναι εργατική τάξη. Εφόσον αναπαράγει αυτό που είναι η ουσία της κεφαλαιοκρατίας ,άρα εφόσον αποσπάσται από αυτόν υπεραξία, με άλλα λόγια εφόσον τα κέρδη τους είναι η φτώχεια του ,τότε αυτός είναι ένας πόλος της αντίφασης κεφαλαίου εργασίας.
Φυσικά τα μυστικά της γνώσης ή τα μικροαστικά κατάλοιπα είναι υπαρκτά αλλά βρίσκονται στη σφαίρα του εποικοδομήματος και άρα παίζουν ρόλο στο «δια εαυτό»(ταξική συνείδηση) της εργατικής τάξης και όχι στο «καθ’ εαυτό». Για να είμαστε βέβαια ακριβείς εδώ πρέπει να πούμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις θα πρέπει να ορίσουμε τις τάξεις όχι στα πλαίσια του ΚΤΠ αλλά στα πλαίσια της καταπιλιστικής κοινωνίας. Έτσι ενδεχομένως κάποια επαγγέλματα παρότι μπορεί να παράγουν υπεραξία να μην ανήκουν εντέλει στην εργατική τάξη. Η εργατική τάξη προσδιορίζεται από τα κοινά αντικειμενικά συμφέροντα των μελών της. Χωρίς να είμαι βέβαιος στο μυαλό μου έρχεται το παράδειγμα των χρηματιστών ,των οποίων το επάγγελμα συνδέεται με το σκληρό πυρήνα της καπιταλιστικής οικονομίας. Το επάγγελμα αυτό μετά την επανάσταση δεν θα απονεκρωθεί όπως πχ. του δικηγόρου αλλά θα καταργηθεί μαζί με το χρηματιστήριο. Βέβαια αυτοί οι μισθωτοί στον καπιταλισμό μπορεί και να γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης. Ανεξαρτήτως συγκεκριμένου παραδείγματος η πραγμάτευση των τάξεων θα πρέπει να γίνει με συστηματικό τρόπο και όχι πετώντας στον αέρα αυθαίρετα κριτήρια. Αυτό καθίσταται εφικτό μόνο μέσα από το πρίσμα της θεώρησης της κεφαλαιοκρατίας ως οργανικού όλου.
Πιστεύω ότι ο μηχανικός σαφέστατα ανήκει στο συλλογικό εργάτη. Αλλά και να μην βρισκόταν στην οικοδομή δεν αλλάζει η ουσία του πράγματος. Το κεφάλαιο αρχικά χρησιμοποιεί την επιστήμη εξωτερικά χωρίς να την υποτάσσει. Σταδιακά όμως και όσο η ανάγκη για αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας γίνεται όλο και πιο επιτακτική, η επιστημονική εργασία γίνεται τμήμα της υλικής παραγωγής, με άλλα λόγια η εργασία του επιστήμονα-ερευνητή ανταλλάσσεται με μεταβλητό κεφάλαιο και όχι με εισόδημα. Από εδώ αρχίζει το πρώτο στάδιο της υπαγωγής της επιστήμης στο κεφάλαιο. Σε αυτό το πρώτο στάδιο η επιστήμη συνεπικουρεί την υλική παραγωγή(θα δείξουμε στην συνέχεια ότι υπάρχει και δεύτερο στάδιο). Αυτό μπορεί να το δει κανένας και εξ αντανακλάσεως στο εποικοδόμημα με την επιχειρηματικοποίηση-παραγωγικοποίηση του πανεπιστημίου. Αυτή η υπαγωγή που συντελέστηκε στην παραγωγή πριν ας πούμε 100 χρόνια(το νούμερο είναι εντελώς προσεγγιστικό) ,άρχισε να αντανακλάται τα τελευταία 20 χρόνια και στο πάντα πιο δυσκίνητο εποικοδόμημα.
Μέρος δεύτερο: Άυλη εργασία
Πολλοί ισχυρίζονται ότι ο γιατρός ,ο δικηγόρος και πολλοί άλλοι δεν είναι την σήμερον ημέρα εργατική τάξη ακόμα και αν δουλεύουν σε ιδιωτικές εταιρείες, επειδή δεν παράγουν αξία και άρα ούτε υπεραξία. Καταρχάς κάτι εμπειρικό. Ο κεφαλαιοκράτης που έχει την εταιρεία προφανώς βγάζει υπερκέρδος από την εργασία των υπαλλήλων του ,γιατί αλλιώς δεν θα είχε κίνητρο να την ανοίξει. Άρα υπάρχει σχέση εκμετάλλευσης(εργασιακή σχέση) και όχι σύμβαση έργου. Αυτό νομίζω είναι μια πρώτη ένδειξη. Βέβαια σε αυτό θα απαντήσουν ότι απλά η υπερεργασία του δικηγόρου παρεμβαίνει εδώ στην κατανομή της υπεράξιας μέσα στο κεφάλαιο προκαλώντας μεταφορές της υπεράξιας που προήλθε από την παραγωγική εργασία προς όφελος του κεφαλαίου που ιδιοποιείται την εργατική του δύναμη. Ποιο είδος λοιπόν εργασίας παράγει αξία;; Παράγει η άυλη εργασία υπεραξία;;
Πρώτα απ’ όλα στον Μαρξ υπάρχει η συγκεκριμένη εργασία που παράγει αξίες χρήσης και η αφηρημένη εργασία που είναι η υπόσταση της αξίας. Όσον αφορά την αξία χρήσης ήδη ο Μαρξ στην πρώτη σελίδα του Κεφαλαίου λέει ότι «η φύση  αυτών των αναγκών ,αν λ.χ. προέρχονται από το στομάχι ή από τη φαντασία, δεν αλλάζει σε τίποτα την υπόθεση. Δεν πρόκειται εδώ για το πώς το πράγμα ικανοποιεί την ανθρώπινη ανάγκη ,αν την ικανοποιεί άμεσα σαν μέσο συντήρησης ,δηλαδή σαν μέσο απόλαυσης ή έμμεσα σαν μέσο παραγωγής»(σελ. 49). Επομένως αρκεί ένα πράγμα να ικανοποιεί μία ανάγκη ,όποια και αν είναι αυτή· και δεν υπάρχει θα συμφωνήσουμε μεγαλύτερη από την προστασία της ελευθερίας, της ιδιοκτησίας(δικηγόρος) και της ζωής(γιατρός). Η αξία τώρα δεν είναι παρά η «αφαίρεση από την αξία χρήσης των προϊόντων εργασίας»(σελ. 52). Αν λοιπόν δεχτούμε ότι οι παραπάνω εργασίες ικανοποιούν ανάγκες ,τότε παράγουν αξίες χρήσης και συνάμα παράγουν αξία. Αν παράγουν αξία ,τότε είναι δυνατό να παράγουν και υπεραξία κτλ.
Φυσικά θα ρωτήσει κάποιος «ο δικηγόρος που δουλεύει μόνος του κάνει την ίδια δουλεία με τον έμμισθο και άρα παράγει και αυτός αξία;». Εδώ ακριβώς μπαίνει η ουσιαστική διάκριση που χαρακτηρίζει τον ΚΤΠ από όλους του υπόλοιπους τρόπους παραγωγής. Ο έμμισθος δικηγόρος πουλάει την εργατική του δύναμη όχι στον πελάτη αλλά στο αφεντικό, ενώ ο ελεύθερος δικηγόρος πουλάει το προϊόν της εργασίας του στον πελάτη. Έτσι στη μία περίπτωση η αξία της εργατικής δύναμης του δικηγόρου ανταλλάσσεται με το κόστος αναπαραγωγής του(μεταβλητό κεφάλαιο) ,ενώ στην άλλη περίπτωση ανταλλάσσεται με  το εισόδημα του πελάτη και μάλιστα ισοδύναμα με το ύψος της παρηγμένης αξίας. Έτσι η παραγωγή αξίας συνδέεται πάντα με την παραγωγή υπεραξίας ,μιλώντας με τις κατηγορίες της λογικής το Είναι(εμπόρευμα,αξία) δεν υπάρχει ως τέτοιο παρά μόνο στη σύνδεσή του με την Ουσία, το Είναι είναι πάντα προσδιορισμένο από την Ουσία. Παρόλα αυτά το Είναι ως εκφράζον την σπείρα του ανηρημένου παρελθόντος της Κεφαλαιοκρατίας μπορεί να εμπεριέχει και στοιχεία από προηγούμενους τρόπους παραγωγής. Εξού και ο αυταπασχολούμενος δικηγόρος παράγει αξία και επηρεάζει την μέση κοινωνική εργασία, αλλά δεν ανήκει στον ΚΤΠ.
Ας πάμε τώρα στον Νέγκρι…
Ο Νέγκρι λέει ότι στην άυλη εργασία καταργούνται τα σύνορα ανάμεσα στον χρόνο εργασίας και στον χρόνο ανάπαυσης. Η εργασία παραμένει κατά τα λεγόμενά του «η θεμελιώδης πηγή της αξίας στην καπιταλιστική παραγωγή» αλλά πρέπει να ερευνήσουμε το είδος αυτής της εργασίας και τις χρονικότητές της(the Multitude σελ. 145 αγγλ. μτφ). Ο εργαζόμενος μπορεί να παράγει ιδέες οποιαδήποτε στιγμή σε αντίθεση με το βιομηχανικό εργάτη. Έτσι παύει πλέον να είναι ο χρόνος εργασίας το μέτρο της αξίας και κατ’ επέκταση δεν μπορεί να ισχύει ούτε η υπεραξία ,καθώς αυτή σύμφωνα με τον Νέγκρι είναι η ποσοτική σχέση αναγκαίου χρόνου εργασίας-υπεργασίας, αξίας-υπεραξίας.  
Μία πρώτη παρατήρηση είναι η εξής: ο Μαρξ δεν είπε ποτέ ότι υπάρχει ένα οικονομικό όριο το οποίο απαγορεύει να επεκταθεί η εργάσιμη μέρα σε όλο το 24 της ζωής του εργάτη. Τα όρια είναι φυσικά(φυσική εξάντληση) και κοινωνικά(ταξική πάλη, νόμοι).Άλλωστε υπήρχαν εργάτες που δούλευαν και 16 ώρες το 24ώρο. Το γεγονός ότι δεν γίνεται να επεκταθεί η εργασία και στις 24 ώρες της ζωής του εργάτη δεν είναι αδυναμία του ΚΤΠ αλλά φυσικό όριο. Θεωρητικά αν ανακαλύψουμε τρόπο οι εργάτες να δουλεύουν 24 ώρες το 24ωρο το κεφάλαιο άνετα θα εφάρμοζε το 24ωρο. Στο βαθμό λοιπόν που αλλάζει ο τρόπος εργασίας και πλέον η εργασία είναι πνευματική και άρα στηρίζεται στην έμπνευση της στιγμής είναι πράγματι δυνατό ο εργαζόμενος να «εργάζεται» και στον «ελεύθερο» χρόνο του. Και έτσι να γίνονται δυσδιάκριτα τα όρια. Όμως αυτό δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση το γεγονός ότι και πάλι το μέτρο της εργασίας είναι ο χρόνος. Το αν ο εφευρέτης βιντεοπαιχνιδιών ή ο μισθωτός αρχιτέκτονας σκεφτεί κάτι πρωτότυπο στη βόλτα του στο πάρκο με τη σύζυγο δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο χρόνος εργασίας του μετριέται σε ώρες. Εξού και αν αναθέσεις σε κάποια αρχιτεκτονική εταιρεία ένα έργο πάρα πολύ σύνθετο και πρωτότυπο θα σου στοιχίσει πανάκριβα ακριβώς γιατί θα πρέπει να σπαταλήσουν πολύ περισσότερο χρόνο συνολικά, άσχετα αν αυτό δεν περιλαμβάνει μόνο τη δουλειά στο γραφείο αλλά και την ώρα που ανακατεύει το φαγητό που μαγειρεύει(και που όπως γίνεται στο χόλιγουντ τα αφήνει όλα και τρέχει να γράψει την ιδιοφυή ιδέα που του ήρθε) .Το μόνο που καταφέρνει η παρατήρηση του Νέγκρι είναι να εφιστήσει την προσοχή των μαρξιστών μελετητών για τις νέες δυσκολίες που έχει η μέτρηση του χρόνου εργασίας. Δεν αναιρείται όμως σε καμία περίπτωση η λειτουργία του χρόνου εργασίας ως μέτρου.
Πρέπει πάντως εδώ να πούμε και το εξής: ο χρόνος ως μέτρο της εργασίας δεν είναι κάτι που ο Μαρξ το εφηύρε για να δικαιολογήσει την εκμετάλλευση. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο ΚΤΠ μετράει την εργασία ,είναι το μέτρο όπως διαμορφώνεται στα πλαίσια του ΚΤΠ. Ο Μαρξ ανακάλυψε κάτι που υπήρχε απλώς δεν ήταν εμφανές εμπειρικά. Επομένως το γεγονός ότι η δ.ε. είναι γενικά ασύμβατη με την μέτρηση της από το χρόνο δεν σημαίνει πως το κεφάλαιο δεν εξακολουθεί να μετρά με βάση το χρόνο. Πράγματι πώς μπορεί κανείς αξιολογήσει ένα τραγούδι ή μια ζωγραφιά με βάση το χρόνο που δαπανήθηκε για να συλλάβει ο καλλιτέχνης την έμπνευση και στη συνέχεια να την υλοποιήσει; Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το κεφάλαιο δεν υπαγάγει υπό την εξουσία του αυτά τα πρώην μικροαστικά επαγγέλματα. Αυτό δεν σημαίνει ότι το κεφάλαιο δεν μετρά ακόμα και την διανοητική εργασία με σε ώρες. Άκριβώς το άβολο και ανόητο του να μετράει κανείς την δ.ε. με κριτήριο το χρόνο δείχνει πόσο εγκλωβίζεται το πνεύμα από τις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής. Μάλιστα το γεγονός αυτό φαίνεται και στην εκπαίδευση όπου με τις ects και με όλη αυτή την αναδιάρθρωση ουσιαστικά εισάγονται κριτήρια αγοράς(ποσοτικά) εντελώς ασύμβατα με την ίδια την εκπαίδευση. Το μόνο που μπορούμε λοιπόν να απαντήσουμε στον Νέγκρι ευρισκόμενοι και εμείς οι ίδιοι πάνω από την πυρά του δημοσίου πανεπιστημίου και της επιστημονικής σκέψης είναι το τροποποιημένο γαλιλαιϊκό «και όμως ισχύει…».
Όμως αν πούμε ότι ο χρόνος εργασίας είναι ανεπαρκές μέτρο, τότε ποιό πράγμα είναι κατάλληλο για να μετρήσει την αξία και άρα την υπεραξία;
Η δεύτερη παρατήρηση είναι για αυτό το περίφημο «κοινό» που παράγει η άυλη εργασία. Ορθά ο Νέγκρι λέει ότι η παραγωγή εικόνων,ιδεών ,γνώσεων παράγεται σε συνεργασία με την παρελθούσα και παρούσα σκέψη άλλων (the Multitude ,σελ. 147). Πλέον «το κοινό έχει γίνει ο τόπος απόσπασης υπεραξίας…πρέπει να δούμε την εκμετάλλευση ως απαλλοτρίωση του κοινού»(σελ.150) .Επίσης ορθά παρατηρεί ο Νέγκρι σε κάποιο σημείο ότι στην συνεργατική παραγωγή της προ- και μανουφακτουρικής περιόδου η συνεργασία είναι υποκειμενική και εξωτερικά επιβεβλημένη από το κεφάλαιο. Αυτό είναι κάτι που το αναγνωρίζει και ο Μαρξ: «στην απλή συνεργασία ακόμα και στην συνεργασία την ειδικευμένη από  τον καταμερισμό της εργασίας, εξακολουθεί να φαίνεται ακόμα σαν τυχαίο γεγονός η εκτόπιση του μεμονωμένου εργάτη από τον κοινωνικοποιημένο εργάτη»(Το Κεφάλαιο σελ. 401) αντίθετα στην μεγάλη βιομηχανία «ο συνεργατικός χαρακτήρας του προτσές εργασίας γίνεται τώρα τεχνική ανάγκη, που υπαγορεύεται από τη φύση του ίδιου του μέσου εργασίας»(σελ. 401). Άρα αυτό «κοινό» δεν είναι καινούργιο ούτε για τον κλασσικό μαρξισμό ούτε για την κεφαλαιοκρατία. Πρόκειται για την επιστήμη, η οποία καθιστά την συνεργασία εγγενές στοιχείο του παραγωγικού προτσές και είναι το προτσές παραγωγής σχετικής υπεραξίας που μετατρέπει την επιστήμη σε παραγωγική δύναμη. Ο Μαρξ λέει μάλιστα πως οι μηχανές αν αφαιρέσεις κανείς την καθημερινή παραγωγική τους φθορά ,η οποία ισούται με την μεταβίβαση αξίας στα προϊόντα εργασίας, λειτουργούν δωρεάν σαν τις δυνάμεις της φύσης(σελ. 402,403). Αυτή η δωρεάν λειτουργία τους είναι που αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας και συμβάλλει στην παραγωγή σχετικής υπεραξίας. Ως φυσική δύναμη λειτουργεί ο έστω και τεχνιτός καταμερισμός της εργασίας στην μανουφακτούρα: «είδαμε ότι δε στοιχίζουν τίποτα στο κεφάλαιο οι παραγωγικές δυνάμεις που απορέουν από τη συνεργασία και τον καταμερισμό της εργασίας. Είναι φυσικές δυνάμεις της κοινωνικής εργασίας»(401). Αυτό λοιπόν το «κοινό» που περιγράφει ο Νέγκρι είναι στην πραγματικότητα η φυσική δύναμη της κοινωνικής εργασίας που στην σημερινή εποχή, όπου η διανοητική εργασία στο δυτικό κόσμο  κατέχει «ηγεμονική» θέση, είναι πολλαπλάσια από την εποχή του Μαρξ.
Αρχικά να πούμε ότι σήμερα δεν πρέπει να γίνεται λόγος μόνο για επιστημονική αλλά και για καλλιτεχνική δραστηριότητα. Έτσι είναι ορθότερο να μιλάμε για διανοητική εργασία που περιλαμβάνει την επιστήμη και την καλλιτεχνική δραστηριότητα. Η διαφορά που παρατηρείται σήμερα είναι ότι πλέον η σχέση  διανοητικής εργασίας και υλικής παραγωγής έχει φθάσει σε ένα τρίτο στάδιο. Το πρώτο στάδιο ήταν η αδιαφορία(πριν την βιομηχανική επανάσταση και σε μια εποχή που παραγόταν κυρίως απόλυτη υπεραξία) ,το δεύτερο στάδιο η υπαγωγή της πρώτης στην δεύτερη και το τρίτο στάδιο είναι η σχετική αυτονόμηση της διανοητικής εργασίας από την υλική παραγωγή. Όμως η δ.ε. δεν αυτονομείται και από το ίδιο το κεφάλαιο παρά μόνο από την υλική παραγωγή. Αυτό το στάδιο το διακρίνει ορθά ο Νέγκρι αλλά το ερμηνεύει κατά τη γνώμη μου με ένα τρόπο που δεν σέβεται τις εσωτερικές νομοτέλειες που διέπουν την επιστήμη της πολιτικής οικονομίας. Διακρίνει με ευφυία το νέο αλλά δεν καταφέρνει να το κατανοήσει εννοιακά και μένει σε μία εμπειρική στην πραγματικότητα απεικόνισή του. Υπάρχουν 2 απευκταίοι τρόποι που μπορεί να κινηθεί ένας επιστήμονας που έρχεται αντιμέτωπος με μία νέα ανακάλυψη,ο δογματικός και ο ρεβιζιονιστικός. Ο δογματικός προσπαθεί να χωρέσει το νέο στα μέτρα του παλιού και ο ρεβιζιονιστικός προσπαθεί να εξαφανίσει το παλιό προς όφελος του νέου. Κανένας από τους δύο δεν αρμόζει σε ένα διαλεκτικά σκεπτόμενο στοχαστή.
Η αυτονόμηση της δ.ε. από την υλική παραγωγή στην πραγματικότητα δείχνει από την μία ότι ήδη  εντός της κεφαλαιοκρατίας αναπτύσσεται η δ.ε. ως αυτοσκοπός που καλύπτει πλέον όχι ανάγκες επιβίωσης(άρα που συνδέεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με την υλική παραγωγή) αλλά απόλαυσης, που παράγει(προσφέρει) αγαθά με βάση τις αρχές της ομορφιάς και ψυχαγωγίας. Έτσι η επιστήμη και η δ.ε. αναδεικνύουν τις νέες δυνατότητες για μια εργασία δημιουργική. Από την άλλη, αυτή η εργασία θα αναπτυχθεί πλήρως όταν θα καταργηθεί η ατομική ιδιοποίησή της και όταν θα εξαλειφθεί η χειρωνακτική εργασία. Γιατί η δ.ε. ενός εργαζόμενου που από τη φύση της ενώνεται με την εργασία των υπολοίπων ,ταυτόχρονα εντός της κεφαλαιοκρατίας διχοτομείται βαθιά από το κριτήριο της κερδοφορίας. Έρευνες επιστημονικές μένουν κρυφές, η πρόσβαση στην γνώση είναι δαπανηρή(πχ. επιστημονικά περιοδικά που πρέπει να πληρώσεις για να λαμβάνεις) ,η έρευνα δεν αναπτύσσεται με βάση τις εσωτερικές της νομοτέλειες αλλά με βάση την κερδοφορία κτλ.
Επομένως αυτό που θα έπρεπε να παρατηρήσουμε όσον αφορά την άυλη εργασία ενός της κεφαλαιοκρατίας είναι ότι διανοίγει αντιφατικές δυνατότητες και συνάμα δεν αίρει σε καμία περίπτωση την μαρξιστική θεωρία της αξίας απλώς θέτει τα ερωτήματα για μία πιο συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης.

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Το θέμα των τάξεων στον Πουλατζά


Πρόκειται για μία εργασία που είχα κάνει στα πλαίσια του Ομίλου πριν 4 χρόνια. Παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον σε σχέση με το θέμα της παραγωγικής εργασίας στον Μαρξ το οποίο είναι ακόμα και σήμερα ανοικτό. Την εργασία δεν την έχω επανεπεξεργαστεί από τότε. 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το ζήτημα που θέτει ο Νίκος Πουλαντζάς είναι να προσδιορίσει την κατηγορία εκείνη των εργαζομένων η οποία θα αποδείξει ότι δεν ανήκει ούτε στην αστική αλλά ούτε και στην εργατική τάξη,την οποία και θα ονομάσει μικροαστική.Θα χωρίσει την μικροαστική τάξη σε παλιά(μικροβιοτεχνες,μικροεμποροι,αγροτες) και νέα.Έμεις θα ασχοληθούμε με τη νέα μικροαστική τάξη. Είναι όμως σκόπιμο πριν προχωρήσουμε σε μια ανάλυση των θέσεων του Πουλαντζά για τις κοινωνικές τάξεις να αναφέρουμε κάποιες βασικές μεθοδολογικές αρχές και κεκτημένα της αλτουσεριανης σχολής, τα όποια διαπερνούν το σύνολο του έργου του Πουλαντζά.

Ένας κοινωνικός σχηματισμός είναι ο τόπος ύπαρξης πολλών τρόπων παραγωγης.Οι 2 βασικές τάξεις κάθε κοινωνικού σχηματισμού,όπου και εμφανίζεται η κύρια αντίφαση,είναι οι τάξεις του κυρίαρχου σε αυτόν τρόπου παραγωγής, γύρω από τις οποίες πολώνονται οι υπόλοιπες τάξεις.Στην περίπτωσή του καπιταλισμού η αστική και η εργατική γύρω από τις οποίες πολώνεται η μικροαστική.

Κάθε τρόπος παραγωγής είναι μια σύνθετη ολότητα που αποτελείται από τρεις βαθμίδες την οικονομική,την πολιτική και την ιδεολογική. Κυριαρχία σε «τελική ανάλυση» έχει το οικονομικό στοιχείο.Κυριαρχία που την ονομαζει ο Πουλαντζάς ως προσδιορισμό.Όμως ο προσδιοριμός σε τελική ανάλυση της δομής του όλου από το οικονομικό στοιχείο δε σημαίνει ότι το οικονομικό στοιχείο κατέχει πάντοτε τον κυρίαρχο ρόλο.Αν η δομή με ένα κυριαρχικό στοιχείο,που είναι μια ενότητα συνεπάγεται ότι κάθε τρόπος παραγωγής διαθέτει μια κυρίαρχη βαθμίδα,το οικονομικό στοιχείο είναι πραγματικά καθοριστικό στο βαθμό που αποδίδει  σε μια από τις 3 βαθμίδες τον κυρίαρχο ρόλο..Με άλλα λογια ο προσδιορισμός ενός τρόπου παραγωγής συνίσταται στο πως σε τελική ανάλυση αντανακλάται ο προσδιορισμός του οικονομικού στοιχείου στο εσωτερικό του τρόπου παραγωγής.

Ο Αλτουσέρ λέει: «Η δομή με ένα κυριαρχικό στοιχείο είναι ένα σύνθετο όλο με την ενότητα μιας αρθρωτής δομής,όπου ένα από τα στοιχεία παίζει τον κυριαρχικό ρόλο και τα άλλα υπόκεινται σε αυτό,με μία δυναμική ενότητα όπου υπάρχει ανταλλαγή ρόλων και όπου το οικονομικό επίπεδο καθορίζει σε τελευταία ανάλυση το στοιχείο της κοινωνικής δομής,που θα παίξει τον κυριαρχικό ρόλο».

Προς επίρρωσιν των παραπάνω ο ΝΠ παραπέμπει στον Μαρξ:αναφέρουμε ένα μέρος από τα αποσπάσματα. «η γνώμη μου οτι ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής κυριαρχεί γενικά πάνω στην αναπαραγωγή της κοινωνικής,πολιτικής,πνευματικής ζωής,είναι ορθή για τον σύγχρονο κόσμο,που κυριαρχείται από τα υλικά συμφέροντα,αλλά όχι για το Μεσαίωνα όπου επικρατούσε ο καθολικισμός,ούτε για την Αθήνα και την Ρώμη όπου επικρατούσε η πολιτική…Αυτό που είναι καθαρό είναι πως ούτε ο πρώτος μπορούσε να ζήσει από τον καθολικισμό ούτε οι δεύτερες από την πολιτική.Οι τότε οικονομικοί όροι εξηγούν αντίθετα γιατί εκεί ο καθολικισμός και εδώ η πολιτική έπαιζαν τον κύριο ρόλο…» Στη φεουδαρχία πχ για να κατακρατήσουν το περίσσευμα οι φεουδάρχες έπρεπε να μεσολαβήσουν στοιχεία του επικοδομήματος,γιατί οι όροι της οικονομικής παραγωγής δεν αναγκάζουν το δουλοπάροικο να δουλέψει για όφελος του άρχοντα.Η διάκριση που υπάρχει  ανάμεσα στον σε «τελευταία ανάλυση» καθοριστικό και τον «κυριαρχικό ρόλο» στον Μαρξ δεν είναι σαφής διότι κατά τη σχολή του Αλτουσέρ,ο Μαρξ εξέταζε τον ΚΤΠ,στον οποίο αυτά τα δύο ταυτίζονταν.

Το οικονομικό στοιχείο αποτελείται από ορισμένα στοιχεία,τα οποια υπάρχουν στην πραγματικότητα μονάχα στο συνδυασμό τους.Ο Μαρξ λέει «όποιες και αν είναι πάντοτε οι κοινωνικές μορφές της παραγωγής,παραμένουν πάντοτε σαν παράγοντές της οι εργαζόμενοι και τα μέσα παραγωγής.Αλλά και οι μεν και τα δε είναι τέτοιοι παράγοντες μονάχα εν δυνάμει όσο παραμένουν χωριστά.Για μια οποιαδήποτε παραγωγή,χρειάζεται ο συνδυασμός τους.Ο ειδικός τρόπος που γίνεται αυτός ο συνδυασμός είναι που διακρίνει τις διάφορες οικονομικές εποχές από τις οποίες έχει περάσει η κοινωνική δομή.»Τα αναλλοίωτα στοιχεία του οικονομικού προσδιορισμού είναι:
1.ο εργαζόμενος
2.τα μέσα παραγωγής
3.ο μη εργαζόμενος, δηλαδή αυτός που ιδιοποιείται την υπερεργασία

Τα στοιχεία αυτά υπάρχουν μέσα σε έναν ειδικό συνδυασμό(μεταβλητό) που συγκροτεί το οικονομικό στοιχείο. Πρόκειται για συνδυασμό που ο ίδιος αποτελεί μια διπλή σχέση αυτών των στοιχείων.

Α) Μια σχέση ιδιοκτησίας(σχέση κυριότητας): κάνει τον μη εργαζόμενο να παρεμβαίνει στην παραγωγή σαν ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής και της εργατικής δύναμης και επομένως και του προιόντος,είναι το δικαίωμα χρήσης,κάρπωσης και διάθεσης.
Β) Μια πραγματική σχέση ιδιοποίησης(αλλιώς σχέση «κατοχής»):η δυνατοτητα να βάζεις σε λειτουργία τα μέσα παραγωγής και να ελέγχεις την παραγωγική διαδικασία.
    
Η πρώτη σχέση υπάρχει σε όλες τις ταξικές κοινωνίες.Δεν πρέπει να μπερδεύεται με την νομική κυριότητα που είναι υπερδομή.
    
Η δεύτερη σχέση προσδιορίζει την τάξη των εκμεταλλευομένων και διαφέρει στους διάφορους τρόπους παραγωγής.
    
Στον ΚΤΠ ο χαρακτηριστικός συνδυασμός συνίσταται στην «ομολογία»(ταύτιση)  των δύο σχέσεων.Στον ΚΤΠ οι εργάτες έχουν αποστερηθεί την κατοχή των μέσων εργασίας,που τα κατέχει ο κεφαλαιούχος.Ο εργάτης δεν κατέχει παρά μόνο την εργατική του δύναμη,που την πουλάει ως εμπόρευμα.Έτσι η εργασία δεν αποσπάται με τη βία όπως συνέβαινε στην φεουδαρχία (όπου οι αγρότες ήταν κάτοχοι των χωραφιών τους) αλλά η εργασία μετατρέπεται σε εμπόρευμα.Η απόσπαση υπερεργασίας δεν γίνεται πλέον άμεσα αλλά μέσω της ενσωματωμένης στο εμπόρευμα εργασίας,δηλ. με τη δημιουργία υπεραξίας. Η υπεραξία δεν νοείται ως μια απλή "αφαίρεση", ή "παρακράτηση" από το προϊόν του εργάτη, αλλά ως μια κοινωνική σχέση, ως αποτέλεσμα και προϋπόθεση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η οποία εμφανίζεται αναγκαστικά ως (περισσότερο) χρήμα(Χ-Ε-Χ΄), ως η μέσω της ενότητας της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας προσαύξηση της αξίας του προκαταβαλλόμενου (χρηματικού) κεφαλαίου. Η έννοια της υπεραξίας είναι αδιαχώριστη από την έννοια της αξίας, καθώς στον ΚΤΠ η κίνηση της αξίας γίνεται για την υπεραξία (το χρήμα λειτουργεί ως αυτοσκοπός) και καθίσταται δυνατή δια της υπεραξίας. Το κεφάλαιο είναι "αυτοαξιοποιούμενη αξία", "γεννάει αξία επειδή είναι αξία"
    
Διαπιστώνουμε λοιπόν συνθέτοντας τα παραπάνω ότι η διαδικασία παραγωγής αποτελείται από την εργασιακή διαδικασία(τις παραγωγικές δυνάμεις και τεχνικό καταμερισμό της εργασίας) και τις σχέσεις παραγωγής.Σε αυτήν την διαδικασία κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι σχέσεις παραγωγής.Μάλιστα οι σχέσεις παραγωγής εισδύουν στις παραγωγικές δυνάμεις,αφού η εργατική δύναμη που θέτει σε κίνηση τις παραγωγικές δυνάμεις αποτελεί κι αυτή μέρος τους και εφόσον η καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία τείνει ασταμάτητα προς την μέγιστη δυνατή εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης,.Με τις σχέσεις παραγωγής οι ανταγωνιστικές τάξεις είναι ήδη παρούσες στην παραγωγική διαδικασία.Η ταξική πάλη είναι βαθιά ριζωμένη μέσα στην ίδια την παραγωγή.
  
Καμιά κοινωνία δεν είναι δυνατό να υπάρξει αν δεν αναπαράγει τους υλικούς και κοινωνικούς όρους της ύπαρξης της. Οι όροι ύπαρξης της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι οι προυποθέσεις εκμετάλλευσης, που επιβάλλουν οι κεφαλαιοκράτες στην εργατική τάξη. Η αστική τάξη πρέπει να αναπαράγει τους όρους αυτούς πάση θυσία.Αυτό γίνεται μόνο με την προυπόθεση ότι η αστική τάξη θα διεξάγει μια συνεχή ταξική πάλη ενάντια στους εργαζομένους.Την ταξική αυτή πάλη την διεξάγει συντηρώντας και αναπαράγοντας τους υλικούς,πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους της εκμετάλλευσης.Την διεξάγει μέσα στην παραγωγή και έξω από αυτήν.Μέσα στην παραγωγή κοινωνικός καταμερισμός εργασίας είναι η κατανομή ρόλων που εκπληρώνουν οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά καθήκοντα.Τεχνικός καταμερισμός είναι η τμηματική εργασία που φτάνει μέχρι τη διαίρεση της κοινωνικής παραγωγής.

Οι πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις κατά την αλτουσεριανή σχολή υπάρχουν υλοποιημένες σε μηχανισμούς.Υπάρχουν οι κρατικοί μηχανισμοί(κατασταλτικοί και ιδεολογικοί) και ο καθαυτό οικονομικος μηχανισμός το εργαστάσιο/η επιχείρηση.,το οποίο υλοποιεί και ενσαρκώνει τις οικονομικές σχέσεις κατά τη συναρμογή τους με τις πολιτικο-ιδεολογικές.


ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Αρχικά θα προσδιορίσουμε την εργατική τάξη μέσα στις οικονομικές σχέσεις ,αυτές δηλαδή που παίζουν το βασικό ρολό στον ταξικό προσδιορισμό.Στον ΚΤΠ το κριτήριο κυριότητας δεν είναι επαρκές για τον Πουλαντζα για να προσδιορίσει τους εκμεταλλευομένους.Το θεωρεί πολύ γενικό.Κριτήριο για να προσεγγίσουμε την εργατική τάξη είναι η παραγωγική εργασία, δηλ. ποιοι εργαζόμενοι με την εργασία τους αναπαράγουν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.Ο Μάρξ λέει «κάθε παραγωγικός εργαζόμενος είναι μισθωτός,δεν έπεται όμως ότι κάθε μισθωτός είναι παραγωγικός εργαζόμενος».

Είναι σημαντικό να εξετάσουμε την παραγωγική εργασία γιατί είναι αυτή που στηρίζει την κυρίαρχη σχέση εκμετάλλευσης σε κάθε τρόπο παραγωγής.Άρα όσοι μισθωτοί δεν εκτελούν παραγωγική εργασία δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι εργατική τάξη.
    
Το ζήτημα που θέτει επί τάπητος ο Π είναι να προσδιορίσει το τι είναι παραγωγική εργασία στον Μαρξ,πραγμα δύσκολο γιατί ο Μαρξ σχεδίαζε να πραγματευτεί το θέμα αυτό στο 4ο βιβλίο του Κεφαλαίου και έτσι δεν το ανέλυσε ποτέ με συστηματικό τρόπο.
 Να θέσουμε ένα γενικό περίγραμμα πρώτα.

Ο Μαρξ αναφέρει λοιπόν στην Ιστορία των οικονομικών θεωριών στο «περίγραμμα της κριτικής της πολίτικης οικονομίας» ότι: «δεν βασιζόμαστε στα υλικά αποτελέσματα της εργασίας ούτε στη φύση του προϊόντος ,ούτε στην αποδοτικότητα της συγκεκριμένης εργασίας αλλά στις καθορισμένες κοινωνικές μορφές,τις  κοινωνικές συνθήκες της παράγωγης όπου πραγματοποιείται αυτή(η εργασία)»

Στη συνεχεία ο  Μαρξ αναφέρει «προκύπτει ότι η παραγωγική εργασία δεν συνεπάγεται διόλου ένα συγκεκριμένο περιεχομενο,μια ιδιαίτερη χρησιμότητα,μια καθορισμένη αξία χρήσης,στην οποία υλοποιείται. Έτσι εξηγείται το ότι μια εργασία του ίδιου περιεχομένου μπορεί να είναι παραγωγική ή μη παραγωγική» Άρα   το πρίσμα μέσα από το όποιο πρέπει να εξετάσουμε την παραγωγική εργασία είναι ότι αυτή πάντα εκτελείται κάτω από καθορισμένες κοινωνικές συνθήκες και ανάγεται άμεσα στις εκμεταλλευτικές κοινωνικές σχέσεις ενός δοσμένου τρόπου παραγωγης.

Ας περάσουμε τώρα στον ΚΤΠ:
Ο Μαρξ στην Ιστορία των οικονομικών θεωριών γράφει: «Σκοπός του κεφαλαίου είναι ο πλουτισμός ,η παράγωγη υπεραξίας, η αύξηση της αξίας ,δηλαδή η διατήρηση της παλιάς αξίας και η δημιουργία της υπεραξίας. Το ιδιόμορφο αυτό προιόν,η καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία το πραγματοποιεί μόνον, ανταλλάσσοντας κεφάλαιο με εργασία που γι’αυτό τον λόγο λέγεται παραγωγική εργασία.»

Το ζήτημα που τώρα πρέπει να επιλύσουμε είναι αν στον ΚΤΠ παραγωγική είναι η εργασία η οποία δαπανάται μονό εκεί όπου παράγονται υλικές αξίες χρήσης ή γενικά η εργασία που δαπανάται σε κάθε τομέα(παραγωγη,κυκλοφορια,πρωην ελευθέρα επαγγέλματα) όπου έχουν διεισδύσει οι καπιταλιστικές σχέσεις παράγωγης.
Ας τα πάρουμε με τη σειρά:

Στον τομέα της παραγωγής:
      Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο σε έναν πρώτο(γενικό) ορισμό που δίνει για την παραγωγική εργασία λέει: . «ότι παραγωγική εργασία είναι εκείνη που μέσω του μέσου εργασίας μεταβάλει το αντικείμενο εργασίας και το μετατρέπει σε μια νέα χρήσιμη άξια, «ένα υλικό της φύσης προσαρμοσμένο με την αλλαγή της μορφής του στις σύγχρονες ανάγκες».Μέσο εργασίας και αντικείμενο εργασίας είναι τα μέσα παραγωγης.Αυτη η εργασιακή διαδικασία θεωρείται «στην πιο απλή μορφή της κοινή  σε όλες τις ιστορικές της  μορφές, πράξη που διεξάγεται μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης .Όμως διευκρινίζει σε μια υποσημείωση ότι αυτός ο ορισμός δεν είναι αρκετός για να περιγράψει τον ΚΤΠ.(σελ169).
      
Φυσικά και αυτός ο ορισμός περιορίζει πολύ την παραγωγική εργασία καθώς την κλίνει στους τοίχους των εργοστασίων. Βέβαια ο Μαρξ σε ένα άλλο σημείο εντάσσει στην παραγωγική εργασία όχι μονό τους άμεσα χειρώνακτες εργάτες αλλά και όλους όσους συνιστούν τον περίφημο συλλογικό εργάτη: «Μια που με την ανάπτυξη της πραγματικής υπαγωγής της  εργασίας στο κεφάλαιο ή του ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο πραγματικός λειτουργός του συνολικού προτσές εργασίας … γίνεται ολοένα και περισσότερο μια κοινωνικά συνδυασμένη ικανότητα εργασίας και μια που οι διάφορες ικανότητες εργασίας, που ανταγωνίζονται, και που αποτελούν τη συνολική παραγωγική μηχανή, παίρνουν μέρος με πολύ διαφορετικούς τρόπους στο άμεσο προτσές της διαμόρφωσης των εμπορευμάτων ή εδώ καλλίτερα των προϊόντων, ο ένας σαν manager, engineer [διευθυντής, μηχανικός], τεχνολόγος κ.λπ. ο άλλος σαν overlooker [επιβλέπων], ο τρίτος σαν άμεσος χειροτέχνης ή ακόμα απλά σαν ανειδίκευτος εργάτης, έτσι, ολοένα και περισσότερο αυξανόμενος αριθμός λειτουργιών της ικανότητας εργασίας κατατάσσεται κάτω από την άμεση έννοια της παραγωγικής εργασίας και οι φορείς της κάτω από την έννοια των παραγωγικών εργατών, εργατών που τους εκμεταλλεύεται απ’ ευθείας το κεφάλαιο και που υπόκεινται γενικά στο προτσές αξιοποίησης της παραγωγής. Αν εξετάσει κανείς το συλλογικό εργάτη από τον οποίο αποτελείται το εργαστήριο, τότε η συνδυασμένη του δραστηριότητα εκφράζεται άμεσα και υλικά σε ένα συνολικό προϊόν, που είναι συγχρόνως μία συνολική μάζα εμπορευμάτων, ενώ είναι τελείως αδιάφορο, αν η λειτουργία του μεμονωμένου εργάτη, που είναι μόνο ένα μέλος αυτού του συλλογικού εργάτη, βρίσκεται πιο μακριά ή πιο κοντά στην άμεση χειροτεχνική εργασία»

Συμπέρασμα :παραγωγικοί εργάτες είναι προς το παρόν οι  χειρώνακτες,τεχνικοί,μηχανικοί,επιβλέποντες.
Παρολαυτα αν ο Μαρξ έμενε μονό στα παραπάνω παραγωγικοί εργαζόμενοι θα ήταν μονό όσοι συμμετέχουν στην παράγωγη υλικών αγαθών.

Τομέας κυκλοφορίας
Στον τομέα τώρα της κυκλοφορίας εμφανίζονται στον ίδιο τον Μαρξ κάποιες αμφισημίες οι οποίες μόνο με μια συστηματική ερμηνεία μπορούν να επιλυθούν.
Κατά τη γνώμη μου 2 ζητήματα πρέπει να απαντηθούν:
1. Αν η κυκλοφορία παράγει νέα αξία και άρα υπεραξία ή απλά έχουμε μεταφορά υπεραξίας που έχει δημιουργηθεί στην παραγωγή.
2. Αν η μεταφορά υπεραξίας αποτελεί παραγωγική εργασία.Κατά τον Πουλαντζά η μεταφορά υπεραξίας δεν αποτελεί παραγωγική εργασία.
Μόλις πραγματευτούμε και τον τομέα των ελευθέρων επαγγελμάτων θα επανέλθουμε στο ζήτημα αυτό.

Να πουμε ότι για να έχουμε υπεραξία πρέπει να έχουμε ανταλλαγή εργασίας με μεταβλητό κεφάλαιο και όχι ανταλλαγή εργασίας με εισόδημα.

Αναφέρουμε κάποια αποσπάσματα προς επίρρωση της άποψης του γενικού ορισμού(που αναφέραμε παραπάνω) και στη συνεχεία κάποια αλλά που λένε το αντίθετο για να φανούν στο μέγεθος τους οι διαφορές.Ο Μάρξ σε αυτά τα αποσπάσματα περιορίζει στα στενά πλαίσια του γενικού ορισμού την παραγωγική εργασία,παρότι ο ίδιος είχε παραδεχθεί ότι αυτός είναι ανεπαρκής.

Αρχικά με βάση τον γενικό ορισμό οι μισθωτοί της κυκλοφορίας δεν είναι παραγωγικοί εργαζομενοι.Να και αλλά σημεία που ο Μάρξ λέει το ίδιο:
«το εμπορευματικό κεφάλαιο δεν είναι παρά το κεφάλαιο που λειτουργεί μέσα στη σφαίρα της κυκλοφορίας, διαδικασία της κυκλοφορίας είναι μια φάση του συνόλου της διαδικασίας αναπαραγωγης.Αλλα καμία άξια και άρα καμία υπεραξία δεν παράγεται στη διάρκεια της κυκλοφοριακής διαδικασίας….Όπως ο έμπορος σαν απλός παράγοντας της κυκλοφορίας δεν παράγει, ούτε αξία ούτε υπεραξία έτσι και οι εργαζόμενοι στο εμπόριο,που τους χρησιμοποιεί στις ίδιες μ’ αυτόν λειτουργίες είναι αδύνατον να παράγουν με άμεσο τρόπο υπεραξία»  Εδώ ο Π  λέει ότι από την σκοπιά του ατομικού κεφαλαιούχου όντως οι μισθωτοί παρουσιάζονται σαν πηγή κέρδους αλλά από την σκοπιά του κοινωνικού κεφαλαίου και της αναπαραγωγής του δεν προκύπτει(το κέρδος) από μια δημιουργό άξιας διαδικασία  ,αλλά από μια μεταφορά της υπεράξιας που δημιουργήθηκε από το παραγωγικό κεφάλαιο:οι μισθωτοί λοιπόν αυτοί από την σκοπιά του κοινωνικού κεφαλαίου δεν είναι παραγωγικοί γιατί δεν δημιουργούν υπεραξία. Ασφαλώς οι μισθωτοί αυτοί εργαζόμενοι είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης και ο μισθός τους αντιστοιχεί στην αναπαραγωγή της εργασιακής τους δύναμης. «Όμως δεν παράγουν οι ίδιοι υπεραξία απλώς συμβάλλουν στην μείωση των εξόδων  ρευστοποίησης της υπεράξιας εκτελώντας κατά ένα μέρος απλήρωτη εργασία».Έτσι τους υφαρπάζετε υπερεργασία ,όχι όμως και υπεραξία και η εργασία τους δεν είναι αυτή που αναπαράγει κατά το Μαρξ άμεσα την κυρίαρχη σχέση εκμετάλλευσης  γιατί δεν ανταλλάσσεται με μεταβλητό κεφάλαιο παρά μονό για τον ατομικό κεφαλαιούχο ενώ από τη σκοπιά του συνολικού κύκλου του κοινωνικού κεφαλαίου και της αναπαραγωγής του ,αυτή η αμοιβή αποτελεί μέρος των αφάνων εξόδων της καπιταλιστικής παραγωγής. Παραγωγική εργασία είναι μόνο αυτή που αυξάνει την ανταλλακτική άξια του προϊόντος ως εμπορεύματος με βάση την καπιταλιστική άξια του χρήσης. «Η βιομηχανία μεταφορών, η φύλαξη και η διανομή των εμπορευμάτων σε καταναλώσιμη μορφή πρέπει να θεωρηθούν σαν παραγωγική εργασία ,προεκτεινόμενη μέσα στη διαδικασία της κυκλοφορίας»(Μαρξ)

    Και ενώ από τα παραπάνω φαίνεται ότι το θέμα έχει λήξει και οι μισθωτοί της κυκλοφορίας δεν είναι παραγωγικοί εργαζόμενοι ο Μαρξ δίνει στο Κεφάλαιο ένα 2ο (ειδικά για τον καπιταλισμό) ορισμό του τι είναι παραγωγική εργασία:. «Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή δεν είναι μόνο παραγωγή εμπορευμάτων, είναι στην ουσία παραγωγή υπεραξίας. Ο εργάτης δεν παράγει για τον εαυτό του, αλλά για το κεφάλαιο. Γι’ αυτό δεν είναι πια αρκετό ότι γενικά παράγει. Πρέπει να παράγει υπεραξία. Παραγωγικός είναι μονάχα ο εργάτης εκείνος, που παράγει υπεραξία για τον κεφαλαιοκράτη ή που εξυπηρετεί την αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου».

Επίσης σε ένα άλλο σημείο λέει: «η παραγωγική εργασία είναι η εργασία εκείνη η οποία εξαρχής δεν έχει απολύτως καμιά δουλειά  με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της εργασίας, με την ιδιαίτερη ωφελιμότητά της ή με την ειδική αξία χρήσης με την οποία παριστάνεται. Το ίδιο είδος εργασίας μπορεί να είναι παραγωγική ή μη παραγωγική εργασία. Μια τραγουδίστρια που πουλάει για δικό της λογαριασμό το τραγούδι της είναι ένας μη παραγωγικός εργάτης. Όμως η ίδια τραγουδίστρια που την έχει προσλάβει ένας επιχειρηματίας, ο οποίος τη βάζει και τραγουδάει για να βγάλει λεφτά, είναι ένας παραγωγικός εργάτης, επειδή παράγει κεφάλαιο» («Θεωρίες για την υπεραξία», Μέρος Πρώτο, σελ. 449).

« Από μια πλευρά ένας τέτοιος μισθωτός του εμπορίου είναι όπως κάθε μισθωτός εργάτης. Πρώτο, γιατί η εργασία του αγοράζεται από το μεταβλητό κεφάλαιο του εμπόρου, και όχι από το χρήμα, που το ξοδεύει σαν εισόδημά του για ατομική κατανάλωση, και που επομένως, αγοράζεται όχι για την προσωπική εξυπηρέτηση του εμπόρου, αλλά για την αξιοποίηση του κεφαλαίου που προκατέβαλε. Δεύτερο, γιατί η αξία της εργατικής του δύναμης, επομένως και ο μισθός της εργασίας του, καθορίζεται, όπως και για όλους τους άλλους μισθωτούς εργάτες, από τα έξοδα παραγωγής και αναπαραγωγής της ειδικής του εργατικής δύναμης, και όχι από το προϊόν της εργασίας του. Όπως η απλήρωτη εργασία του εργάτη δημιουργεί άμεσα υπεραξία για το παραγωγικό κεφάλαιο, η απλήρωτη εργασία των μισθωτών του εμπορίου προμηθεύει στο εμπορικό κεφάλαιο ένα μέρος αυτής της υπεραξίας» (Μαρξ 1978-β: 370-2). «Επομένως, η εμπορική εργασία, που αγοράζεται από το εμπορικό κεφάλαιο, είναι για το κεφάλαιο αυτό άμεσα παραγωγική εργασία»

Στα Grundrisse (όπως επίσης και στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου), ο Μαρξ θεωρεί όλες τις μορφές κεφαλαίου εξίσου παραγωγικές (ως παράγουσες υπεραξία): «Ωστόσο, στο μέτρο που η ίδια η κυκλοφορία δημιουργεί κόστος και απαιτεί υπερεργασία, εμφανίζεται η ίδια να περιλαμβάνεται στην παραγωγική διαδικασία. [...] Η κυκλοφορία  μπορεί να δημιουργήσει αξία μόνο στο βαθμό που απαιτεί νέα απασχόληση ξένης εργασίας -- πέρα απ’ αυτήν που αναλώθηκε άμεσα στην παραγωγική διαδικασία» (Μαρξ 1990: 397, 416) Εντούτοις, στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ ορίζει την κυκλοφορία του κεφαλαίου ως μη-παραγωγική: «Έτσι λοιπόν, το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο (...) δεν δημιουργεί ούτε αξία, ούτε υπεραξία»

      Η θέση του ΝΠ είναι ότι όσοι δεν είναι παραγωγικοί εργαζόμενοι δεν είναι εργατική τάξη, ακόμα και αν είναι μισθωτοί .Απο τα αποσπασμάτα που αναφέραμε,πολλά από τα οποία τα αναφέρει ο ΝΠ στο βιβλίο του,αυτος συμπεραίνει(βλ.πως το τεκμηριώνει στο κοινωνικές τάξεις στον συγχρονο καπιταλισμό σελ267-274) ότι παραγωγική εργασία κάνουν μόνο όσοι ανήκουν στο συλλογικό εργαζόμενο. Άρα οι μισθωτοί της κυκλοφορίας δεν είναι παραγωγικοί εργαζόμενοι.

Στον τομέα των «ελεύθερων» επαγγελμάτων
Αυτός ο τομέας στην εποχή που έζησε ο Μαρξ δεν είχε ακόμα γνωρίσει την μισθωτή εργασία και γι’αυτό τον κατατάσσει εύλογα στους μη παραγωγικούς  καθώς δεν εμπίπτει ούτε στον γενικό ούτε στον καπιταλιστικό ορισμό για την παραγωγική εργασία. . «Κάθε φορά που αγοράζεται  εργασία όχι για να υποκατασταθεί σαν ζωντανός οργανισμός στην άξια του μεταβλητού κεφαλαίου και να ενσωματωθεί στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία αλλά για να καταναλωθεί σαν άξια χρησης,σαν υπηρεσία ,η εργασία αυτή δεν είναι παραγωγική εργασία και ο μισθωτός εργαζόμενος δεν είναι παραγωγικός εργαζόμενος και ο  κεφαλαιούχος δεν τον αντιμετωπίζει ως κεφαλαιούχος αλλά αυτό που ανταλλάσσει με την εργασία του είναι το εισόδημα του με τη μορφή χρήματος και όχι το κεφάλαιο του» Εδώ με βάση αυτόν τον ορισμό εντασσονται,οι δικηγόροι,οι γιατροί,οι καθηγητές μέχρι και οι υπηρέτες.

Αυτό όμως που στην εποχή του Μαρξ δεν μπορούσε να φάνει είναι ότι η διευρυνόμενη ανάπτυξη του ΚΤΠ σταδιακά ενέταξε και αυτά τα επαγγέλματα στις καπιταλιστικές σχέσεις παράγωγης. Σήμερα ο δικηγόρος έρχεται σε επαφή με 2 κατηγορίες καπιταλιστών. Πρώτος είναι αυτός που απλά ζητά τις υπηρεσίες του δικηγόρου είτε για ένα προσωπικό του θέμα είτε για ένα θέμα που αφόρα τους εργάτες,περίπτωση όπου ισχύουν φυσικά οι παρατηρήσεις του Μαρξ ότι οι υπηρεσίες ανταλλάσσονται με εισόδημα και όχι με μεταβλητό κεφάλαιο. Δεύτερος είναι ο καπιταλιστής-μόνιμος εργοδότης,ο ιδιοκτήτης δηλαδή μια δικηγορικής εταιρίας. Εδώ έχουμε ξεκάθαρα μια εκμεταλλευτική σχέση και το ζήτημα είναι να δούμε αν αυτός ο νέου τύπου δικηγόρος-μισθωτός μετατρέπεται σε παραγωγικό εργάτη.

Προφανώς εδώ δεν έχουν καμία θέση οι απόψεις του Μαρξ για τον συλλογικό εργάτη καθώς αυτές αφορούν την διαδικασία παράγωγης υλικών αξίων χρήσης.

Θα πρέπει εδώ να εμπιστευτούμε τον 2ο ορισμό του Μαρξ για την παραγωγική εργασία και γενικά τις θέσεις που λένε ότι στον ΚΤΠ  παραγωγικός εργαζόμενος είναι εκείνος που συμβάλλει στην αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου ανεξαρτήτως του περιεχομένου της εργασίας που κάνει(ανεξαρτήτως δηλ. της χρήσιμης άξιας που παράγει).Βεβαία όπως είπαμε πριν ο Μαρξ ποτέ δεν μίλησε για αυτά τα φαινόμενα μισθωτής εργασίας και επομένως θα πρέπει να κάνουμε αναλογική εφαρμογή και να δώσουμε διασταλτική ερμηνεία σε όσα είπε. :Παραθέτουμε ξανά ένα απόσπασμα που νομίζουμε ότι θα θεμελιώσει τους συλλογισμούς που θα ακολουθήσουν. «η παραγωγική εργασία είναι η εργασία εκείνη η οποία εξαρχής δεν έχει απολύτως καμιά δουλειά με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της εργασίας, με την ιδιαίτερη ωφελιμότητά της ή με την ειδική αξία χρήσης με την οποία παριστάνεται. Το ίδιο είδος εργασίας μπορεί να είναι παραγωγική ή μη παραγωγική εργασία. Μια τραγουδίστρια που πουλάει για δικό της λογαριασμό το τραγούδι της είναι ένας μη παραγωγικός εργάτης. Όμως η ίδια τραγουδίστρια που την έχει προσλάβει ένας επιχειρηματίας, ο οποίος τη βάζει και τραγουδάει για να βγάλει λεφτά, είναι ένας παραγωγικός εργάτης, επειδή παράγει κεφάλαιο»

 «Ενας ηθοποιός, λ.χ. ακόμα και ένας παλιάτσος, είναι επομένως ένας παραγωγικός εργάτης, όταν δουλεύει στην υπηρεσία ενός καπιταλιστή (του επι­χειρηματία), στον οποίο επιστρέφει περισσότερη εργασία, από εκείνη που παίρνει απ' αυτόν με τη μορφή του μισθού, ενώ ένας μπαλωματής ράφτης, που πάει στο σπίτι του καταταλιστή, για να του μπαλώσει τα παντελόνια του τού δημιουργεί μόνο μια αξία χρήσης, είναι ένας μη παραγωγικός εργάτης. Η εργασία του πρώτου ανταλάσσεται με κεφάλαιο, ενώ η εργασία του δεύτερου με εισόδημα. Η πρώτη δημιουργεί μια υπεραξία, με τη δεύτερη καταναλώνεται ένα εισόδημα».

«Ενας συγγραφέας είναι παραγωγικός εργάτης, όχι γιατί παράγει ιδέες, αλλά γιατί πλουτίζει τον βιβλιοπώλη, που εκδίδει τα συγγράμματα του ή γιατί είναι ο μισθωτός εργάτης ενός καπιταλιστή.
Η αξία χρήσης του εμπορεύματος, στο οποίο ενσαρκώνεται η εργασία ενός παραγωγικού εργάτη, μπορεί να είναι του πιο τιποτένιου είδους. Αυτό το υλικό χαρακτηριστικό της εργασίας δεν συνδέεται καθόλου με αυτή την ιδιότητα του, που μάλλον εκφράζει μόνο μια καθορισμένη κοινωνική σχέση πα­ραγωγής».

«Η υλική ιδιότητα της εργασίας, επομένως και του προϊόντος της, αυτή καθεαυτή δεν έχει καμιά σχέση με τη διάκριση αυτή ανάμεσα στην παραγωγική κα μη παραγωγική εργασία. Λογουχάρη, οι μάγειροι και τα γκαρσόνια ενός εστιατορίου είναι παραγωγικοί εργάτες, εφόσον η εργασία τους μετατρέπεται σε κεφάλαιο για τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου. Τα ίδια πρόσωπα είναι μη παραγωγικοί εργάτες, όταν είναι υπηρέτες σ' ένα σπίτι, εφόσον δεν δημιουργώ κεφάλαιο από την υπηρεσία τους, αλλά ξοδεύω εισόδημα. Πράγματι, τα ίδια επίσης πρόσωπα είναι για μένα, τον καταναλωτή, μη παραγωγικοί εργάτες στο εστιατόριο».

    Συμπερασματικά λοιπόν στο βαθμό που μια δικηγορική επιχείρηση λειτουργεί καπιταλιστικά(διότι μπορεί να είναι συνεργατική όπως συνηθίζεται ακόμα τουλάχιστον σε αυτά τα επαγγέλματα) δηλ κάποιος επενδύει κεφάλαιο το όποιο θέλει να το αυξήσει, εκμεταλλευόμενος άλλους που το μονό που προσφέρουν είναι η εργασία τους ως εμπόρευμα,τότε έχουμε παραγωγική εργασία.

Ένα(το πρώτο από τα δύο ζητήματα που θέσαμε πριν)  ερώτημα που μπαίνει και πρέπει να απαντηθεί για να είναι ολοκληρωμένη η θέση είναι βεβαία αν οι δικηγόροι(και οι λοιποί μισθωτοί των ελευθερίων επαγγελμάτων) παράγουν αξία και άρα η υπεραξία δεν είναι μεταφερόμενη από τον τομέα παράγωγης προϊόντων. «Ωστόσο, στο μέτρο που η ίδια η κυκλοφορία δημιουργεί κόστος και απαιτεί υπερεργασία, εμφανίζεται η ίδια να περιλαμβάνεται στην παραγωγική διαδικασία. [...] Η κυκλοφορία  μπορεί να δημιουργήσει αξία μόνο στο βαθμό που απαιτεί νέα απασχόληση ξένης εργασίας -- πέρα απ’ αυτήν που αναλώθηκε άμεσα στην παραγωγική διαδικασία» (Μαρξ 1990: 397, 416).

Αναλογικά εφαρμόζοντας αυτή τη θέση του Μαρξ θα λέγαμε(όχι χωρίς να προσκρούαμε ενδεχομένως σε άλλες διατυπώσεις του Μαρξ) ότι ο δικηγόρος παράγει άξια και φυσικά παράγει και υπεραξια.Άρα δεν υπάρχει καμία μεταφορά υπεράξιας από τον τομέα της παράγωγης. Ό,τι παράγεται και ό,τι καρπούται είναι μέσα σε αυτόν τον τομέα. Άλλωστε το επιχείρημα της μεταφερόμενης υπεραξίας θα μπορούσε να σταθεί πιο πειστικά στον τομέα της κυκλοφορίας,με την έννοια ότι με την απλήρωτη εργασία τους οι εργαζόμενοι απλά μειώνουν τα έξοδα ρευστοποίησης της υπεράξιας που παρήχθη στην παραγωγή .Όμως τα ελεύθερα επαγγέλματα δεν έχουν καμία σύνδεση ούτε με τις αξίες χρήσης, ούτε με την διαδικασία που ακολουθείται στους τομείς της παραγωγής.Ο κοινωνικός τους ρόλος δεν έχει καμία σχέση με την ρευστοποίηση υπεραξίας που παρήχθη στην παραγωγή.

Σε αντιπαραβολή με όσα προαναφέραμε ο Πουλαντζάς λέει ότι οι μισθωτοί υπάλληλοι(εννοώντας τους δικηγορους,γιατρους κτλ) παρότι τους αποσπάται υπερεργασία δεν είναι παραγωγικοί εργαζόμενοι και η υπερεργασία τους επιτρέπει στο κεφάλαιο να κάνει οικονομίες από τα εισοδήματα του για να αυξήσει τη συσσωρευμένη υπεραξία σε σχέση με την υπεραξία που καταναλώνεται ή δαπανάται σε αφανή έξοδα . Στην πραγματικότητα οι υπάλληλοι αυτοί παρεμβαίνουν εδώ στην κατανομή της υπεράξιας μέσα στο κεφάλαιο προκαλώντας μεταφορές της υπεράξιας που προήλθε από την παραγωγική εργασία προς όφελος του κεφαλαίου που ιδιοποιείται την εργατική τους δύναμη.Η εκμετάλλευση τους συγγενεύει έτσι μ’εκείνη που υφίστανται οι μισθωτοί της σφαίρας κυκλοφορίας του κεφαλαίου.

Συμπεράσματα από τους 2 ορισμούς

Τώρα για να λύσουμε το πρόβλημα με την αντιφατικότητα των 2 ορισμών(σε διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη που το λύνει ο ΝΠ) θα πρέπει να δούμε το σε ποια εργασία αναφέρονται.Ας δούμε όμως πρώτα σε ποια εργασία αναφέρεται ο Μαρξ όταν μιλά για την διαδικασία της ανταλλαγής στον ΚΤΠ. Ο Μαρξ ορίζει τη διαδικασία κοινωνικής ομογενοποίησης των ατομικών εργασιακών και παραγωγικών διαδικασιών με την εισαγωγή της έννοιας αφηρημένη εργασία: Η εργασία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι διφυής: από τη μια μεριά είναι συγκεκριμένη εργασία (εργασία που παράγει μια συγκεκριμένη αξία χρήσης, όπως και σε κάθε άλλο τρόπο παραγωγής) και από την άλλη είναι ταυτόχρονα αφηρημένη εργασία (ή εργασία εν γένει), εργασία όμοια από κοινωνική άποψη. Από εδώ πηγάζει η γενική ισοδυναμία και ανταλλαξιμότητα των προϊόντων της εργασίας, δηλαδή το ότι αυτά καθίστανται (παράγονται ως) εμπορεύματα: «H εργασία που εμπεριέχεται στην ανταλλακτική αξία είναι η αφηρημένα γενική κοινωνική εργασία, η οποία προκύπτει από την ολόπλευρη απαλλοτρίωση των ατομικών εργασιών» Αυτό σημαίνει ότι «κάθε εμπόρευμα είναι το εμπόρευμα, το οποίο εμφανίζεται έτσι αναγκαστικά ως άμεση υλική συμπύκνωση του εν γένει χρόνου εργασίας, μέσω της απαλλοτρίωσης της ιδιαίτερης αξίας χρήσης του».Η δαπάνη αφηρημένης εργασίας (εν γένει εργασίας), ή ο εν γένει χρόνος εργασίας, ρυθμίζει επομένως και το μέγεθος της αξίας των εμπορευμάτων.

Η αφηρημένη εργασία είναι και ο τρόπος για να απαντήσουμε στους 2 ορισμους.Αν δηλαδή η εργασία του χειρωνακτα,του μηχανικου,του εμπορουπαλληλου,του δικηγόρου και του ερευνητή σε μια εταιρία έχουν κάτι το κοινό, είναι ότι όλες είναι αφηρημένη κοινωνική εργασία(αυτός ο χαρακτηρισμός όλων αυτών των διαφορετικών ειδών εργασίας ως αφηρημένη δεν παραγνωρίζει την διάκριση διανοητικής και χειρονακτικής εργασίας, απλά όσον αφόρα την κερδοφορία του καπιταλιστή και τα 2 ειδή εργασίας παίζουν τον ίδιο ρόλο, την επαυξάνουν) η οποία στον ΚΤΠ δεν έχει καμία σημασία το ποια άξια χρήσης παράγει. Από αυτήν την άποψη κάθε εργασία που ανταλλάσσεται με μεταβλητό κεφάλαιο καθίσταται παραγωγική εργασία και η υπεραξία που αντλείται δεν είναι μεταφορά της υπεράξιας που παρήχθη στον τομέα της παράγωγης (και γλύτωμα εξόδων στον τομέα της ρευστοποίησης) αλλά απομύζηση της υπερεργασίας στον κάθε τομέα, η οποία δημιουργεί για κάθε τομέα υπεραξία.Συμπερασματικά όποια εργασία ανταλλάσσεται με μεταβλητό κεφάλαιο έχει ως σκοπό να το αυξήσει και άρα συμβάλλει στην αναπαραγωγή του. Αυτή λοιπόν η εργασία είναι στο εξής για τον καπιταλιστικό τρόπο παράγωγης παραγωγική εργασία και όσοι την εκτελούν παραγωγικοί εργαζόμενοι.Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι παραγωγικοί εργαζόμενοι ανήκουν τελικά στην εργατική τάξη.

Οι ανώτεροι διευθυντές παρόλαυτα δεν κανουν παραγωγική εργασία γιατί η εργασία τους δεν είναι αυτή που υπεραξιώνει το κεφάλαιο,γιατί δεν ανταλλάσσεται με μεταβλητό κεφάλαιο αλλά με εισόδημα.Ανταλλάσσεται με εισόδημα γιατί ασκεί εξουσίες από τις σχέσεις κατοχής και άρα δεν ανήκει καν στην πλευρά των εκμεταλλευομένων αλλά των αστών.

OΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΚΟΥ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Άπαξ τώρα και προσδιοριστούν οι παραγωγικοί εργαζόμενοι πρέπει να κάνουμε το ξεκαθάρισμα ανάμεσα σε αυτούς,διότι δεν είναι όλοι εργατική τάξη.Θα εξετάσουμε(παρουσιάζοντας την οπτική του ΝΠ) ποιοι από τους παραγωγικούς εργαζόμενους λόγω του ότι αναπαράγουν τις πολιτικές και ιδεολογικές κυρίαρχες σχέσεις μέσα στην παραγωγική διαδικασία δεν μπορούν να ενταχθούν αντικειμενικά στην εργατική τάξη.
1)Η εποπτική εργασία.
Ο ταξικός δομικός προσδιορισμός εκτείνεται και στις πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις που εντοπίζουν τη θέση της εργατικής τάξης στο σύνολο του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Παρότι λοιπόν το κύριο είναι οι οικονομικές σχέσεις και οι άλλες 2 σχέσεις επηρεάζουν την τάξη στην οποία ανήκει κάποιος.
Πρέπει να επαναλάβουμε και να εμπλουτίσουμε  κάποια στοιχεία που θα καθοδηγήσουν την πορεία της σκέψης μας:
  1. Η εργασιακή διαδικασία δεν υπάρχει καθεαυτή σαν αυτόνομο πεδίο παραγωγικών δυνάμεων αλλά πάντα υπό καθορισμένες κοινωνικές μορφές,συναρθρωμένη κυρίως με καθορισμένες σχέσεις παραγωγης:μαλιστα αυτό που δίνει στην συνάρθρωση τους μορφή παραγωγικής διαδικασίας είναι η κυριαρχία των σχέσεων παράγωγης πάνω στην εργασιακή διαδικασία.
  2. Μάλιστα ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας είναι εκείνος που εξουσιάζει τον τεχνικό καταμερισμό της μέσα στην παραγωγική διαδικασία
  3. Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασιακής διαδικασίας σχετίζεται άμεσα με τους πολιτικούς και ιδεολογικούς ορούς που υπάρχουν μέσα στην διαδικασία της παράγωγης

Οι παρατηρήσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ανάλυση ορισμένων εργασιών οι οποίες είναι παραγωγικές γιατί εμπλέκονται άμεσα στην υλική παραγωγική διαδικασία και στη δημιουργία της υπεράξιας.
Καταρχάς ο ίδιος ο Μαρξ δίνει έναν ορισμό για τη διπλή φύση της διευθυντικής και εποπτικής εργασίας:
 «Η διευθυντική και εποπτική εργασία εμφανίζεται κατανάγκη  κάθε φορά που η άμεση παραγωγική διαδικασία παίρνει την μορφή μιας κοινωνικά συνδυασμένης διαδικασίας και που δεν είναι η απομονωμένη εργασία των ανεξάρτητων παραγωγων.Εχει όμως διπλή φύση.
«Αφενός σ’όλες τις εργασίες όπου συνεργάζονται πολλά άτομα,η  γενική συνάφεια και ενότητα της διαδικασίας εκφράζεται κατανάγκη σε μια διευθυντική θέληση,  σε λειτουργίες που δεν αφορούν τις τμηματικές εργασίες,αλλα τη συνολική δραστηριότητα του εργαστηρίου,όπως γίνεται με έναν διευθυντή ορχήστρας.Πρόκειται για μια παραγωγική εργασία που πρέπει να εκτελείται σε κάθε συνδυασμένο σύστημα παράγωγης.
«Αφετέρου,…η εποπτική αυτή εργασία είναι αναγκαία σε όλους τους τρόπους παράγωγης που βασίζονται στην αντίθεση ανάμεσα στον εργάτη,σαν άμεσο παραγωγο,και στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγης.Οσο μεγαλύτερη είναι αυτή η αντιθεση,τοσο σημαντικότερος είναι και ο ρόλος που παίζει η εποπτική εργασια.Φτανει επομένως το κορύφωμα της στο δουλοκτητικό συστημα.Αλλα είναι εξίσου απαραίτητη και στο καπιταλιστικό σύστημα γιατί η παραγωγική διαδικασία σ’αυτό είναι συγχρόνως διαδικασία κατανάλωσης της εργατικής δύναμης από τον κεφαλαιούχο.»Από την τελευταία αυτή άποψη συμπεραίνει ο Π ότι η εποπτική εργασία αντιστοιχεί στα αφανή έξοδα της παράγωγης,αν και αυτό το συμπέρασμα έρχεται σε αντίθεση με το ότι ο ιδιος ο Μαρξ κατατάσσει τους επόπτες στον συλλογικό εργαζόμενο
Στον ΚΤΠ η οικονομική κυριότητα και η κατοχή των μέσων παράγωγης ανήκουν στον κεφαλαιοκράτη και οι άμεσα εργαζόμενοι είναι τελείως αποκομμένοι από τα μέσα παραγωγής.Αυτές ακριβώς οι σχέσεις παραγωγής είναι που γενούν την ανάγκη για εποπτεία και συντονισμό και δείχνουν ότι δεν υπάρχει καταμερισμός των εργασιών που να αντιστοιχούν σε καθαρά τεχνικές ανάγκες της παράγωγης.Η καπιταλιστική διευθυντική εργασία δεν είναι μια τεχνική εργασία αλλά είναι αποτέλεσμα του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας
«Κατά τον Μαρξ η καπιταλιστική διεύθυνση έχει διπλή οψη,επειδή το αντικείμενο που έχει να διευθύνει είναι από την μια μερια,συνεργασιακη παραγωγική διαδικασία και από την άλλη διαδικασία παράγωγης υπεραξίας μορφή αυτή διεύθυνσης γίνεται κατανάγκη  δεσποτική.» Αυτή η καπιταλιστική διεύθυνση και εποπτεία(ο δεσποτισμός του εργοστάσιου κατά τον Μαρξ) είναι η άμεση αναπαραγωγη,μεσα στην ίδια την παραγωγική διαδικασια,των πολίτικων σχέσεων μεταξύ κεφαλαιοκρατικής και εργατικής ταξης.Βέβαια ξεκαθαρίζει ο Π ότι αυτές οι πολιτικές σχέσεις υπάρχουν και αναπαράγονται στην παραγωγική διαδικασία και δεν ταυτίζονται με εκείνες που δημιουργούνται  μέσα στο κράτος και τους μηχανισμούς του.
Το ζήτημα πλέον είναι με βάση τα παραπάνω να προσδιορίσουμε τον ταξικό προσδιορισμό των εποπτών και των λοιπών που ασκούν παρόμοιες αρμοδιότητες.Οι φορείς αυτοί λοιπόν δεν ανήκουν κατά τον Π στην εργατική τάξη διότι παρά τον άμεσα παραγωγικό τους ρόλο,υπερτερούν οι πολιτικές σχέσεις που πραγματοποιούν μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας .Κύρια επομένως λειτουργία τους είναι η «συλλογή» υπεραξίας. Ασκούν εξουσίες που απορρέουν από τη θέση του κεφαλαίου,το όποιο ιδιοποιείται την «διευθυντική λειτουργία» της εργασιακής διαδικασίας.Με τα λόγια του Μαρξ «Ο κεφαλαιούχος αρχίζει με το να απαλλάσσεται από τη χειρωνακτική εργασία.Ύστερα όταν το κεφάλαιο μεγαλώσει,και μαζί μ’αυτό η συλλογική δύναμη που εκμεταλλεύεται,παραιτείται από τη λειτουργία της άμεσης επόπτευσης των εργατών και τη μεταβιβάζει σε ένα ιδιαίτερο είδος μισθωτών».
Βεβαία ο Π προβαίνει στη διάκριση ανάμεσα στα εκτελεστικά όργανα και τους Μάνατζερς,διοτι αυτοί μπορούν να ασκούν εξουσίες που απορρέουν από τις σχέσεις κυριότητας και κατοχής.Αυτές οι 2 σχέσεις είναι κατά την αλτουσεριανή θεωρία των κοινωνικών τάξεων εκείνες που προσδιορίζουν την αστική τάξη.Οι μάνατζερ ανήκουν στην αστική τάξη ακόμα και αν δεν τους ανήκουν μέσα παραγωγης.Αντίθετα οι φορείς για τους οποίους κάνουμε εμείς λόγο είναι απλοί εκτελεστές,εκμεταλλευόμενοι από το κεφάλαιο και πουλάνε την εργατική τους δύναμη αμειβόμενοι με μεταβλητό κεφάλαιο.Οι μάνατζερ αμείβονται συνήθως από τα κέρδη της επιχείρησης.

2)Χειρωνακτική και διανοητική εργασία
Μέχρι τώρα μιλήσαμε για τις πολιτικές σχέσεις στον καταμερισμό της εργασίας και τη δημιουργία σχέσεων κυριαρχίας στο εργοστάσιο,το λεγόμενο δεσποτισμό του εργοστασίου.Τώρα θα μιλήσουμε για τις ιδεολογικές σχέσεις(στη συνάρθρωση τους με τις πολιτικές) που δημιουργούν περαιτέρω διαχωρισμούς ανάμεσα στους παραγωγικούς εργαζόμενους.
Για το μαρξισμό ο διαχωρισμός χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας(στο εξής χ-δ) δεν συμπίπτει με το διαχωρισμό παραγωγικής και μη εργασίας παρότι υπάρχουν βεβαίως επικαλύψεις.Αυτό τεκμηριώνεται από τους συλλογισμούς του Μαρξ για το συλλογικό παραγωγικό εργάτη(το σχετικό απόσπασμα έχει ήδη αναφερθεί όταν εξετάζαμε την παραγωγική εργασία) κατά την ίδια την ανάπτυξη της καπιταλιστικής παράγωγης.
Ο Π προσπαθεί να διορθώσει μιαν αντίληψη η οποία βασίζεται στην έννοια του συλλογικού  εργαζομένου και μιλά για ξεπέρασμα του χάσματος δ-χ εργασίας με το να μετατρέπονται οι επιστήμονες σε εργάτες.Ο Π για να τεκμηριώσει την αντίθεση του αναφέρει ότι από το έργο του Μαρξ προκύπτουν 2 συμπεράσματα:1.η κοινωνικοποίηση των εργασιακών διαδικασιών στον καπιταλισμό είναι εκείνη που κάνει να εμφανίζεται ο συλλογικός παραγωγικός εργαζόμενος.  2. παρολαυτά η ιδία η κοινωνικοποίηση βαθαίνει ταυτόχρονα τον διαχωρισμό μεταξύ δ-χ εργασίας,διότι πρόκειται όχι για ουδέτερη αλλά για την καπιταλιστική κοινωνικοποίηση της εργασίας.Αυτή είναι και η κύρια άποψη που θα τεκμηριώσει στη συνεχεία και θα την αναπτύξει.
Παραθέτει ένα απόσπασμα από τον Μαρξ το όποιο λέει «όσο η εργασιακή διαδικασία είναι καθαρά ατομική,ο ίδιος ο εργάτης συνενώνει όλες τις λειτουργίες που,κατοπι,χωριζονται…Αργότερα αυτές χωρίζονται μέχρι να φτάσουν να γίνουν ανταγωνιστικές μεταξύ τους.Το προϊόν μετατρέπεται γενικά από άμεσο προϊόν των ατομικών παραγώγων σε κοινωνικό και κοινό προϊόν του συλλογικού εργαζομένου...» Σχολιάζοντας το κείμενο αυτό θα παρατηρούσαμε ότι ο Μαρξ ενσωματώνει τόσο την άποψη ότι η διανοητική εργασία αποτελεί μέρος του συλλογικού εργαζομένου όσο και το ότι αντί με την κοινωνικοποίηση να μειώνεται το χάσμα δ-χ,αυτό   σε πείσμα όλο και βαθαίνει και μάλιστα για τους ίδιους λόγους.
Αναφέρουμε την άποψη που θα επιχειρήσει να αποδείξει ο Νίκος Πουλαντζάς:
«Ο διαχωρισμός δ-χ εργασίας δεν είναι απόρροια του τεχνικού καταμερισμού της εργασίας αλλά αποτελεί μέσα σε κάθε ταξικό τρόπο παραγωγης,τη συμπυκνωμένη έκφραση της συνάφειας των πολίτικων και ιδεολογικών σχέσεων στη συνάρθρωση τους με τις σχέσεις παράγωγης.»
Ας δούμε πως την τεκμηριώνει: Καταρχάς η παραγωγική εργασία όπως είδαμε δεν ταυτίζεται με την χειρωνακτική και παρότι ο Μαρξ δίνει σε πολλά σημεία ορισμούς για την πρώτη, για την δεύτερη από την άποψη της παραγωγικής διαδικασίας και της εργασιακής διαδικασίας δεν δίνει έναν γενικό ορισμό . Αυτό οφείλεται στο ότι ο διαχωρισμός δ-χ εργασίας είναι απλώς το σχήμα που παίρνουν οι πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες μέσα στην ίδια την διαδικασία. Άρα το περιεχόμενο του διαχωρισμού τους εξαρτάται από τον δοσμένο τρόπο παράγωγης.
Στον ΚΤΠ η εξέλιξη του δίπολου δ-χ εργασία πάει μαζί με την μετάβαση από την μανιφακτούρα στην μεγάλη βιομηχανία όπου η επιστήμη μετατρέπεται σε παραγωγική δύναμη ανεξάρτητη από την εργασία και την επιστρατεύει στην υπηρεσία του κεφαλαίου.Είναι ίδιον του ΚΤΠ να χωρίζει τις διάφορες εργασίες,επομένως και τις χειρωνακτικές από τις διανοητικές.
Η  διανοητική εργασία δεν ταυτίζεται με την επιστήμη.Παρόλαυτά η επιστήμη είναι κομμάτι της διανοητικής εργασίας.Θα ασχοληθούμε με τους επιστήμονες,που συμμετέχουν στην παραγωγική εργασία, τους μηχανικούς και τους τεχνικούς.
2α)Μηχανικοί,Τεχνικοί
Ιδεολογικές σχέσεις
Η επιστήμη ποτέ δεν είναι ουδέτερη αλλά πάντα υποταγμένη στην κυρίαρχη ιδεολογία.Η βασική ερευνά εξαρτάται από  πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες.Οι μηχανικοί και τεχνικοί που μας ενδιαφέρουν εφαρμόζουν τις τεχνολογικές εφαρμογές των επιστημονικών γνώσεων στη διαδικασία της υλικής παραγωγης.Οι τεχνολογικές αυτές εφαρμογές υπηρετούν την ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας,μιας και οι παραγωγικές δυνάμεις δεν υπάρχουν παρά μόνο υπό την κυριαρχία των σχέσεων παράγωγης.Ο Μπαλιμπάρ λέει: «Η ανάπτυξη της τεχνολογίας στον καπιταλισμό δεν είναι εξωτερική προς την ιστορία της κοινωνικής σχέσης παραγωγής. Η ειδικά καπιταλιστική μορφή εκμετάλλευσης της εργασίας είναι αυτό που ο Μαρξ ονομάζει παραγωγή «σχετικής υπεραξίας». Η προσαρμογή της εργασιακής δύναμης στις τεχνικές εκείνες που βασίζονται στην εφαρμογή των φυσικών επιστημών παράγει κεφαλαιοποιήσιμη υπερεργασία μόνον εφ' όσον τείνει ταυτόχρονα στην άνοδο της κοινωνικής παραγωγικότητας της εργασίας και την ατομική της εντατικοποίηση. Το γεγονός ακριβώς αυτό απονέμει, παρά τις περισσότερο ή λιγότερο οργανωμένες εργατικές αντιστάσεις, μια ιδιαίτερη «ποιότητα» στην εργασιακή δύναμη και προσανατολίζει σε συνάρτηση προς την εκμετάλλευση την ίδια τη σχεδίαση των μηχανών και των τεχνολογικών συστημάτων (αφού κάθε τεχνολογικό σύστημα είναι ένα «σύστημα ανθρώπων μηχανών» εξαρτώμενο όχι μόνο από κάποια επιστημονική θεωρία αλλά ,και από τις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξης τους).».Άλλωστε οι ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οφείλεται στον ανταγωνισμό των ίδιων των καπιταλιστών,υποτάσσεται δηλ. στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Το ζήτημα λοιπόν της κριτικής του Πουλαντζά είναι ότι δεν υπάρχει κάποιος εγγενής λόγος της παράγωγης ώστε οι εφαρμογές αυτές να παίρνουν την μορφή διαχωρισμού δ-χ εργασίας,μιας και η επιστήμη σε τελευταία ανάλυση είναι το αποτέλεσμα της συσσωρευμένης πείρας των ίδιων των αμέσων εργαζομένων. Προυποθέτει βέβαια η επιστήμη και μια ιδιαίτερη εργασία επιστημονικής συστηματοποίησης και επιστημονικού πειραματισμού που φυσικά δεν είναι άμεσα εμπειρική .Όμως το ουσιώδες είναι ότι μόνο με την καπιταλιστική της μορφή η ιδιαίτερη αυτή εργασία υπάρχει στο πλαίσιο του διαχωρισμού δ-χ εργασίας. Κρίσιμη έννοια που εισάγει εδώ ο Π. είναι το μονοπώλιο της γνώσης,μορφή καπιταλιστικής ιδιοποίησης των επιστημονικών γνώσεων και αναπαραγωγής των σχέσεων ιδεολογικής κυριαρχίας με τον αποκλεισμό από τη γνώση της μιας πλευράς,δηλ των εργατών.
Ένα πρώτο λοιπόν συμπέρασμα είναι ότι κάθε εργασία που παίρνει τη μορφή μιας γνώσης και από την οποία οι άμεσα εργαζόμενοι έχουν αποκλειστεί πέφτει προς τη μεριά της διανοητικής εργασίας στην ίδια την καπιταλιστική παράγωγη.

Πολιτικές σχέσεις

Όσον αφόρα τις πολιτικές σχέσεις θα λέγαμε ότι οι μηχανικοί και οι τεχνικοί με τις τεχνολογικές εφαρμογές τους εμπλέκονται στις πολιτικές σχέσεις της διεύθυνσης και της εποπτείας της εργασιακής διαδικασίας. Αυτό γίνεται συνήθως μόνο με έμμεσο τρόπο,με το να είναι οι εργαζόμενοι υποταγμένοι στους ρυθμούς και στον τρόπο εργασίας που τους επιβάλλουν  οι τεχνολογικές εφαρμογές των μηχανικών.Μαρξ«ο χωρισμός των πνευματικών δυνάμεων του προτσές παραγωγής από τη χειρωνακτική εργασία» που μετατρέπει τις πρώτες «σε δυνάμεις κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία».Με άμεσο τρόπο γίνεται μέσω της διευθυντικής και εποπτικής εργασίας που την αναλαμβάνουν οι ίδιοι οι μηχανικοί.Η διανοητική εργασία αποκομμένη από την χειρωνακτική αποτελεί την άσκηση των πολίτικων σχέσεων μέσα στο δεσποτισμό του εργοστασίου,σχέσεων που νομιμοποιούνται από το μονοπώλιο και το μυστικό της γνώσης,δηλ την αναπαραγωγή των ιδεολογικών σχέσεων κυριαρχίας και υποταγμένοι στις πολιτικές σχέσεις νομιμοποιούνται και περιβάλλονται από την επικρατούσα ιδεολογία.
    Μάλιστα στο βαθμό που οι ιδεολογικές σχέσεις ,οι οποίες έγκεινται στο μυστικό της γνώσης, νομιμοποιούν τις πολιτικές οι οποίες αναπαράγουν τις σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής και είναι αναγκαίες για κάθε συνεργασιακή διαδικασία, τότε και η εποπτική και διευθυντική εργασία εντάσσονται στην διανοητική εργασία.

Ταξικός δομικός προσδιορισμός

Όπως γνωρίζουμε ένας τρόπος παραγωγής αποτελείται από 3 βαθμίδες.Η βαθμιδα του οικονομικού προσδιορίζει τι είναι θα είναι σε κάθε περίπτωση το κύριο.Στους μηχανικούς και τεχνικούς το κύριο είναι η αναπαραγωγή μέσω του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας των ιδεολογικοπολιτικών θέσεων.Δεν ανήκουν επομένως οι τεχνικοί και μηχανικοί στην εργατική τάξη γιατί στη θέση που κατέχουν μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας αντανακλούν τις ιδεολογικές και πολιτικές σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής της εργατικής τάξης στο κεφαλαιο και αυτή η πλευρά του ταξικού προσδιορισμού είναι η κυρίαρχη.

Ταξικό φράγμα ανάμεσα στους τεχνικούς,μηχανικούς και στους εργάτες

Καταρχάς υπάρχει ταξικό φράγμα ανάμεσα στους μηχανικούς και τεχνικούς και την εργατική τάξη.Αυτό προκύπτει από το διαχωρισμό διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας και στο ότι παρόλες τις διαφορές μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων σε ειδικευμένους και ανειδίκευτους δεν ασκούν ο ένας στον άλλον διεύθυνση και εποπτεία κάτι που φυσικά αποτελεί το χάσμα ανάμεσα σε αυτούς και τους τεχνικούς και μηχανικούς.
Επίσης μια ακόμα ένδειξη για να γίνει αντιληπτό το ταξικό φράγμα είναι και οι μισθοί.Η μεγάλη διάφορα ανάμεσα στον εργάτη και τον τεχνικό δεν αντιστοιχεί τόσο σε πραγματικές διαφοροποιήσεις του κόστους αναπαραγωγής και συντήρησης της εργατικής δύναμης αλλά σε πολιτικές συνιστώσες.Ακόμα λοιπόν και οι μισθολογικές διαφορές αντιστοιχούν κατά ένα μέρος μόνο σε πραγματικές διαφορές ενώ τα υπόλοιπα αντιστοιχούν στα αφανή έξοδα του κεφαλαίου για την αναπαραγωγή των ιδεολογικών συνθηκών απόσπασης της υπεράξιας και για τα διευθυντικά και εποπτικά καθήκοντα της εργασιακής διαδικασίας και συμπίπτει έτσι με το ταξικό φράγμα.

Αντιθέσεις μέσα στους κόλπους της τάξεις των τεχνικών, μηχανικών

Αυτές προκύπτουν κυρίως στη σχέση τους με το κεφάλαιο.Καταρχάς είναι και αυτοί εκμεταλλευόμενοι,αφού ένα μέρος της εργασίας τους μεταλλάσσεται σε κεφάλαιο.Για να αντιληφθούμε τις εσωτερικές αντιθέσεις των τεχνικών και μηχανικών πρέπει να δούμε την κατάσταση των φορέων στη συνάρθρωση των πολίτικων και ιδεολογικών σχέσεων στο εσωτερικό της διανοητικής εργασίας.Μάλιστα μπορούμε να πούμε ότι όσον αφόρα τη διανοητική εργασία στο σύνολό της,η αναπαραγωγή αυτή είναι πολύ πιο εντατική απ΄ο,τι στο πεδίο της χειρωνακτικής εργασίας γιατί οι «φαντασματικοί δίαυλοι του μυστικού της γνώσης βρίσκουν εδώ κατά κάποιον τρόπο, τον εκλεκτό τους τόπο.Η ίδια η διανοητική εργασία έχει την τάση να παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά του τεμαχισμού που παραουσιάζει η χειρωνακτική εργασία,μέχρι το σημείο να παίρνει συχνά την όψη μιας «αλυσιδωτής διανοητικής εργασίας».Οι κατώτεροι τεχνικοί υποτάσσονται και αυτοί στο μυστικό της γνώσης που το κρατούν οι διευθυντικές βαθμίδες.Αυτό προκύπτει κυρίως απο την διαφοροποίηση των βαθμίδων επαγγελματικής καταρτισης,πχ. στην Ελλάδα με τα Πολυτεχνεία και τα αντίστοιχα ΤΕΙ.Για τον Αλτουσέρ το σχολείο είναι ο κύριος ΙΜΚ.