Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ουσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ουσία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Για την Ταυτότητα από την διδασκαλία της Ουσίας


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΟΙ ΟΥΣΙΟΤΗΤΕΣ Ή ΟΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΊ ΤΗΣ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗΣ

Η ανασκόπηση είναι το εμφαίνεσθαι της ουσίας μέσα στον εαυτό της. Η ουσία είναι μια κίνηση μέσα από διαφορετικές βαθμίδες(ταυτότητα,διαφορά,αντίφαση) ,ως απόλυτη διαμεσολάβηση με τον εαυτό της.


Παρατήρηση

Οι προσδιορισμοί της ανασκόπησης είχαν την ισχύ καθολικών νόμων της νόησης, οι οποίοι αποτελούν το θεμέλιο κάθε νόησης και έχουν τρία βασικά χαρακτηριστικά: είναι «απόλυτοι στον εαυτό τους», «μη αποδείξιμοι» και αποδεκτοί άμεσα και αναντίρρητα από κάθε νόηση, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο αυτή τους συλλαμβάνει.
Η πρώτη πρόταση είναι η αρχή της ταυτότητας: «καθετί είναι ίσο προς τον εαυτό του ή Α=Α.» Η πρόταση αυτή για την τυπική λογική μπορεί να λάβει και την ακόλουθη διατύπωση ως αρχή πλέον της «μη αντίφασης» δίχως να αλλάζει διόλου το νόημα της: «Α δεν μπορεί ταυτόχρονα να είναι και να μην είναι Α». Θα δούμε στη συνέχεια ότι για τον Χέγκελ ανάμεσα στις δύο προτάσεις υπάρχει μία κλιμάκωση, που προετοιμάζει την μετάβαση στην επόμενη αρχή, αυτή της διαφοράς.


Ο Χέγκελ αναρωτιέται γιατί δεν θα μπορούσαν να ισχύουν ως απόλυτοι νόμοι της νόησης οι προσδιοριστικότητες της σφαίρας του Είναι(«καθετί είναι, καθετί έχει ένα προσδιορισμένο είναι κτλ). Την απάντηση τη δίνει ο ίδιος λέγοντας ότι «μια προσδιοριστικότητα του Είναι ουσιαστικά είναι μια μετάβαση στο αντί-θετο∙ η αρνητική [προσδιοριστικότητα] κάθε προσδιοριστικότητας είναι τόσο αναγκαία όσο η τελευταία τούτη∙ Καθόσον άμεσες προσδιοριστικότητες η καθεμία φέρεται αντιμέτωπη άμεσα προς την άλλη…Αμφότερες παρουσιάζονται με την ίδια αναγκαιότητα και ως άμεσες καταφάσεις είναι τουλάχιστον εξίσου ορθές.»97,98 Το καθαρό Είναι είναι Μηδέν, η πραγματικότητα(Realitat), άρνηση κ.ο. Έτσι λόγω της ιδιοτυπίας του Είναι ,δεν μπορούμε να εξάγουμε καθολικά εφαρμοζόμενες, αναμφισβήτητες και απόλυτα αληθείς προτάσεις, διότι «αν προσπαθούσαμε να βασίσουμε ένα καθολικό νόμο σε κάθε κατηγορία , αυτοί οι νόμοι ευθέως θα αντέφασκαν μεταξύ τους»(104, mctaggart, υπογρ. δική μου) .
«Οι προσδιορισμοί-ανασκόπησης ,απεναντίας ,δεν είναι ποιοτικού τύπου»98. Η ιδιαιτερότητά τους σε σχέση με τους αντίστοιχους του Είναι έγκειται στο ότι αυτοί δεν αναφέρονται σε άλλο αλλά στον ίδιο τον εαυτό τους. Είναι ανασκόπηση εντός εαυτού.
Στο σημείο αυτό ο Χέγκελ κάνει μία σύγκριση ανάμεσα στην πρόταση και την κρίση ,την οποία θα βρούμε και στην Διδασκαλία περί της Έννοιας στο κεφάλαιο για την «κρίση». Αναφέρει λοιπόν  ότι «με το να είναι προσδιοριστικότητες, που είναι στον εαυτό τους σχέσεις, περιέχουν ήδη μέσα τους αναλογικά(insofern) τη μορφή της πρότασης. Γιατί η διαφορά της πρότασης από την κρίση έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι στην πρώτη το περιεχόμενο αποτελεί την ίδια τη σχέση ή ότι αυτό είναι μια ειδική σχέση(bestimmte, προσδιορισμένηΣε μια πρόταση του τύπου «τά παιδία παίζει ζατρίκιον» , το περιεχόμενο βρίσκεται στο ρήμα, στην σχέση ,στην σύνδεση ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο. «Η κρίση, αντίθετα, μεταθέτει το περιεχόμενο στο κατηγόρημα ως μια καθολική προσδιοριστικότητα, η οποία είναι για τον εαυτό της και είναι διαφορετική από τη σχέση της, από το απλό συνδετικό(Kopula)». Σε μια κρίση το ρήμα είναι  κάτι ουδέτερο και αδιάφορο και όλοι προσδοκούν το κατηγορούμενο που θα ακολουθήσει. Το υποκείμενο είναι κάτι «ήρεμο» που λειτουργεί ως «στήριγμα» στα εκάστοτε κατηγορούμενα. Η κρίση χωρίζει «τον προσδιορισμό τον ίδιο και την αναφορά του σε ένα υποκείμενο». Αν λοιπόν η βασική διαφορά ανάμεσα στην πρόταση και στην κρίση έγκειται στο ότι στην πρώτη «το περιεχόμενο αποτελεί την ίδια τη σχέση», τότε μπορούμε να αντιληφθούμε γιατί μια πρόταση του τύπου Α είναι Α, μια ανασκοπική πρόταση ,δεν περιέχει ένα «ήρεμο» υποκείμενο και ένα καθολικό κατηγορούμενο αλλά πρόκειται για αυτοαναφορά ή το περιεχόμενο είναι η σχέση τους.

1η παρέκβαση
Κρίση-Πρόταση στην «Διδασκαλία περί της Έννοιας»

Στην Φαινομελογία δεν προσδιορίζεται η τεχνική(ποιοτική) διαφορά ανάμεσα στην πρόταση και την κρίση. Ο Χέγκελ εκεί εξέτασε απλώς την πρόταση ως πιο γενική μορφή από την κρίση(Φ. 185). Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι γραμματικά η πρόταση έχει όπως και η κρίση υποκείμενο και κατηγορούμενο(Έννοια, 229).  «Για να είναι κρίση χρειάζεται το κατηγορούμενο να σχετίζεται με το υποκείμενο, έτσι όπως σχετίζονται οι προσδιορισμοί-έννοιας, δηλαδή ως ένα καθολικό με ένα μερικό ή ενικό.»(Έννοια 229). Στην πρόταση υπάρχει ο συνδυασμός 2 εννοιών∙ αυτό που της λείπει και είναι το ουσιώδες γνώρισμα της κρίσης είναι η διαφορά των προσδιορισμών της(230). Η σύνδεση δίχως τη διαφορά είναι εξωτερική. Η σχέση της πρότασης με την κρίση μας θυμίζει την διαφορά ανάμεσα στην ταυτότητα που έχει επιστρέψει στον εαυτό της από τη διαφορά και στην ταυτότητα της τυπικής λογικής που είναι μια «απόλυτη φλυαρία»(108 Ουσία). Η πρόταση είναι ταυτολογική, ενώ η κρίση φέρει την διαφορά των προσδιοριστικοτήτων εντός της ενότητας. «Εάν ό,τι λέγεται για ένα ενικό υποκείμενο δεν εκφράζει το ίδιο παρά κάτι το ενικό, τότε αυτό είναι μια σκέτη πρόταση. Για παράδειγμα , ««ο Αριστοτέλης πέθανε σε ηλικία 73 ετών, στο 40 έτος της 115ης Ολυμπιάδας», είναι σκέτη πρόταση και καμία κρίση.»(229). Ουσιαστικά το κατηγορούμενο είναι «φωτογραφικό» του υποκειμένου και επομένως κατά βάση δεν διαφέρει από μια πρόταση του τύπου 2Α = Α+Α. Αντίθετα αν το ενικό-υποκείμενο συνοδευόταν από ένα αβέβαιο κατηγορούμενο, τότε λόγω της διαφοράς προσδιορισμών θα ανερχόμασταν στο επίπεδο της κρίσης. Όπως επισημαίνει ο Τζωρτζόπουλος «Η κρίση εμπεριέχει τη θεμελιακή σκέψη προς κατανόηση της θεωρησιακής ή φιλοσοφικής πρότασης ως της εννοιακά αυτοκινούμενης σκέψης».


Παρατηρούμε πως η αναφορά του Χέγκελ στην «Διδασκαλία περί της Ουσίας» παρότι από διαφορετική σκοπιά, καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα. Η πρόταση είναι ταυτολογική ,ενώ η κρίση εμπεριέχει στη φύση της την διαφορά. Στη διαλεκτική του Χέγκελ κομβικό ρόλο διαδραματίζουν οι μεταβάσεις. Από αυτή την άποψη όπως θα διαπιστώσουμε αμέσως παρακάτω η πρόταση καταλύεται όταν απολυτοποιεί την στιγμή της ταυτότητας(και αφήνει εκτός την διαφορά).
Η ανάδειξη των προτάσεων αυτών σε καθολικούς νόμους, τους προσδίδει μια «σφαλερή πλευρά» και τις υποβαθμίζει στη σφαίρα του Είναι. Η κατευθυντήρια φράση της εγελιανής κριτικής είναι ότι «οι προσδιορισμοί-ανασκόπησης πρέπει να εξεταστούν καθεαυτές και δια εαυτές». Το σφάλμα έγκειται στην απολυτοποίηση από την τυπική λογική(διάνοια) της «αναφοράς στον εαυτό», η οποία[αναφορά] απομονωμένη από το «έτερο» μετατρέπει τον προσδιορισμό-ανασκόπησης σε ποιοτικό προσδιορισμό, δηλ. σε εννοιακό-προσδιορισμό[1] που ανήκει στο Είναι. Στο σημείο αυτό ανακύπτουν τα δύο πρώτα δίπολα: παραδοσιακή πρόταση-θεωρησιακή πρόταση, διατήρηση-μετάβαση.


2η παρέκβαση: Θεωρησιακή πρόταση-παραδοσιακή πρόταση

Φαινομενολογία σελ 185
Στην Φαινομενολογία ο Χέγκελ εισάγει τον όρο «θεωρησιακή πρόταση»(που λίγες γραμμές παρακάτω την αναφέρει και ως «φιλοσοφική πρόταση»). Η τελευταία όπως ισχυρίζεται «καταστρέφει» την φύση της κρίσης ή της πρότασης εν γένει. Σε αυτό το στάδιο τον Χέγκελ δεν τον ενδιαφέρει η διαφορά της κρίσης από την πρόταση και αρκείται στην κοινή δομή τους(υποκειμένο-κατηγορούμενο). Μάλιστα επιλέγει να χρησιμοποιήσει την λέξη «πρόταση» αντί της «κρίσης».
Στην παραδοσιακή πρόταση «το υποκείμενο λαμβάνεται ως σταθερό σημείο, στο οποίο προσδέθηκαν , σαν στο στήριγμά τους, τα κατηγορούμενα, με μια κίνηση, που ανήκει στον έχοντα γνώση αυτού του υποκειμένου και η οποία[γνώση] ως εκ τούτου δεν θεωρείται ότι ανήκει στο ίδιο το σημείο[2](145) Η θεωρησιακή πρόταση είναι η πρόταση της ταυτότητας(Α=Α) ,η οποία από την φύση της αντιτίθεται προς την διάκριση σε υποκείμενο και κατηγορούμενο. Όμως δεν πρόκειται για μια ταυτολογική, τυπική πρόταση, αλλά για την ταυτότητα εντός της «ενότητας της έννοιας». Επομένως «η ταυτότητα του υποκειμένου και του κατηγορουμένου δε σημαίνει ότι εκμηδενίζει τη μεταξύ τους διαφορά, την οποία εκφράζει η μορφή της πρότασης ∙ απεναντίας η ενότητά τους οφείλει να ανακύπτει ως μια αρμονία»(185, υπογράμμ. δική μου). Ο Χέγκελ θα εμπλουτίσει την παραπάνω διατύπωση μερικά χρόνια αργότερα λέγοντας ότι μια πρόταση «Για να είναι κρίση χρειάζεται το κατηγορούμενο να σχετίζεται με το υποκείμενο, έτσι όπως σχετίζονται οι προσδιορισμοί-έννοιας, δηλαδή ως ένα καθολικό με ένα μερικό ή ενικό.»(Έννοια 229). Το κατηγορούμενο «έχει υποστασιακή σημασία, μέσα στην οποία το υποκείμενο διαλύεται»(186). Το κατηγορούμενο υπέχει θέση ουσίας. Το υποκείμενο έχει την ουσία του στο κατηγορούμενο και παύει πλέον να είναι ήρεμο και σταθερό. Ουσιαστικά η θεωρησιακή πρόταση είναι μια ανασκόπηση εντός εαυτού, ο στοχασμός όντας στο κατηγορούμενο ρίχνεται μέσα στο υποκείμενο και όντας στο κατηγορούμενο δεν επανέρχεται στον εαυτό του, αλλά στο υποκείμενο του περιεχομένου. Το περιεχόμενο(δηλ. το κατηγορούμενο) είναι η ουσία του υποκειμένου και άρα το υποκείμενο ερχόμενο στο κατηγορούμενο βρίσκει τον εαυτό του. Φυσικά δεν είναι όλες οι προτάσεις θεωρησιακές. «Στην πράξη ο μη-θεωρησιακός στοχασμός έχει και αυτός το δίκιο του, που είναι νόμιμο, αλλά δεν υπολογίζεται στον τρόπο της θεωρησιακής πρότασης»(188).Η θεωρησιακή πρόταση δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο είδος πρότασης ,αλλά είναι η πρόταση που ανήκει στο φιλοσοφείν. Είναι πρόταση που ανήκει στο επίπεδο του λόγου, έχοντας άρει τις απολυτοποιήσεις και αφαιρέσεις(ταυτότητα-διαφορά) της διάνοιας. Η θεωρησιακή πρόταση είναι μια άλλη διατύπωση για την οριακή στιγμή της Aufhebung ,όπου το προηγούμενο στάδιο διατηρείται αρνούμενο τον εαυτό του.
Από τα παραπάνω νομίζω ότι μπορεί να εξαχθεί ερμηνευτικά ότι η θεωρησιακή πρόταση είναι η άρση της «πρότασης»(ταυτότητα) και της κρίσης(διαφορά), όπως αυτοί οι όροι έχουν ανακύψει με την τεχνική τους έννοια στην «Ουσία» και στην «Έννοια».




Η τυπική λογική εκμεταλλευόμενη τη μορφή των προσδιορισμών-ανασκόπησης που είναι αυτοαναφορική, τους παρέθετε τον ένα δίπλα στον άλλο δίχως να τους συσχετίζει, αποδίδοντας σε έκαστο απόλυτη ισχύ. Όμως, όπως γίνεται «άμεσα φανερό», αν τους σχετίσει κανείς ,τότε οδηγούνται σε αντίφαση μεταξύ τους ή για την ακρίβεια ο ένας μεταβαίνει στον άλλο.




Α. Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ

1(100,101). «Η ουσία είναι η απλή αμεσότητα ως ανηρημένη αμεσότητα…η ετερότητα και η αναφορά σε άλλο έχει απόλυτα εξαφανισθεί αυτή καθεαυτήν στην καθαρή αυτό-ισότητα.» Το «απόλυτα»(schlechthin)  ως διατύπωση ισοδυναμεί με το καθεαυτό και δια εαυτό ή με την άρνηση της άρνησης. Επομένως η απόλυτη εξαφάνιση του ετέρου ,σημαίνει συνάμα και διατήρησή του ως ανηρημένου. Ήδη λοιπόν από την αρχή ο Χέγκελ μας δείχνει τι είδους είναι η δική του «ταυτότητα». Δεν πρόκειται για αφηρημένη ταυτότητα που προήλθε από μια σχετική(relativ) αρνητική διαδικασία αλλά για αναίρεση αυτή καθαυτή(an sich selbst), η οποία αίρει και το ίδιο το διαφοροποιημένο(Unterschiedene).


Παρατήρηση 1(101,102)

Η παρατήρηση αυτή δεν δίνει επιπλέον πληροφορίες αλλά κυρίως επεξηγεί ό,τι έχει ήδη ειπωθεί για την ταυτότητα.
Η διάνοια ή η νόηση που κρατείται μέσα στην εξωτερική ανασκόπηση «έχει πάντα εμπρός της μόνο την αφηρημένη ταυτότητα και έξω από τούτη και παράπλευρα τούτης έχει τη διαφορά». Ουσιαστικά αποδίδεται στον Λόγο ένας ρόλος ο οποίος δεν τον καθιστά τίποτε άλλο από «έναν υφαντικό ιστό ,επί του οποίου αυτός συνδέει και συνυφαίνει εξωτερικά μεταξύ τους το στημόνι, δηλ. την ταυτότητα και μετά το υφάδι, τη διαφορά». Τέτοιου είδους «διαβεβαιώσεις και γνώμες» για το τι κάνει ο λόγος τις χαρακτηρίζει «ιστοριογραφικές» καθότι περιγράφουν σαν τρίτοι, σαν ιστοριογράφοι γεγονότα που συμβαίνουν έξω από αυτούς. Αντίθετα εδώ πρόκειται για την ίδια την κίνηση του πράγματος, για το «γίγνεσθαι μέσα στην ουσία»79.



2(102-104). «Αρχικά»(Zunachst) η ταυτότητα είναι ένα με την ουσία και δεν έχει καταστεί «ακόμα» ένας προσδιορισμός αυτής. Μια ισοδύναμη διατύπωση που δίνει ο Χέγκελ είναι ότι η ταυτότητα είναι «η ανασκόπηση στην ολότητά της»(die ganze Reflexion) και όχι ένα διαφοροποιημένο στάδιο της ανασκόπησης. Άρα 2 ζεύγη: ουσία=ανασκόπηση στην ολότητά της, προσδιορισμός ουσίας=διαφοροποιημένο στάδιο της ανασκόπησης. Το «αρχικά» συνδέει το δεύτερο μέρος με το πρώτο. Ουσιαστικά ο Χέγκελ επαναλαμβάνει ότι η ταυτότητα «αρχικά» ήταν ένας απόλυτος νόμος της σκέψης, ενώ στην Λογική θα μετατραπεί σε έναν ακόμα προσδιορισμό της Ουσίας.
Στη Λογική του η ταυτότητα είναι απόλυτη άρνηση, είναι δηλαδή εκείνη που εμπεριέχει τη διαφορά, «η οποία εξαφανίζεται στην γένεσή της». Αμέσως παρακάτω μας εξηγεί που έγκειται η άρνηση της άρνησης και γιατί η διαφορά εξαφανίζεται εν τη γενέσει της.«Το διαφοροποιείν είναι το θέτειν του μη-Είναι ως [θέτειν] του μη-Είναι του άλλου»(1η άρνηση). Η διαφορά θέτει στο άλλο(που μόνο συμβατικά μπορεί να ονομαστεί Είναι) ένα μη-Είναι. «Αλλά το μη-Είναι του άλλου είναι αναίρεση του άλλου και επομένως του ίδιου του διαφοροποιείν.»(2η άρνηση) Με το να θέτει λοιπόν η διαφορά το μη-Είναι ,το Είναι αναιρείται και μαζί με αυτό παρασέρνει και το μη-Είναι ,καθώς το τελευταίο δεν έχει πλέον κάτι για να το αρνηθεί. Το διαφοροποιείν καταλύεται μέσα στην ίδια την κίνησή του.
Ήδη η Λογική έχει αρχίσει να ρίχνει τα θεμέλια για την ανάβαση στην επόμενη κατηγορία, αυτήν της «απόλυτης διαφοράς». Η αυτό-κατάλυση του μη-Είναι(της διαφοράς) είναι στην πραγματικότητα το μη-Είναι του μη-Είναι(η διαφορά της διαφοράς ή απόλυτη διαφορά)∙ ή με την διατύπωση του Χέγκελ «το διαφοροποιείν εδώ είναι παρόν ως αυτό-σχετιζόμενη αρνητικότητα, ως ένα μη-Είναι, που είναι μη-Είναι του ίδιου του εαυτού του, ένα μη-Είναι ,το οποίο έχει το μη-Είναι του όχι σε ένα άλλο, αλλά στον ίδιο του τον εαυτό.»
 Η ταυτότητα είναι ταυτότητα μόνο ως απώθηση(abstossen),δηλ. διαφορά ∙ ενώ «η απώθηση είναι απώθηση»(δηλ. η διαφορά είναι διαφορά)  μόνο ως «η ταυτή με τον εαυτό της διαφορά»(η διαφορά της διαφοράς). Η διαφορά αρνούμενη την ταυτότητα και μετά τον ίδιο τον εαυτό της επανασυγκροτεί την ταυτότητα. Η φράση του Χέγκελ επιβεβαιώνει το προηγούμενο συμπέρασμα «Sie ist somit die Identität als der mit sich identische Unterschied». Το παραθέσαμε στα γερμανικά γιατί μόνο εκεί διακρίνεται ότι το Sie  είναι η ταυτότητα ,με άλλα λόγια «η ταυτότητα είναι λοιπόν ταυτότητα, ως η ταυτή με τον εαυτό της διαφορά». Στα ελληνικά το «αυτή» μπορεί να αναφέρεται τόσο στην ταυτότητα όσο και στην διαφορά, αλλά στα γερμανικά η διαφορά είναι αρσενικό και αποφεύγουμε το μπέρδεμα. 
Από την άλλη η διαφορά της διαφοράς είναι «απόλυτη μη-ταυτότητα». Αλλά ακριβώς επειδή είναι απόλυτη δεν περιέχει τίποτε από το άλλο της, αλλά μόνο τον ίδιο τον εαυτό της. Η ταυτότητα έχει μετατραπεί σε προσδιορισμό της ταυτότητας που αντίκειται στην μη-ταυτότητα. 


Παρατήρηση 2

Η παρατήρηση 2 είναι σαφώς πιο εκτεταμένη και πλούσια από την πρώτη. Σε αυτήν ο Χέγκελ θα επιχειρήσει να αποδομήσει την πρόταση της τυπικής λογικής έξω από το καθαρό σύστημα της διαλεκτικής ανάπτυξης.

Το πρώτο του επιχείρημα έγκειται στο εξής: η πρόταση της ταυτότητας έχει τη μορφή ότι Α=Α. Όσοι δέχονται την πρόταση της ταυτότητας διατείνονται συγχρόνως ότι «δεν είναι διαφορετικότητα, αλλά πως η ταυτότητα και η διαφορετικότητα είναι διαφορετικά πράγματα». Παραθέτω και την πρόταση της διαφοράς όπως τουλάχιστον την διατυπώνει ο ίδιος ο Χέγκελ(σελ.121): «όλα τα πράγματα είναι διαφορετικά ή δεν υπάρχουν δύο πράγματα τα οποία είναι όμοια μεταξύ τους». Έτσι η ταυτότητα υποδηλώνει με όχι εξωτερικό τρόπο ότι ανήκει στη φύση της να είναι διαφορετική.

Δεύτερο επιχείρημα: Η ταυτότητα σε διάκριση από την διαφορά είναι μια αφαίρεση που ανήκει στο προδιαλεκτικό στάδιο της διάνοιας. Πρόκειται για μια «αφηρημένη και ατελή αλήθεια». Στον Χέγκελ όμως δεν υπάρχουν κάθετες τομές, που διαγράφουν το προηγούμενο στάδιο της νόησης και έτσι «η ταυτότητα, ως αφηρημένη ,είναι ουσιώδης και ως τέτοια είναι εξίσου ατελής». Απλώς «Η αλήθεια είναι ολοκληρωμένη μόνο μέσα στην ενότητα της ταυτότητας με τη διαφορετικότητα».

Τρίτο επιχείρημα: Ήδη στην παρατήρηση της σελίδας 97 ο Χέγκελ είχε αναφέρει ότι οι προσδιορισμοί-ανασκόπησης είναι «μη αποδείξιμοι». Πράγματι ο Αριστοτέλης στο Γ΄ των «μετά τα Φυσικά» διατύπωσε την άποψη ότι για την αρχή της μη αντίφασης μόνο ελεγκτική απόδειξη χωρεί, δηλ. μία εκ των υστέρων απόδειξη. Η απόδειξη έγκειται στο ότι αλλιώς αν δεν ίσχυε η αρχή της ταυτότητας δεν θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε ,καθώς όποιος άρθρωνε μία κουβέντα ,θα εννοούσε ταυτόχρονα ότι ισχύει και το αντίθετο. Αν όμως η απόδειξη είναι εκ των υστέρων είναι μια εμπειρική απόδειξη. Η εμπειρία από τη φύση της εγκαλεί τους ανθρώπους ως άτομα(μεμονωμένα). Άρα για να θεμελιωθεί η πρόταση της ταυτότητας «γίνεται επίκληση της εμπειρίας κάθε συνείδησης». Εφόσον λοιπόν ο καθένας αποδέχεται άμεσα μια πρόταση του τύπου «ένα δέντρο είναι ένα δέντρο», τότε η πρόταση της ταυτότητας «δεν χρήζει περαιτέρω αιτιολόγησης και απόδειξης».  
Όμως επειδή ο παραπάνω έλεγχος δεν μπορεί να γίνει σε κάθε συνείδηση ,η ελεγκτική «απόδειξη» είναι απλός τρόπος του λέγειν. Έτσι μπορούμε να μιλάμε όχι για «απόδειξη» αλλά για «διαβεβαίωση πως, αν κανείς αποκτούσε την εμπειρία, θα προέκυπτε ως αποτέλεσμα η καθολική αναγνώριση». Παραφράζοντας τον Χιουμ και θέλοντας να δώσουμε έμφαση στο εμπειρικό χαρακτήρα της ελεγκτικής απόδειξης θα λέγαμε ότι «ποιός μου εγγυάται ότι αύριο δεν θα υπάρχουν άνθρωποι, καθόλα νοήμονες, που δεν θα λένε ότι τίποτα δεν μένει ίδιο και ότι ‘’τα πάντα ρει’’ή  που θα λένε ότι ούτε μία φορά δεν μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι;». Αν λοιπόν μιλήσουμε εντός ενός αυστηρού φιλοσοφικού πλαισίου μπορούμε να πούμε ότι ακόμα και αν  στους μέχρι τώρα εμπειρικούς ελέγχους η πρόταση της ταυτότητας επιβεβαιώθηκε, δεν παύει εφόσον εμπειρική να είναι αβέβαιη για το μέλλον και σίγουρα πάντως δεν μπορεί να θεωρείται ως «απόλυτος και καθολικός νόμος της σκέψης». 

Τέταρτο επιχείρημα: Το τέταρτο επιχείρημα συνδέεται οργανικά με το τρίτο και συμβάλλει ακόμα περισσότερο στην αποδόμηση της πρότασης της ταυτότητας ως καθολικού νόμου της σκέψης. Αν λοιπόν σύμφωνα με την ελεγκτική απόδειξη δεν γίνεται να αρθρώσουμε λέξη(με πρόθεση συνεννόησης με κάποιον) χωρίς να έχουμε θέσει ως θεμέλιο την αρχή της ταυτότητας, τότε αυτή υπόκειται σε κάθε «συγκεκριμένη εφαρμογή». Αλλά κάθε συγκεκριμένη πρόταση είναι εμπειρική και συνθετική ∙ άρα έχουμε «την αναφορά του απλού ταυτόσημου σε ένα διαφορετικό από αυτό πολλαπλό». Όμως ο ικανός αναλυτικός μπορεί με αφαίρεση «να εξαγάγει δι’ αναλύσεως την πρόταση της ταυτότητας» κάτω από το συνθετικό πέπλο. Όμως έχοντας δεχτεί ότι η εμπειρία είναι η ενότητα της ταυτότητας με την διαφορετικότητα, αφαιρώντας την ταυτότητα αλλοιώνουμε την εμπειρία. Είναι απότοκο της μονομέρειας της διάνοιας, όταν κανείς επικαλείται την εμπειρία ,η οποία είναι η ενότητα της ταυτότητας με την διαφορετικότητα και άρα πάντα συναντάται σε αυτήν την μορφή, και στη συνέχεια εξάγει μόνο το ένα μέρος της(την ταυτότητα) ή το άλλο μέρος της(τη διαφορά) και το ανακηρύσσει σε απόλυτο νόμο της σκέψης ξέχωρα από το άλλο.


Πέμπτο επιχείρημα: Οι μόνες προτάσεις που διαφεύγουν από την ισχύ του τέταρτου επιχειρήματος είναι οι καθαρά ταυτολογικές προτάσεις. Εδώ αυτό που έχει σημασία δεν είναι πλέον το περιεχόμενο αλλά ο τρόπος. Μια πρόταση του τύπου «ο Θεός είναι Θεός» παρότι είναι αληθινή είναι «απόλυτη φλυαρία» και «χαίρει πολύ ελάχιστης εκτίμησης». Ο Χέγκελ θεωρεί ότι «στην μορφή της πρότασης ,με την οποία εκφράζεται η ταυτότητα, βρίσκεται κάτι περισσότερο από την απλή, αφηρημένη ταυτότητα». Η ίδια η πρόταση που σύγκειται από το υποκείμενο και το κατηγορούμενο ετοιμάζεται να κινηθεί προς ένα διαφορετικό από το υποκείμενο κατηγορούμενο. Αυτό συμβαίνει σε κάθε πρόταση και άρα και στην πρόταση της ταυτότητας καθώς «η προτασιακή μορφή μπορεί να θεωρηθεί ως η λανθάνουσα αναγκαιότητα να προστεθεί ακόμη στην αφηρημένη ταυτότητα το περισσότερο εκείνης της κίνησης». Επομένως στην πρόταση της ταυτότητας το Άλλο είναι μια εμφάνεια ,ένας εξαφανισμός και η κίνηση επανέρχεται εντέλει στον εαυτό της. Από μια ταυτολογική πρόταση «δεν έχει προκύψει τίποτα(nichts)» και άρα «τούτη η ταυτότητα είναι το μηδέν(Nichts, εδώ χρησιμοποιεί κεφαλαίο ,οπότε έχει τεχνική χρήση)…είναι η αρνητικότητα, η απόλυτη διαφορά ως προς τον εαυτό της».

Στις επόμενες αναρτήσεις θα αναπτύξουμε το έκτο και τελευταίο επιχείρημα, στο οποίο δείχνεται ότι ο νόμος της μη αντίφασης είναι η αναπτυγμένη μορφή του νόμου της ταυτότητας.


[1] Είναι χρήσιμο να αναφέρουμε, ακόμα και αν δεν είναι απαραίτητο να την τηρούμε στο βαθμό που είναι συνήθως προφανές σε ποια από τις τρεις σφαίρες αναφερόμαστε,   την διάκριση ανάμεσα σε εννοιακό-προσδιορισμό(Begriffbestimmung)  και σε προσδιορισμό της έννοιας(Bestimmung des Begriffs). Ο πρώτος ανήκει στην σφαίρα του είναι και της ουσίας ,ενώ ο δεύτερος στην ίδια την έννοια. Σελ. 194 διδασκαλία περί της Έννοιας.
[2] Το παρατεθέν απόσπασμα είναι μια ρητή κριτική στην θεολογία ,που απέδιδε κατηγορήματα στον θεό(αιώνιας, άπειρος, παντοδύναμος κτλ.) ,τα οποία μέσω της διάκρισης υποκειμένου-κατηγορουμένου, που ταλανίζει την (μη θεωρησιακή) κρίση, ήταν εξωτερικά προς το υποκείμενο, θέτοντας το ως ένα ήρεμο σημείο, «ενώ αυτή η πραγματικότητα είναι η αυτοκίνηση»(144) 

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Μετάφραση του "γίγνεσθαι της Ουσίας" από την "Θεωρία περί του Είναι" του Χέγκελ


Η μετάφραση έγινε από τα αγγλικά ,με επανέλεγχο και διόρθωση από το γερμανικό πρωτότυπο

Οι υπογραμμίσεις δικές μου.

A. ABSOLUTE INDIFFERENCE
§ 785

Το Είναι είναι η αφηρημένη Gleichgültigkeit - για την οποία, επειδή αυτή πρέπει να κατανοηθεί δια εαυτή ως Είναι, έχει χρησιμοποιηθεί η έκφραση αδιαφορία (Indifferenz)- στην οποία υποτίθεται ότι ακόμα δεν υπάρχει κανενός είδους προσδιοριστικότητα· η καθαρή ποσότητα είναι η αδιαφορία ως ανοικτή προς όλους τους προσδιορισμούς δεδομένου ότι αυτοί είναι εξωτερικοί σε αυτήν και ότι η ποσότητα δεν έχει καμία εσωτερική σύνδεση με αυτούς· αλλά η αδιαφορία ,η οποία μπορεί να αποκαλείται απόλυτη είναι η αδιαφορία η οποία, διαμέσου της άρνησης κάθε προσδιοριστικότητας του Είναι ,δηλ. της ποιότητας, της ποσότητας και της πρώτης άμεσης ενότητάς τους, του μέτρου, είναι μια διαδικασία αυτοδιαμεσολάβησης που καταλήγει σε μία απλή ενότητα. Η προσδιοριστικότητα υπάρχει καθαυτή ακόμα μόνο ως κατάσταση ,δηλ. ως ένα ποιοτικό εξωτερικό ,το οποίο έχει την αδιαφορία για υπόστρωμα.

                                                                   
B. INDIFFERENCE AS INVERSE RATIO OF ITS FACTORS
§ 787

Πρόκειται να εξετάσουμε , πως αυτός ο προσδιορισμός της αδιαφορίας τίθεται καθαυτός και πως ως δια εαυτός.


§ 788

Η αναγωγή των σχέσεων του μέτρου οι οποίες αρχικά θεωρούνταν ως ανεξάρτητα μέτρα, εγκαθιδρύει το κοινό τους υπόστρωμα· αυτό(το κοινό υπόστρωμα) είναι η συνέχισή της μιας στην άλλη και είναι έτσι το αδιαίρετο ανεξάρτητο μέτρο ,το οποίο υπάρχει πλήρως στις διαφορές του. Γι’αυτή τη διαφορα, είναι παρόντες οι προσδιορισμοί της ποιότητας και της ποσότητας ,τους οποίους περιλαμβάνει το μέτρο και το θέμα είναι πως αυτοί τίθενται εντός αυτού. Αυτό όμως προσδιορίζεται από το γεγονός ότι το υπόστρωμα είναι αρχικά ως αποτέλεσμα και καθαυτό η μεσολάβηση· αλλά επειδή η μεσολάβηση δεν τίθεται ακόμα καθαυτή στο ίδιο το μέτρο, αυτό το τελευταίο είναι στην αρχή ένα υπόστρωμα και εν σχέσει προς την προσδιοριστικότητα η αδιαφορία.


§ 789

Συνεπώς αρχικά η διαφορά είναι καθαυτή ουσιωδώς η απλή ποσοτική εξωτερική διαφορά· υπάρχουν δύο ξεχωριστά κβαντα του ενός και του αυτού υποστρώματος το οποίο με αυτό τον τρόπο θα ήταν το σύνολό τους και επομένως το ίδιο θα προσδιοριζόταν ως κβαντο. Αλλά η αδιαφορία είναι αυτό το σταθερό μέτρο, το καθαυτό, απόλυτο όριο, μόνο στην σχέση με εκείνες τις διαφορές με τέτοιο τρόπο ώστε δεν θα ήταν καθαυτό ένα κβαντο ή αντιτιθέμενο με κάθε τρόπο, είτε ως ένα σύνολο είτε ακόμα ως ένας εκθέτης, προς άλλα κβάντα, που είναι είτε σύνολα είτε αδιαφορίες. Μόνο η αφηρημένη προσδιοριστικότητα πέφτει στην αδιαφορία· τα δύο κβάντα ,για να τεθούν σε αυτό ως στιγμές, είναι ευμετάβλητα, αδιάφορα, μικρότερα ή μεγαλύτερα μεταξύ τους. Περιορισμένα όμως από το συγκεκριμένο όριο του συνόλου τους, αυτά σχετίζονται μεταξύ τους όχι εξωτερικά αλλά αρνητικά, και αυτό τώρα είναι ο ποιοτικός προσδιορισμός της σχέσης τους. Αυτά είναι συνεπώς αντιστρόφως ανάλογα. Αυτή η σχέση διακρίνεται από την προηγούμενη τυπικά ανεστραμμένη σχέση ή ανεστραμμένο λόγο από το γεγονός ότι εδώ το όλο είναι ένα πραγματικό υπόστρωμα και κάθε μια από τις δύο πλευρές τίθεται σαν να πρέπει η ίδια καθαυτή να είναι το όλο.


§ 790

Σύμφωνα με την δεδηλωμένη ποιοτική προσδιοριστικότητα, η διαφορά είναι εξάλλου παρούσα ,ως δύο ποιότητες , η μία εκ των οποίων είναι ανηρημένη από την άλλη· αλλά επειδή και οι δύο συγκρατούνται σε μία ενότητα την οποία συγκροτούν από κοινού, καμία δεν είναι χωρισμένη από την άλλη. Το υπόστρωμα το ίδιο, ως μια αδιαφορία, είναι παρομοίως στον εαυτό του η ενότητα των δύο ποιοτήτων· επομένως κάθε πλευρά της σχέσης, επίσης ,περιλαμβάνει και τις δύο πλευρές εντός της και διαφέρει λόγω μεγαλύτερης ποσότητας από τη μία ποιότητα και λιγότερης ποσότητας από την άλλη, και αντίστροφα. Η μία ποιότητα είναι διαμέσου του κβάντου της μόνο επικρατέστερη στην μία πλευρά, και έτσι ,επίσης, η άλλη ποιότητα στην άλλη πλευρά.


§ 791

Συνεπώς κάθε πλευρά στον εαυτό της είναι μία ανεστραμμένη σχέση. Αυτή η σχέση επανεμφανίζεται ως τυπική στις δύο ξεχωριστές πλευρές. Αυτές οι πλευρές έτσι συνεχίζουν τον εαυτό τους η μία μέσα στην άλλη, επίσης σύμφωνα με τους ποιοτικούς τους προσδιορισμούς· κάθε ποιότητα σχετίζεται εντός της άλλης με τον εαυτό της και είναι παρούσα σε κάθε μία από τις δύο πλευρές, μόνο σε ένα διαφορετικό κβαντο. Η ποσοτική τους διαφορά είναι εκείνη η αδιαφορία σε συμφωνία με την οποία αυτοί συνεχίζουν τον εαυτό τους μέσα στο άλλο και αυτή η συνέχιση ως η αυτό-ομοιότητα(Dieselbigkeit) των ποιοτήτων βρίσκεται σε κάθε μια από τις δύο ενότητες. -Οι πλευρές, όμως, η καθεμιά ως το σύνολο των προσδιορισμών και έτσι περιλαμβάνουσα την ίδια την αδιαφορία, είναι έτσι την ίδια στιγμή τεθειμένες ως ανεξάρτητες μεταξύ τους.


§ 792

2. Ως αυτή η αδιαφορία, το Είναι είναι τώρα το προσδιορισμένο είναι του μέτρου όχι πλέον στην αμεσότητά του, αλλά μέτρο ως αναπτυγμένο με τον τρόπο που μόλις εξηγήθηκε· αυτό είναι αδιαφορία πρώτον ως εντός του εαυτού της, το όλο των προσδιορισμών του Είναι οι οποίοι είναι διαλυμένοι σε αυτή την ενότητα και δεύτερον, ως ένα dasein , ως ολότητα της τεθειμένης πραγματοποίησης, στην οποία οι ίδιες οι στιγμές είναι καθαυτές η ολότητα της αδιαφορίας, γεννημένες από αυτή την τελευταία ως η ενότητά τους. Αλλά επειδή η ενότητα είναι μόνο μια αδιαφορία, και έτσι συγκρατείται ως μια εσωτερική ενότητα και οι στιγμές δεν είναι ακόμα εξωτερικά αυτό-προσδιορισμένες, δηλ. δεν είναι ακόμα προσδιορισμένες ως αναιρούσες τον εαυτό τους σε μία ενότητα εντός του εαυτού τους και διαμέσου του άλλου, ό,τι είναι εδώ παρόν είναι απλά η αδιαφορία της ίδιας της ενότητας απέναντι στον εαυτό της ως μια ανεπτυγμένη προσδιοριστικότητα.


§ 793

Αυτό το αυτόνομο ως έτσι αδιαίρετο μέτρο πρέπει τώρα να εξεταστεί με μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Είναι εμμενές σε όλους τους προσδιορισμούς του και σε αυτούς παραμένει σε ενότητα με τον εαυτό του και ανεπηρέαστο από αυτούς· αλλά α) ως παραμένον εσωτερικά η ολότητα, αυτό κατέχει τις προσδιοριστικότητες οι οποίες αναιρούνται σε αυτό, μόνο για να εμφανιστούν σε αυτό αθεμελίωτα. Το καθαυτό είναι της αδιαφορίας και αυτό το Dasein της τελευταίας είναι ασύνδετα· οι προσδιοριστικότητες δείχνουν τον εαυτό τους στην αδιαφορία με άμεσο τρόπο και η αδιαφορία είναι πλήρως παρούσα σε κάθε μία από αυτές( τις προσδιοριστικότητες). Συνεπώς, η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τίθεται στην αρχή ως ανηρημένη, συνεπώς ως μόνο ποσοτική , αλλά όχι ως η αυτοαπώθηση της αδιαφορίας, και η αδιαφορία δεν τίθεται ως αυτοπροσδιοριζόμενη αλλά ως προσδιορίζουσα-bestimmtseiend και προσδιορισμένη-bestimmtwerdend μόνο εξωτερικά.


Β) Οι δύο στιγμές βρίσκονται σε μία ανεστραμμένη ποσοτική σχέση- ένα πέρα δόθε στην κλίμακα του μεγέθους· αλλά αυτή η διακύμανση προσδιορίζεται όχι από την αδιαφορία, που είναι μόνο η αδιαφορία της διακύμανσης, αλλά προσδιορίζεται δια αυτής μόνο εξωτερικά. Η αρχή του προσδιορισμού βρίσκεται όχι στην αδιαφορία ,αλλά σε κάτι που βρίσκεται έξω από αυτή. Το απόλυτο, ως αδιαφορία ,έχει από αυτή την άποψη το δεύτερο ελάττωμα της ποσοτικής μορφής ,δηλαδή ότι η προσδιοριστικότητα της διαφοράς δεν προσδιορίζεται από το ίδιο το απόλυτο· μόνο ως έχον το πρώτο ελάττωμα στο γεγονός ότι οι διαφορές απλά ανακύπτουν σε αυτό ,που σημαίνει ,ότι το θέτειν του απολύτου είναι άμεσο στο χαρακτήρα, δεν είναι η μεσολάβηση του απολύτου με τον εαυτό του.


Γ) Η ποσοτική προσδιοριστικότητα των στιγμών που είναι τώρα πλευρές της σχέσης συνιστά τον τρόπο της ύπαρξής τους· διαμέσου αυτής της αδιαφορίας το προσδιορισμένο τους Είναι είναι απελευθερωμένο από την μετάβαση στην ποιοτική σφαίρα. Αλλά σε διάκριση από το αληθινό τους είναι, αυτές έχουν μία εσωτερική ύπαρξη στο γεγονός ότι αυτές είναι στον εαυτό τους η ίδια η αδιαφορία, κάθε μία είναι η ίδια η ενότητα των δύο ποιοτήτων εντός της οποίας η ποιοτική στιγμή διασπά τον εαυτό της. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές είναι περιορισμένη σε αυτό, ότι η μία ποιότητα τίθεται στη μία πλευρά με ένα περισσότερο και στην άλλη με ένα λιγότερο και η άλλη ποιότητα ομοίως, αλλά αντίστροφα. Επειδή κάθε πλευρά είναι στον ίδιο τον εαυτό της η ολότητα της αδιαφορίας. Κάθε μία από τις δύο ποιότητες λαμβανόμενη μεμονωμένα από την δική της πλευρά επίσης παραμένει το ίδιο σύνολο, το οποίο είναι η αδιαφορία: αυτή συνεχίζει τον εαυτό της από την μία πλευρά εντός της άλλης και δεν περιορίζεται μέσω του ποσοτικού ορίου το οποίο ως εκ τούτου τίθεται εντός αυτής. Συνεπεία αυτού οι προσδιορισμοί έρχονται σε άμεση αντίθεση και αυτή εξελίσσεται σε αντίφαση την οποία πρέπει τώρα να εξετάσουμε.  


§ 794

3. Δηλαδή κάθε ποιότητα εισέρχεται σε κάθε πλευρά σε μία σχέση με την άλλη και το κάνει αυτό με τέτοιο τρόπο ώστε, όπως έχει προσδιοριστεί, αυτή η σχέση επίσης πρόκειται να είναι μόνο μία ποσοτική διαφορά. Αν οι δύο ποιότητες είναι ανεξάρτητες –ας πούμε, αν ήταν αισθητά πράγματα  ανεξάρτητα το ένα από το άλλο- τότε η όλη προσδιοριστικότητα της αδιαφορίας καταρρέει· η ενότητα και η ολότητά τους θα ήταν κενά ονόματα. Αλλά είναι την ίδια στιγμή ρητώς εκφρασμένα ως περιλαμβανόμενα σε μία και την αυτή ενότητα, ως αχώριστα, έχοντας το καθένα νόημα και πραγματικότητα μόνο σε αυτήν την μία ποιοτική σχέση με το άλλο. Αλλά τώρα, λόγω του ότι η ποσοτικότητά τους είναι απλή και μόνο λόγω αυτής της ποιοτικής φύσης, καθένα φθάνει μόνο όσο μακριά φθάνει και το άλλο. Αν οι ποιότητες θεωρούνταν απλώς ως ξεχωριστά κβαντα, τότε η μία θα έφθανε περαν της άλλης και θα είχε εντός της περισσότερο ένα αδιάφορο προσδιορισμένο είναι ,που το άλλο δεν θα είχε. Αλλά στην ποιοτική τους σύνδεση, καθένα είναι μόνο εφόσον το άλλο είναι. Από αυτό απορρέει ότι αυτές βρίσκονται σε ισορροπία· όσο το ένα αυξάνεται ή μειώνεται, το άλλο παρομοίως θα αυξανόταν ή θα μειωνόταν και στην ίδια αναλογία.


§ 795

Συνεπώς στη βάση της ποιοτικής τους σχέσης δεν μπορεί να εγείρει κανείς ερώτημα για την ποσοτική διαφορά ή για ένα περισσότερο της μίας ποιότητας. Το περισσότερο με το οποίο μία εκ των συνδεόμενων στιγμών θα υπερείχε της άλλης θα ήταν μόνο ένας αβάσιμος προσδιορισμός, ή αλλιώς αυτό το περισσότερο θα ήταν μόνο ξανά το ίδιο το άλλο· αλλά σε αυτήν την ισότητα ,και τα δύο θα είχαν εξαφανιστεί, επειδή το προσδιορισμένο τους Είναι υποτίθεται ότι θα βασιζόταν μόνο στην ανισότητα του κβάντου τους. Καθένας από αυτούς τους υποθετικούς παράγοντες εξαφανίζεται, είτε αυτός υποτίθεται ότι είναι υπερβαίνων είτε ίσος προς τον άλλον. Εκείνη η εξαφάνιση εμφανίζεται στην ποσοτική σύλληψη ως μία διατάραξη της ισότητας ,έτσι ώστε ο ένας παράγοντας γίνεται μεγαλύτερος του άλλου· έτσι τίθεται η άρση της ποιότητας του άλλου και η έλλειψη κάποιας υποστήριξης. Ο ένας παράγοντας γίνεται επικρατέστερος όσο ο άλλος εξαφανίζεται με επιταχυνόμενη ταχύτητα και εξουδετερώνεται από τον πρώτο, ο οποίος συνεπώς συγκροτεί ο ίδιος την μόνη ανεξάρτητη ποιότητα· αλλά έτσι, δεν υπάρχουν πια δύο ειδικές στιγμές και παράγοντες αλλά μόνο το ένα όλο.


§ 796

Αυτή η ενότητα έτσι που τέθηκε ως η ολότητα της διαδικασίας του προσδιορίζειν ,στην οποία αυτή η ίδια προσδιορίζεται ως αδιαφορία, είναι από κάθε άποψη αντίφαση· αυτή συνεπώς πρέπει να τίθεται ως αναιρούσα την αντιφατική φύση αυτής και ως αποκτούσα τον χαρακτήρα ενός αυτοπροσδιοριζόμενου, αυθύπαρκτου Είναι το οποίο έχει για αποτέλεσμά του και αλήθεια του όχι την ενότητα ,που είναι απλά αδιαφορία ,αλλά αυτή την εσωτερικά αρνητική και απόλυτη ενότητα ,που ονομάζεται ουσία.



C Transition into Essence
§ 803

Η απόλυτη αδιαφορία είναι ο τελευταίος προσδιορισμός του Είναι, πριν αυτό γίνει ουσία· αυτή όμως δεν επαρκεί για την ουσία. Η απόλυτη αδιαφορία φαίνεται ,να ανήκει ακόμα στην σφαίρα του Είναι, με το να έχει αυτή ακόμα τη διαφορά, προσδιορισμένη ως αδιάφορη, ως εξωτερική, ποσοτική καθαυτή. Αυτή(η διαφορά) είναι το Dasein σε σύγκριση με το οποίο η απόλυτη αδιαφορία είναι προσδιορισμένη ως ούσα μόνο εσωτερικά το απόλυτο, όχι το απόλυτο συλλειμένο ως πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, είναι εξωτερική ανασκόπηση ,η οποία αδυνατεί να συλλάβει τις διαφορές στον εαυτό τους, ή στο απόλυτο ως ένα και το αυτό, σκεπτόμενη αυτές ως μόνο αδιάφορα διακρινόμενες, όχι ως εσωτερικά διακριτές η μία από την άλλη. Το επόμενο βήμα που πρέπει να γίνει εδώ είναι το να συλλάβουμε ότι αυτή η ανασκόπηση των διαφορών εντός της ενότητάς τους δεν είναι απλά το προϊόν της εξωτερικής ανασκόπησης του υποκειμενικού στοχαστή, αλλά ότι είναι αυτή η ίδια η φύση των διαφορών αυτής της ενότητας που αίρει τα ίδια, με αποτέλεσμα η ενότητά τους να  αποδεικνύεται ότι είναι απόλυτη αρνητικότητα, η αδιαφορία της να είναι εξίσου αδιαφορία προς τον εαυτό της, προς την ίδια την αδιαφορία της, όπως αυτή είναι αδιαφορία προς την ετερότητα.


§ 804

Αυτό το αυτοαναιρείν του προσδιορισμού της αδιαφορίας όμως έχει ήδη προκύψει· στην ανάπτυξη του θέτειν του, αυτός ο προσδιορισμός έδειξε τον εαυτό του να είναι από κάθε άποψη μία αντίφαση. Είναι στον εαυτό του η ολότητα στην οποία κάθε προσδιορισμός του Είναι αίρεται και περιλαμβάνεται· αυτό είναι έτσι η βάση ,αλλά πρώτα μόνο στον μονόπλευρο προσδιορισμό του καθ’ εαυτώ, και συνεπώς οι διαφορές ,δηλαδή, η ποσοτική διαφορά και ο αντίστροφος λόγος των παραγόντων, είναι παρόντα σε αυτό μόνο με έναν εξωτερικό τρόπο. Έτσι ως η αντίφαση του εαυτού της και της προσδιοριστικότητάς της ,του εσωτερικού της προσδιορισμού και της τεθειμένης προσδιοριστικότητάς της, αυτή είναι η αρνητική ολότητα της οποίας οι προσδιοριστικότητες έχουν αναιρέσει τον εαυτό τους στον εαυτό τους και κάνοντας αυτό έχουν αναιρέσει αυτή την θεμελιώδη μονομέρεια του εαυτού τους, το είναι καθαυτό τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι η αδιαφορία τίθεται τώρα ως αυτό που στην πραγματικότητα είναι, δηλαδή μία απλή και αόριστη ,αρνητική αυτοσχεσία, η έμφυτή της ασυμβατότητα με τον εαυτό, μία απώθηση του εαυτού από τον εαυτό. Η διαδικασία του να προσδιορίζει και να προσδιορίζεται δεν είναι μετάβαση, ούτε μία εξωτερική μετατροπή, ούτε μία εμφάνιση προσδιορισμών εντός της αδιαφορίας, αλλά είναι η ίδια η αυτοσχεσία της ,η οποία είναι η αρνητικότητα του εαυτού της, του είναι καθαυτό της.


§ 805

Τώρα αυτοί οι απωθημένοι προσδιορισμοί δεν κατέχουν τους εαυτούς τους, δεν εμφανίζονται ως αυθύπαρκτοι ή εξωτερικοί προσδιορισμοί, αλλά πρώτον ,ως στιγμές που ανήκουν στην εσωτερική(ansichseinden) ενότητα,  αυτοί δεν αποβάλλονται από αυτήν αλλά γεννιώνται από αυτή ως το υπόστρωμα και γεμίζονται μόνο από αυτή· δεύτερον, ως προσδιορισμοί οι οποίοι είναι εμμενείς στην αναλυόμενη ενότητα, αυτοί είναι μόνο διαμέσου της απώθησης από τον εαυτό τους. Το Είναι των προσδιορισμών δεν είναι πια απλά καταφατικό(seinder) όπως σε όλη την σφαίρα του Είναι, αλλά είναι τώρα καθαρά τεθειμένο, οι προσδιορισμοί έχοντες τον προσδιορισμό και τη σημασία του να σχετίζονται στην ενότητά τους ,καθένας να σχετίζεται με τον άλλον και με την άρνησή του· αυτό είναι το διακριτικό γνώρισμα της σχετικότητάς τους.

§ 806

Έτσι βλέπουμε εμείς ότι το Είναι εν γένει και το Είναι ή η αμεσότητα της ξεχωριστής προσδιοριστικότητας, όχι λιγότερο ως καθαυτό είναι, έχει εξαφανιστεί και η ενότητα είναι Είναι ,μία άμεση προϋποτιθέμενη ολότητα έτσι ώστε αυτή είναι η απλή αυτοσχεσία που διαμεσολαβείται μόνο από την άρση αυτής της προϋπόθεσης, και αυτό το προϋποτιθέμενο και άμεσο Είναι το ίδιο είναι μόνο μία στιγμή αυτής της απώθησής της(της ολότητας), η αρχική αυθυπαρξία και αυτό-ταυτότητα είναι μόνο ως το resultierende, unendliche Zusammengehen mit. Έτσι το Είναι προσδιορίζεται στην ουσία, το Είναι  ως ένα απλό Είναι με τον εαυτό του διαμέσου της άρσης του Είναι.