Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

Μεγάλη Βιομηχανία


Πρόκειται για ένα σχέδιο κειμένου. Επειδή θα κάνω μια εισήγηση(πάνω στην μεγάλη Βιομηχανία) σε ένα σεμινάριο που παρακολουθώ στο FU και αφορά το Κεφάλαιο του Μαρξ, κατέγραψε την βασική δομή του συγκεκριμένου κεφαλαίου. Η εισήγηση θα είναι στα γερμανικά ,γι' αυτό και τις σημειώσεις τις έχω επίσης στα γερμανικά. Τα αποσπάσματα είναι από τα MEW(http://www.mlwerke.de/me/me23/me23_000.htm). Ομολογώ ότι τα γερμανικά μου είναι πολύ κατώτερα για να κάνω εισήγηση σε γερμανικό ακροατήριο αλλά τέλος πάντων...
Αυτό που βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον στην πραγμάτευση του Μαρξ είναι η σχέση Μανουφακτούρας-μεγάλης βιομηχανίας. Εδώ κατά τη γνώμη διακρίνονται αρκετά ξεκάθαρα οι κατηγορίες που έχει ο βαζιούλιν στο Ιστορικό. Δηλ. αρχικά η νέα ουσία εμφανίζεται πάνω σε μία βάση που δεν την ανήκει, στη συνέχεια διαμορφώνει την ουσία με το να μεταβάλλει την προηγούμενη  βάση και τέλος όταν έχει άρει πλήρως την παλιά βάση ,σημαίνει πως έχει διαμορφώσει συνάμα την δική βάση. Φθάνει άρα στην ωριμότητά της. Πλέον γίνεται λόγος για παραγωγή μηχανών από μηχανές. 
Το δεύτερο ενδιαφέρον σημείο είναι το εξής: στον Βαζιούλιν η μεγάλη βιομηχανία συνιστά την αντίφαση, ενώ η μανουφακτούρα την αντίθεση. Πράγματι η μανουφακτούρα παρότι προϋποθέτει την χειροτεχνία και παρότι την αρνείται ,δεν την εξαφανίζει αλλά την αναπαράγει. Οι μηχανές δεν είναι το χαρακτηριστικό της μανιφακτούρας αλλά αυτό που την χαρακτηρίζει είναι ο καταμερισμός της εργασίας. Αντίθετα αυτό που χαρακτηρίζει την μεγάλη βιομηχανία είναι ότι αίρει την κληροδοτημένη του βάση. Και μάλιστα η διαδικασία αυτή καθιστά ακριβώς την μεγάλη βιομηχανία κατ' εξοχήν επαναστατική . Παραθέτω και τα λόγια του Καρόλου:"Die moderne Industrie betrachtet und behandelt die vorhandne Form eines Produktionsprozesses nie als definitiv. Ihre technische Basis ist daher revolutionär, während die aller früheren Produktionsweisen wesentlich konservativ war.»(510,511). Μάλιστα ακριβώς αυτό είναι η αντίφαση η διαρκής άρση του εαυτού της. Οι δύο πλευρές αίρουν η μία την άλλη. Η κληροδοτηθείσα βάση αίρεται από την νέα βάση. Ένα ερώτημα που έχω είναι το εξής. Ο Βαζιούλιν λέει ότι η Μανουφακτούρα είναι η αντίθεση και η μεγάλη Βιομηχανία η αντίφαση. Όμως η μετάβαση από την πρώτη στην δεύτερη γίνεται μέσα από τα στάδια που προανέφερα(Αρχή ,διαμόρφωση ουσίας, ωριμότητα). Το ερώτημα είναι αυτά τα στάδια πως αποτυπώνονται εντός της αντίφασης. Είναι λάθος να αρκεστούμε στο ότι η ταυτότητα ,διαφορά και αντίθεση είναι στάδια της αντίφασης. Γιατί αυτό δεν είναι αρκετό. Τώρα βρισκόμαστε εντός της αντίφασης ,η οποία στον Χέγκελ έχει 3 στιγμές. Στην μεγ. Βιομ. αντιστοιχούν επίσης 3 στιγμές. Ενδεχομένως και μία 4 αυτή της σήψης διαμέσου της πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Αυτές οι στιγμές από λογική σκοπιά σε ποιές στιγμές της αντίφασης αντιστοιχούν; Και ποιές διαφορές έχουν με τον Χέγκελ όπου η ουσία εντός του θεμελίου «αποκαθίσταται μέσα από την άρση των ενδόμυχα αντιφατικών προσδιορισμών της ,με τον όρο όμως ότι αυτή είναι αποκλείουσα ενότητα της ανασκόπησης, -απλή ενότητα, που αυτό-προσδιορίζεται ως αρνητικό και η οποία ωστόστο μέσα σε τούτο το τεθειμένο Είναι είναι άμεσα όμοια με τον εαυτό της  και ενοποιημένη με αυτόν.»145(Ουσία); Στον Μαρξ αντίθετα η ώριμη αντίφαση οδηγεί στην καταστροφή του αντικειμένου. 
Βέβαια για να είμαστε ακριβείς σύμφωνα με τον Βαζιούλιν μετά την αντίφαση έρχεται το θεμέλιο ,δηλ. η σχέση απόλυτης και σχετικής υπεραξίας και η συσσώρευση. Δεν είναι λοιπόν ότι στην  Κεφαλαιοκρατία και άρα στην λογική του Κεφαλαίου δεν υπάρχει θεμέλιο. Απλώς το θεμέλιο δεν εξαφανίζει την αντίφαση αλλά απλώς διαμορφώνει την περαιτέρω μορφή για να κινηθεί αυτή. Άλλωστε αν θυμηθούμε, η αντίφαση υπάρχει ήδη μέσα στο εμπόρευμα ανάμεσα στην αξία και αξία χρήσης που λύνεται με την ανταλλαγή και ύστερα με το χρήμα.Το θέμα είναι όμως ότι η αντίφαση είναι αυτή που όταν ωριμάσει κλονίζει το όλο οικοδόμημα. Με άλλα λόγια όταν μειώνεται το μεταβλητό κεφάλαιο σε σχέση με το σταθερό, προκαλούνται κρίσεις. Έτσι μόνο κατανοούμε και ερμηνεύουμε την ακόλουθη κριτική του Πατέλη στον Χέγκελ ότι  "οι πλευρές της θεμελιώδους για την διαλεκτική αντίφασης συμβιβάζονται στο ''θεμέλιο" ώστε να επιτευχθεί η διαιώνιση της ουσίας". Δηλ. και στην Κεφαλαιοκρατία υπάρχει διαιώνιση της ουσίας ,χωρίς όμως να εξαλείφεται η αντίφαση ,η οποία όταν ωριμάσει συνιστά εύλεκτο ύλη στα θεμέλια του συστήματος. Πρέπει βέβαια κάποιος και να την πυροδοτήσει ,μην ξεχνιόμαστε...


1. ENTWICKLUNG DER MASCHINERIE

Das Kapital muß in seiner ständingen Bemuhung für Produktion von Mehrwert  „die technischen und gesellschaftlichen Bedingungen des Arbeitsprozesses, also die Produktionsweise selbst umwälzen, um die Produktivkraft der Arbeit zu erhöhen, durch die Erhöhung der Produktivkraft der Arbeit den Wert der Arbeitskraft zu senken und so den zur Reproduktion dieses Werts notwendigen Teil des Arbeitstags zu verkürzen“(334). Folglich ist der Triebskraft der Kapitalistischen Produktion die Suche nach Mehrwert. Sowohl Manufaktur als auch große Industrie sind zwei unterschiedliche Weisen für die Verkürzung des Werts der Arbeitskraft und folglich für die Produktion von relativem Mehrwert.
Trotzdem gibt es 2 grundlegende Unterschieden zwischen großen Industrie und Manufaktur:
a) „In der Manufaktur ist die Gliederung des gesellschaftlichen Arbeitsprozesses rein subjektiv, Kombination von Teilarbeitern“(407). Die Maschine hat in der Manufaktur eine „untergeordnete Rolle“ im Vergleich zur Teilung der Arbeit(369). Ebenfalls  „bedingt ihr eigentümliches Prinzip der Teilung der Arbeit eine Isolierung der verschiednen Produktionsphasen...vom Standpunkt der großen Industrie tritt dies[Arbeitsteilung] als eine charakteristische, kostspielige und dem Prinzip der Manufaktur immanente Beschränktheit hervor“(364). Diese Nachteil fördert den Ubergang zu großer Industrie.
b) „Zugleich konnte die Manufaktur die gesellschaftliche Produktion weder in ihrem ganzen Umfang ergreifen noch in ihrer Tiefe umwälzen. Sie gipfelte als ökonomisches Kunstwerk auf der breiten Grundlage des städtischen Handwerks und der ländlich häuslichen Industrie“(390). Die Vergangenheit(oder die Grundlage/die tradierte Basis) der Manufaktur war Handwerk. Die Manufaktur kann nicht das Handwerk(ihre Grundlage) aufheben. Auf der anderen Seite negiert große Industrie ihre Grundlage(Manufaktur) und wird auf der Herstellung von Maschinen durch Maschinen gegründete. «Die moderne Industrie betrachtet und behandelt die vorhandne Form eines Produktionsprozesses nie als definitiv. Ihre technische Basis ist daher revolutionär, während die aller früheren Produktionsweisen wesentlich konservativ war.»(510,511)

Historische Phasen der Beziehung Manufaktur-großer Industrie

Die große Industrie erscheint durch die Manufaktur. Sehen wir jetzt diese schrittweise Erscheinung:
1) Die Produktion der Maschinen erhob sich am Anfang auf einer ihm unanagemessenen materiellen Grundlage, nämhlich wurden die erste Maschinen von der Manufaktur produziert. Die Manufaktur war „die unmittelbare technische Grundlage der großen Industrie“(403). 3 Teilen jeder entwickelten Machinerie: a) die Bewegungsmaschine, b) den Transmissionsmechanismus, c) die Werkzeugmaschine oder Arbeitsmaschine. „Dieser Teil der Maschinerie, die Werkzeugmaschine, ist es, wovon die industrielle Revolution im 18. Jahrhundert ausgeht. Sie bildet noch jeden Tag von neuem den Ausgangspunkt, sooft Handwerksbetrieb oder Manufakturbetrieb in Maschinenbetrieb übergeht“. Somit fängt der Ubergang von Manufaktur zur Maschinerie mit der Ersetzung des Werkzeuges von der Maschine an.
2) Die Maschinerie umwälzt der vererbten Grundlage und schafft sich „eine seiner eignen Produktionsweise entsprechende neue Basis“(403).
Die Ursache für diese Umwälzung waren 2: a) je die Maschinerie expandete, desto notwendiger wurde die Ersetzung der lebendigen, manufakturischen Arbeit von Maschinen, so dass das Kapital so weit möglich aus den natürlichen Grenzen und Unfähigkeiten der menschlichen Arbeit  entledigt.
b) Technische Grunde. „Erst nach weitrer Entwicklung der Mechanik und gehäufter praktischer Erfahrung wird die Form die Form gänzlich durch das mechanische Prinzip bestimmt und daher gänzlich emanzipiert von der überlieferten Körperform des Werkzeugs, das sich zur Maschine entpuppt“ (404, Fußnote 103).
Am Anfang waren die Menschen die Triebkraft. „Es war vielmehr umgekehrt die Schöpfung der Werkzeugmaschinen, welche die revolutionierte Dampfmaschine notwendig machte. Sobald der Mensch, statt mit dem Werkzeug auf den Arbeitsgegenstand, nur noch als Triebkraft auf eine Werkzeugmaschine wirkt, wird die Verkleidung der Triebkraft in menschliche Muskel zufällig und kann Wind, Wasser, Dampf usw. an die Stelle treten. Dies schließt natürlich nicht aus, daß solcher Wechsel oft große technische Ändrungen des ursprünglich für menschliche Treibkraft allein konstruierten Mechanismus bedingt.“396. Also bemerken wir, dass die Werkzeugmaschinen die entscheidende oder die bestimmende Rolle  grundsätzlich haben.
3) Die Reife von große Industrie oder ihre „charakteristischen Produktionsmittel“ ist die Produktion Maschinen durch Maschinen. „ So erst schuf sie ihre adäquate technische Unterlage und stellte sich auf ihre eignen Füße“(405).
„Die wesentlichste Produktionsbedingung für die Fabrikation von Maschinen durch Maschinen war eine jeder Kraftpotenz fähige und doch zugleich ganz kontrollierbare Bewegungsmaschine“(405). Folglich die Kombination zwischen der Dampfmaschine und der slide rest.

Die Manufakturen und die Hausarbeit als untergeordnete Produktionsweise der großen Industrie beginnen auch Maschinen anzuwenden. „Die Exploitation wohlfeiler und unreifer Arbeitskräfte wird in der modernen Manufaktur schamloser als in der eigentlichen Fabrik, weil die hier existierende technische Grundlage, Ersatz der Muskelkraft durch Maschinen und Leichtigkeit der Arbeit“ und sie ist schlamloser in der Hausarbeit. „ weil die Widerstandsfähigkeit der Arbeiter mit ihrer Zersplitterung abnimmt“(479).
Die Umwälzung der gesellschaftlichen Betriebsweise, dies notwendige Produkt der Umwandlung des Produktionsmittels, vollzieht sich in einem bunten Wirrwarr von Übergangsformen...Die Buntheit der Übergangsformen versteckt jedoch nicht die Tendenz zur Verwandlung in eigentlichen Fabrikbetrieb“(497).
So erlebt England gegenwärtig in der kolossalen Produktionssphäre des "Wearing Apparel", wie in den meisten übrigen Gewerken, die Umwälzung der Manufaktur, des Handwerks und der Hausarbeit in Fabrikbetrieb, nachdem alle jene Formen, unter dem Einfluß der großen Industrie gänzlich verändert, zersetzt, entstellt, bereits längst alle Ungeheuerlichkeiten des Fabriksystems ohne seine positiven Entwicklungsmomente reproduziert und selbst übertrieben hatten“(498)
Der Übergang der modernen Manufaktur und Hausarbeit
zur großen Industrie wird durch Anwendung
der Fabrikgesetze(obligatorische, elementare Ausbildung,bestimmte Pausen usw.) auf jene Betriebsweisen
beschleunigt. „Wenn aber das Fabrikgesetz so die zur Verwandlung des Manufakturbetriebs in Fabrikbetrieb notwendigen materiellen Elemente treibhausmäßig reift, beschleunigt es zugleich durch die Notwendigkeit vergrößerter Kapitalauslage den Untergang der kleineren Meister und die Konzentration des Kapitals“(501).

2. Wertabgabe der Maschinerie an das Produkt


«Gleich jedem andren Bestandteil des konstanten Kapitals schafft die Maschinerie keinen Wert, gibt aber ihren eignen Wert an das Produkt ab, zu dessen Erzeugung sie dient»(408).
«die Maschinerie stets ganz in den Arbeitsprozeß und immer nur teilweis in den Verwertungsprozeß eingeht»(402).
Die Maschinerie geht immer ganz in den Arbeitsprozeß und stets nur stückweis, im Verhältnis zu seinem täglichen Durchschnittsverschleiß, in den Verwertungsprozeß ein.
Je weniger Wert abgebend, desto produktiver ist sie und desto mehr nähert sich ihr Dienst dem der Naturkräfte“(411)
 „...beim Maschinenprodukt der dem Arbeitsmittel geschuldete Wertbestandteil relativ wächst, aber absolut abnimmt. Das heißt, seine absolute Größe nimmt ab, aber seine Größe im Verhältnis zum Gesamtwert des Produkts, z.B. eines Pfundes Garns, nimmt zu“(411). Das bedeutet ,dass das Prozent der geronnenen Arbeit(konstantes Kapital) im Vergleich zur lebengigen Arbeit(variables Kapital) wächst.

2 „Grenze“(oder Gesetz) ,die der Gebrauch von Maschinen bestimmt.
a)  „ihre eigne Produktion weniger Arbeit kostet, als ihre Anwendung Arbeit ersetzt“(414)
b) Wenn es jedoch um die Kapitalistische Produktionsweise geht,da es nicht die angewandte Arbeit zahlt, sondern den Wert der angewandten Arbeitskraft, wird ihm der Maschinengebrauch begrenzt durch die Differenz zwischen dem Maschinenwert und dem Wert der von ihr ersetzten Arbeitskraft“(414).
Marx erwähnt Beispiele, wo die Kapitalisten Handwerkarbeit statt Maschinen zu gebrauchen bevorzugen, weil die Lohne sehr niedrig sind.


Die Maschine produziert relativen Mehrwert, nicht nur, indem sie die Arbeitskraft direkt entwertet und dieselbe indirekt durch Verwohlfeilerung der in ihre Reproduktion eingehenden Waren verwohlfeilert, sondern auch, indem sie bei ihrer ersten sporadischen Einführung die vom Maschinenbesitzer verwandte Arbeit in potenzierte Arbeit verwandelt, den gesellschaftlichen Wert des Maschinenprodukts über seinen individuellen Wert erhöht und den Kapitalisten so befähigt, mit geringrem Wertteil des Tagesprodukts den Tageswert der Arbeitskraft zu ersetzen“(428,429) Es geht um eine Ubergangsperiode. Die Verallgemeinerung der Maschinerie in einem Produktionszweig verkurtzt den gesellschaftlichen Wert des Maschinenprodukts.
Es ist nun klar, daß der Maschinenbetrieb, wie er immer durch Steigrung der Produktivkraft der Arbeit die Mehrarbeit auf Kosten der notwendigen Arbeit ausdehne, dies Resultat nur hervorbringt, indem er die Anzahl der von einem gegebnen Kapital beschäftigten Arbeiter vermindert“(429). Auf der anderen Seite „der Mehrwert entspringt nur aus dem variablen Teil des Kapitals, und wir sahen, daß die Masse des Mehrwerts durch zwei Faktoren bestimmt ist, die Rate des Mehrwerts und die Anzahl der gleichzeitig beschäftigten Arbeiter“(429). Es liegt also in der Anwendung der Maschinerie zur Produktion von Mehrwert ein immanenter Widerspruch, indem sie von den beiden Faktoren des Mehrwerts, den ein Kapital von gegebner Größe liefert, den einen Faktor, die Rate des Mehrwerts, nur dadurch vergrößert, daß sie den andren Faktor, die Arbeiterzahl, verkleinert. „Dieser immanente Widerspruch tritt hervor, sobald mit der Verallgemeinerung der Maschinerie in einem Industriezweig der Wert der maschinen- mäßig produzierten Ware zum regelnden gesellschaftlichen Wert aller Waren derselben Art wird, und es ist dieser Widerspruch, der wiederum das Kapital, ohne daß es sich dessen bewußt wäre, zur gewaltsamsten Verlängrung des Arbeitstags treibt, um die Abnahme in der verhältnismäßigen Anzahl der exploitierten Arbeiter durch Zunahme nicht nur der relativen, sondern auch absoluten Mehrarbeit zu kompensieren“(429,430).
Heutzutage ,wo die Proportion der Maschinerie im Vergleich zum variablen Kapital viel großer ist, bemerken wir die Verlängerung des Arbeitstags. Wie Marx hat in der dritten Band von Kapital erwähnt, die Erhöhung des Exploitationsgrads der Arbeit sei eine entgegenwirkende Ursache gegen das Gesetz des tendeziellen Falls der Profitrate.

-----------------------------

Wir erwähnen jetzt 2 Definitionen von Marx, die erklären, welche die Entwicklung und die Entwicklung der Widersprüchen. 
„Man sah, daß der Austauschprozeß der Waren widersprechende und einander ausschließende Beziehungen einschließt. Die Entwicklung der Ware hebt diese Widersprüche nicht auf, schafft aber die Form, worin sie sich bewegen können. Dies ist überhaupt die Methode, wodurch sich wirkliche Widersprüche lösen. Es ist z.B. ein Widerspruch, daß ein Körper beständig in einen andren fällt und ebenso beständig von ihm wegflieht. Die Ellipse ist eine der Bewegungsformen, worin dieser Widerspruch sich ebensosehr verwirklicht als löst“(118,119)
Die Entwicklung der Widersprüche einer geschichtlichen Produktionsform ist jedoch der einzig geschichtliche Weg ihrer Auflösung und Neugestaltung“ (512)
„Mit den materiellen Bedingungen und der gesellschaftlichen Kombination des Produktionsprozesses reift sie die Widersprüche und Antagonismen seiner kapitalistischen Form, daher gleichzeitig die Bildungselemente einer neuen und die Umwälzungsmomente der alten Gesellschaft“(526)
Meiner Meinung nach beweist Marx ,dass Kapitalismus trotz seiner immanenten Widersprüche sich selbst nicht zusammenbringt ,  sondern nur durch den Klassenkamf der Arbeiterklasse. Nur dadurch werden die reale Widersprüche aufgehoben. Aber fordert nicht nur die Existenz der Widerspruch ,sondern auch die Reifung deren. 

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Πρόλογος του Βαζιούλιν στη «Λογική του “Κεφαλαίου” του Κ. Μαρξ»


Βαζιούλιν Β. Α.
Μόσχα 1985
Πρόλογος
Προς τους Έλληνες αναγνώστες [της «Λογικής του “Κεφαλαίου” του Κ. Μαρξ»].

Η «Λογική του “Κεφαλαίου” του Κ. Μαρξ» είναι ένα έργο, στο οποίο, μέσω της λεπτομερούς σύγκρισης του συστήματος της λογικής του Χέγκελ και του «Κεφαλαίου» του Κ. Μαρξ, πραγματοποιείται η διάκριση του συστήματος της διαλεκτικής λογικής αυτού του μέγιστου έργου του μαρξισμού. Το «Κεφάλαιο» του Κ. Μαρξ παρέμεινε μέχρι σήμερα το μοναδικό υπόδειγμα λεπτομερούς συστηματικής εξέτασης μιας ολόκληρης συγκεκριμένης επιστήμης (της πολιτικής οικονομίας της κεφαλαιοκρατίας) εντός της εσωτερικής της συνάφειας, από τη θέση της συνειδητής χρησιμοποίησης της διαλεκτικής υλιστικής μεθόδου. Σε αυτό το έργο ο Κ. Μαρξ διερευνά την υλική παραγωγή σε ορισμένη ιστορική βαθμίδα της ανάπτυξής της. Μάλιστα, ουσιώδη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι αποδεικνύεται πως το αντικείμενο της έρευνας συνιστά «οργανικό όλο», δηλ. είναι τέτοιο αντικείμενο, στο οποίο όλες οι πλευρές, τα στοιχεία του είναι διασυνδεδεμένα μεταξύ τους όχι μόνον εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά. Το «οργανικό όλο» μπορεί να αντιπαραβληθεί με το ζωντανό οργανισμό. Εάν υποθέσουμε ότι, κατά τη μελέτη ενός ζωντανού οργανισμού [ζώντος όντος], μπορούμε π.χ. να τον αποσυνθέσουμε αναλυτικά, ώστε να διακρίνουμε τα χημικά του στοιχεία και να προσδιορίσουμε ορισμένες ποσότητες [από αυτά], κατ' αυτό τον τρόπο θα έχουμε θανατώσει το ζωντανό. Εντός του ζωντανού οργανισμού αυτά τα χημικά στοιχεία ευρίσκονται εντός ενός ειδικού εσωτερικού αλληλένδετου δεσμού. Τέτοια είναι και η προσέγγιση του Μαρξ στην κεφαλαιοκρατική υλική παραγωγή: την [προσ-]λαμβάνει ως ένα «οργανικό όλο», η ουσία του οποίου έγκειται στουςεσωτερικούς ιδιαίτερους αλληλένδετους δεσμούς των πλευρών του. Το ζήτημα της συστηματικής απεικόνισης ενός αναπτυσσόμενου αντικειμένου, είναι το ζήτημα της της απεικόνισης των εσωτερικώναλληλένδετων δεσμών του, της ουσίας του. Η ουσία εξαφανίζεται από το οπτικό πεδίο του ανθρώπου που μελετά μιαν αναπτυξιακή διαδικασία, εάν την προσεγγίζει μόνον αναλυτικά. Συνεπώς, το πρόβλημα που αφορά το σύστημα των κατηγοριών της διαλεκτικής λογικής, είναι το πρόβλημα που αφορά την αναπαράσταση στη νόηση της ουσίας της διαδικασίας της ανάπτυξης.
Ο Χέγκελ είναι ο πρώτος που [αντελήφθη και] παρουσίασε μιαν επιστήμη (κατά κύριο λόγο τη λογική) εντός της εσωτερικής της συνάφειας, ωστόσο, κάνοντάς το αυτό μυστικοποίησε την εσωτερική συνάφεια, διότι εκκινούσε από τον ιδεαλισμό.
Ο Μαρξ όμως, είναι ο πρώτος που απεικόνισε μιαν επιστήμη (την πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας) εντός της μη μυστικοποιημένης εσωτερικής της συνάφειας, δεδομένου ότι εκκινούσε από την υλιστική αντίληψη της διαλεκτικής. Κατ' αυτό τον τρόπο, ο Κ. Μαρξ αποκάλυψε και το σύστημα των κατηγοριών της διαλεκτικής λογικής σε μορφή που έχει απαλλαγεί από τη μυστικοποίηση. Ο Κ. Μαρξ,εγκαινίασε την εποχή της αυστηρά επιστημονικής απεικόνισης στη νόηση της ουσίας, των εσωτερικών δεσμών των αναπτυξιακών διαδικασιών, καθώς επίσης και την εποχή της αυστηρά επιστημονικής αντίληψης της ίδιας της νόησης, η οποία αναπαράγει την ουσία αναπτυξιακών διαδικασιών. Εγκαινίασε την εποχή εκείνη, κατά την οποία θα αρχίσει να γίνεται κυρίαρχη η συστηματική έρευνα.
Μέχρι και σήμερα, μόνο στο «Κεφάλαιο» έχει παρουσιαστεί ως κυρίαρχη η απεικόνιση της ουσίας της διαδικασίας της ανάπτυξης μιας ολόκληρης συγκεκριμένης γνωστικής περιοχής. Ο Κ. Μαρξ ξεπέρασε τις επιστήμες κατά πάρα πολλές δεκαετίες. Και σήμερα π.χ., στη βιολογία και στην ιατρική, ουσιαστικά δεσπόζει η ανάλυση, ο διαμελισμός, ενώ η εξέταση του ανθρώπου, η προσέγγισή του ως ολότητα, εάν έχει κάποια θέση, αυτή είναι στο πίσω πλάνο, ως κάτι το δευτερευούσης σημασίας.
Το σύστημα της διαλεκτικής λογικής στο «Κεφάλαιο» είναι ιστορικό. Συνιστά μιαν ενότητα καθολικών και ειδικών στιγμών της λογικής εντός της εσωτερικής τους συνάφειας. Και αυτό σημαίνει, από τη μία πλευρά, από την πλευρά της παρουσίας σε αυτήν του ειδικού [στοιχείου], ότι η χρησιμοποίηση του συστήματος της διαλεκτικής λογικής του «Κεφαλαίου» σε άλλο αντικείμενο δεν μπορεί να είναι πάντα και μόνον ένα πρότυπο-καλούπι, ότι στη διαδικασία χρησιμοποίησης αυτού του συστήματος σε άλλη διαδικασία ανάπτυξης, αυτό αναπόφευκτα τροποποιείται. Από την άλλη πλευρά, από την πλευρά της παρουσίας σε αυτό του καθολικού [στοιχείου], το σύστημα της διαλεκτικής λογικής κατά τη χρησιμοποίησή του σε άλλη αναπτυξιακή διαδικασία θα διατηρείται, αν και σε μετασχηματισμένη, σε «ανηρημένη» μορφή.
Η περαιτέρω συστηματική μελέτη άλλων αναπτυξιακών διαδικασιών είναι ανέφικτη χωρίς τη χρησιμοποίηση του συστήματος της διαλεκτικής λογικής του «Κεφαλαίου» του Κ. Μαρξ, καθώς είναι ανέφικτη η ανάπτυξη κάθε επιστήμης χωρίς τη δημιουργική αφομοίωση και χρησιμοποίηση του νοητικού υλικού που έχει συσσωρευθεί κατά το παρελθόν.
Ολοκληρώνοντας θέλω να πω, ότι το προτεινόμενο στον αναγνώστη έργο, είχε ως κίνητρο το εξής παράδοξο που διατύπωσε ο Β.Ι. Λένιν: «Είναι αδύνατο να κατανοηθεί καθ’ όλα το «Κεφάλαιο» του Μαρξ και ιδιαίτερα το 1ο κεφάλαιό του, χωρίς να έχει μελετηθεί και χωρίς να έχει κατανοηθεί ολόκληρη* η Λογική του Χέγκελ. Συνεπώς, κανένας από τους μαρξιστές δεν κατανόησε τον Μαρξ μετά από ½ αιώνα!!» (Β. Ι. Λένιν. Άπαντα. Τ. 29, σε. 162).
Ακριβώς η λεπτομερής σύγκριση-αντιπαραβολή του «Κεφαλαίου» με όλη τη λογική του Χέγκελ ήταν απαραίτητη, ώστε να διακριθεί στο συγκεκριμένο υλικό αυτού του έργου του Κ. Μαρξ η Λογική (με κεφαλαίο) του «Κεφαλαίου» ως σύστημα. Ωστόσο, αυτό το σύστημα, θα το υπογραμμίσω για άλλη μια φορά, συνιστά τέτοιο καθολικό, το οποίο είναι εσωτερικά ενιαίο με το ειδικό, γεγονός που σημαίνει, ότι είναι τέτοιο καθολικό, το οποίο είναι ιστορικό, μεταβλητό. Συνάμα, χωρίς ειδική διάκριση της Λογικής του «Κεφαλαίου», είναι ανέφικτη η χρησιμοποίηση του λογικού εξοπλισμού που εμπεριέχεται σε αυτό κατά τη διερεύνηση άλλων αναπτυξιακών διαδικασιών.

Post scriptum.
Η ανάγνωση κάθε βιβλίου πάντοτε δεν συνίσταται μόνο σε πρόσκτηση της σκέψης του συγγραφέα, αλλά και -κατά το μάλλον ή ήττον- ερμηνεία αυτής της σκέψης. Η φιλοσοφική ανάγνωση τέτοιου οικονομικού έργου όπως το «Κεφάλαιο» είναι αναπόφευκτα διερεύνησή του. Διερεύνηση ιδιόμορφη, η οποία εκκινεί από ορισμένες προϋποθέσεις.
Κάποιοι από τους Έλληνες αναγνώστες γνωρίζουν ήδη σειρά έργων του Ε. Β. Ιλιένκοφ – ενός εξαίρετου σοβιετικού ερευνητή του «Κεφαλαίου». Η προτεινόμενη στη «Λογική του “Κεφαλαίου” του Κ. Μαρξ» εννοιολογική αντίληψη, εκτός από κοινά στοιχεία, έχει και ουσιώδεις διαφορές από την αντίληψη του  Ε. Β. Ιλιένκοφ. Μία από αυτές τις διαφορές είναι η εξής δική μου θέση: ο κυρίαρχος στο «Κεφάλαιο» τρόπος του νοείν, που είναι ο τρόπος της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, μπορεί να δεσπόζει άμεσα μόνο κατά το στάδιο της ώριμης διαδικασίας, η οποία αναπτύσσεται επί της δικής της βάσης. Ενώ κατά το στάδιο της ανώριμης, της μη ανεπτυγμένης, της αναπτυσσόμενης επί ξένης εαυτής βάσης διαδικασίας, η ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο είναι παρούσα ως υπηγμένη στιγμή της κίνησης από τη χαώδη περί του όλου παράσταση, από το αισθητηριακό συγκεκριμένο στο αφηρημένο.
Στην αντίληψη του  Ε. Β. Ιλιένκοφ η διάκριση αυτή απουσιάζει. Κατά τη γνώμη του, ο τρόπος της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο κυριαρχεί πάντοτε. Το μόνο που χρειάζεται είναι να τον κατέχεις. Απ' εδώ έπεται -ρητά ή υπόρρητα- η αντίληψη, κατά την οποία ο τρόπος της [ως άνω] ανάβασης μπορεί να γίνει κυρίαρχος σε όλες τις σύγχρονες επιστήμες, αρκεί για αυτό μόνον η αφομοίωσή του.
Κατά τη δική μου αντίληψη, για τη χρησιμοποίηση του τρόπου της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο ως κυρίαρχου, προαπαιτούμενο δεν είναι μόνο ένα αρκούντως υψηλό στάδιο ανάπτυξης του ατόμου, το οποίο ασχολείται με την επιστήμη, αλλά και η μετάβαση της ίδιας της επιστήμης στην ανεπτυγμένη της βαθμίδα και η ύπαρξη ανεπτυγμένου, ώριμου γνωστικού αντικειμένου της επιστήμης. Η μεγαλοφυΐα του Κ. Μαρξ, μεταξύ άλλων συνδεόταν με το γεγονός ότι κατόρθωσε να επιλέξει ένα αντικείμενο, το οποίο είχε ωριμάσει, ώστε να το διερευνήσει κατά προτεραιότητα μέσω του τρόπου της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο και [έτσι] αναβάθμισε την επιστήμη (την πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας)  στο στάδιο της ωριμότητάς της.
Η ανάπτυξη των αντικειμένων των επιστημών, όπως και η ανάπτυξη των ίδιων των επιστημών, είναι μια φυσικοϊστορική, νομοτελής διαδικασία. Η πλειονότητα των σύγχρονων επιστημών, κατά τη γνώμη μου, δεν έχουν επιτύχει ακόμα ανεπτυγμένη μορφή. Σε αυτές μάλλον κυριαρχεί η κίνηση από τη χαώδη περί του όλου αντίληψη, από το αισθητηριακά συγκεκριμένο στο αφηρημένο, η ανάλυση. Η ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, η σύνθεση, ενέχει [σε αυτές] υπηγμένη μορφή.
Εκκινώντας από αυτό, δεν βλέπω τον τρόπο της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο ως τρόπο διατύπωσης [των αποτελεσμάτων] των σύγχρονων επιστημών, ως έτοιμων ήδη για αυτό, αλλά ως τρόπο της μελλοντικής ανάπτυξης πολλών επιστημών, ως τρόπο έρευνας, ο οποίος τροποποιείται στην πορεία της [εκάστοτε] συγκεκριμένης έρευνας. Η λογική του «Κεφαλαίου» (η Λογική με κεφαλαίο) κατά τη δική μου άποψη, είναι η λογική η οποία -με ορισμένες, ενδεχομένως ουσιώδεις αλλαγές- μέλει να καταστεί η λογική της ανάπτυξης των επιστημών, στο βαθμό που αυτές θα περνούν στο στάδιο της ωριμότητάς τους κατά την αντανάκλαση του αναπτυσσόμενου αντικειμένου [τους]. Λόχου χάρη, στη βιολογία, μέχρι σήμερα με αναλυτικό τρόπο εξετάζεται κατά κύριο λόγο, μεταξύ άλλων, ο ανθρώπινος οργανισμός. [Εδώ] ωριμάζει, διανοίγει το δρόμο της η συνθετική προσέγγιση, αλλά δεν έχει καταστεί δεσπόζουσα. Αυτό είναι εμφανέστατο στη σύγχρονη ιατρική, η οποία εδράζεται στο σύγχρονο επίπεδο ανάπτυξης της βιολογίας. Ο άνθρωπος γίνεται αντικείμενο θεραπείας κατά μέρη: θεραπευτικές αγωγές ασκούνται στα ώτα, στα μάτια, στη ρίνα, στους νεφρούς κ.ο.κ., ενώ διαφεύγει της προσοχής των θεραπόντων ο άνθρωπος ως ολότητα. Οι απόπειρες χρησιμοποίησης της αρχαίας ιατρικής, ιδιαίτερα αυτής της Άπω Ανατολής, δεν μπορούν να διορθώσουν ριζικά την κατάσταση, διότι οι αρχαίοι είχαν μια κατ' εξοχήν χαώδη αντίληψη για τον άνθρωπο.
Στη βιολογία η χρησιμοποίηση του τρόπου της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, του τρόπου της συνθετικής εξέτασης του αντικειμένου ως κυρίαρχου, είναι έργο του μέλλοντος. Ένα έργο το οποίο κυοφορεί τεράστιες, ασύγκριτες με τις σύγχρονες, ευοίωνες δυνατότητες πρακτικής χρησιμοποίησής της.
Συναρπαστικές προοπτικές διανοίγονται και στο πεδίο της χρησιμοποίησης της Λογικής  του «Κεφαλαίου» κατά τη διερεύνηση ολόκληρης της ανάπτυξης της ανθρωπότητας, της κοινωνίας, και μάλιστα, -όπως είναι φυσικό- η λογική αυτή θα τροποποιείται σε αντιστοιχία με το υπό εξέταση αντικείμενο.
Η ιστορία της ανθρωπότητας, από την εμφάνισή της μέχρι και το ορατό μέλλον της, υποδιαιρείται σε δύο μέγιστα στάδια: της προϊστορίας και της αυθεντικά ανθρώπινης ιστορίας. Στην πορεία της προϊστορίας, η ανθρωπότητα ανακύπτει και διαμορφώνεται από τη βιολογική και την κοινωνική άποψη. Στη διαδικασία της διαμόρφωσής της, η κοινωνία διαιρείται σε ανταγωνιστικές τάξεις. Συνάμα, στα πλαίσια των ανταγωνισμών, ωριμάζουν οι προϋποθέσεις για τη μετατροπή της ανθρωπότητας σε ενιαίο όλο. Έτσι, επί κεφαλαιοκρατίας, με τη διαμόρφωση της παγκόσμιας αγοράς, διαμορφώνεται η ιστορία ως παγκόσμια. Ωστόσο, μόνο κατά το στάδιο της αυθεντικά ανθρώπινης ιστορίας οι άνθρωποι αίρονται υπεράνω της φύσης, όχι μόνον από βιολογικής, αλλά και από κοινωνικής απόψεως: εδώ το ανθρώπινο γένος αναπτύσσεται ως ενοποιημένο, ενιαίο, ως ενιαίο όλο. Ήδη, στο βαθμό του γίγνεσθαι της ανθρωπότητας ως ενιαίου όλου, αναβαθμίζεται η ανάγκη αντανάκλασης της κοινωνίας ως όλου και η σημασία τέτοιου είδους αντανάκλασης, δηλαδή, αντανάκλασής της με τον τρόπο της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο.
Το πεδίο χρησιμοποίησης του τρόπου της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο είναι ήδη πολύ μεγάλο. Ο τρόπος αυτός είναι ο τρόπος νοητικής αναπαραγωγής του αναπτυσσόμενου συστήματος. Εν τω μεταξύ, ο σύγχρονος κόσμος, ως προς το βασικό του περιεχόμενο, συνιστά την αλληλεπίδραση δύο παγκόσμιων συστημάτων: του σοσιαλιστικού και του κεφαλαιοκρατικού. Κανένα από αυτά, ούτε και η αλληλεπίδρασή τους δεν μπορούν να κατανοηθούν σε βάθος χωρίς τη χρησιμοποίηση του τρόπου της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Η κάθε μεμονωμένη χώρα, -είτε το θέλουμε είτε όχι- αντικειμενικά υφίσταται ως αναπόσπαστο μέρος, ως στιγμή της αναπτυσσόμενης ανθρωπότητας.
Ο τρόπος της ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, θα εκδιπλώσει τις δυνατότητές του σε πλήρη βαθμό κατά τη διερεύνηση της αυθεντικής ιστορίας της ανθρωπότητας.     


* Υπογράμμιση του Β.Ι. Λένιν.

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Ποσότητα έως και εξειδικεύον μέτρο


Στο παρόν κείμενο εκθέτω το εγελιανό κείμενο μαζί με μία σύντομη κριτική ορισμένων σημείων. Η μελέτη αυτή εντάσσεται στα πλαίσια μίας πολύ ευρύτερης μελέτης που  φιλοδοξεί να παρουσιάσει την συγγένεια και τις διαφορές του μέτρου όπως υπάρχει στην επιστήμη της Λογικής και όπως υπάρχει στη λογική του Κεφαλαίου. Όσο εμβαθύνει η έρευνα είναι λογικό ότι κάποιες από τις παρούσες θέσεις να μεταβάλλονται. Ήδη οφείλω να πω ότι έχω μεταβάλλει σε σημαντικό βαθμό την προηγούμενη δημοσίευσή μου που αφορούσε το ειδικό κβάντο.



ΠΟΣΟΤΗΤΑ(ακροτελεύτεια παράγραφος της ποσότητας)
Η μετάβαση από την ποσότητα στο μέτρο(320)
«Το κβάντο τιθέμενο σύμφωνα με την έννοιά του έχει μεταβεί σε έναν άλλο προσδιορισμό». Το «σύμφωνα με την έννοιά του» είναι μίας από τις χαρακτηριστικές εγελιανές φράσεις που φέρνουν τον αναγνώστη σε αμηχανία. Αυτό που κατά τη γνώμη μου σημαίνει είναι ότι η ποσότητα φέρει μέσα της την ποιότητα. Στο ανώτερο στάδιο λοιπόν της ανάπτυξής της η ποσότητα τίθεται σύφμωνα με αυτό το οποίο φέρει εντός της και έτσι αρνείται τον εαυτό της. Ας δούμε και μία δεύτερη διατύπωση που μας δίνει ο Χέγκελ πριν αναλύσουμε περαιτέρω την διαλεκτική της άρνησης της άρνησης. Λέει λοιπόν  «…ή όπως μπορούμε να πούμε, ο προσδιορισμός του είναι τώρα επίσης η προσδιοριστικότητα, το καθαυτό επίσης ως Dasein[1]». Έχουμε έτσι μία μετάβαση από το καθαυτό Είναι(Ansichsein) στο προσδιορισμένο Είναι(Dasein). Το Dasein στην Ποιότητα ,ήταν εκείνο που έχει εντός του ,τόσο το Είναι όσο και το μη-Είναι. Έτσι κατ’ αναλογία το μέτρο είναι εκείνο που έχει εντός του την ενότητα της ποσότητας και της ποιότητας.
Εντός του τελευταίου σταδίου της Ποσότητας υπάρχουν 2 στιγμές αυτή  του εξωτερικού και αδιάφορου κβάντου και αυτή της ποιότητας. Βρισκόμαστε στο μεταβατικό στάδιο από την Ποσότητα στο Μέτρο ,άρα ακόμα εντός της Ποσότητας. Έτσι οι δύο αυτές στιγμές είναι στιγμές της Ποσότητας. Στην αυτοσχεσία της «η ίδια η εξωτερικότητα είναι τεθειμένη ως μεσολαβημένη από το ίδιο το κβάντο και επομένως ως ένα στάδιο του κβάντου, έτσι ώστε σε αυτή την ίδια την εξωτερικότητα το κβάντο σχετίζεται με τον ίδιο τον εαυτό του –είναι Είναι ως ποιότητα». Στο βαθμό λοιπόν που η ποσότητα μεσολαβεί με τον εαυτό της παύει να είναι άμεση και αδιάφορη και έτσι η ίδια η εξωτερικότητα(που ήταν το χαρακτηριστικό της ποσότητας) μετατρέπεται σε στάδιο του κβάντου.
Ανάμεσα στην ποιότητα και την ποσότητα λαμβάνει χώρα μία διπλή άρνηση. Ας παρακολουθήσουμε την 1η άρνηση, αυτή της ποιότητας από την ποσότητα: τα Ένα μέσω της απώθησης σχετίζονται με τα άλλα Ένα και επειδή όλα τα Ένα είναι ίδια, στην πραγματικότητα η απώθηση είναι έλξη , αυτοσχετισμός. Η ποσότητα είναι η «αλήθεια[2] της ποιότητας». Στην πρώτη αυτή μετάβαση «η ταυτότητα των δύο είναι παρούσα αρχικά μόνο καθ’ εαυτή». Τί σημαίνει καθ’ εαυτή; Ότι «η ποιότητα περιλαμβάνεται στην ποσότητα, αλλά η τελευταία είναι ακόμα μόνο μία μονόπλευρη προσδιοριστικότητα». Μέσω τώρα της 2ης άρνησης αποκαλύπτεται η αλήθεια της ποσότητας και η τελευταία παύει να είναι αδιάφορη και επιστρέφει εντός του εαυτού της. Μάλιστα ο Χέγκελ λέει και κάτι το οποίο θα μας χρησιμεύσει λίγο παρακάτω σε ορισμένες κριτικές επισημάνσεις στις οποίες θα προβούμε: «Έτσι η ποσότητα είναι η ίδια η ποιότητα, με ένα τέτοιο τρόπο που έξω από αυτόν τον προσδιορισμό(ενν. την ποσότητα ΘΛ) η ποιότητα ως τέτοια δεν θα ήταν τίποτα άλλο». Επομένως δεν μπορεί να νοηθεί η ποιότητα δίχως την ποσότητα και το αντίστροφο. Η επιστροφή ως άρνηση της άρνησης είναι ποιοτική ποσότητα. «Για να τεθεί η ολότητα, απαιτείται μία διπλή μετάβαση, όχι μόνο η μετάβαση από την μία προσδιοριστικότητα στην άλλη, αλλά εξίσου η μετάβαση από αυτή την άλλη στην πρώτη, η επιστροφή σε αυτήν».


Παρατηρήσεις


Σε αυτό το σημείο πρέπει να προβούμε σε μία προκαταρκτική κριτική αποτίμηση της εγελιανής λογικής. Εφιστήσαμε στο πρώτο κεφάλαιο την προσοχή στο ακόλουθο απόσπασμα «Έτσι η ποσότητα είναι η ίδια η ποιότητα, με ένα τέτοιο τρόπο που έξω από αυτόν τον προσδιορισμό(ενν. την ποσότητα ΘΛ) η ποιότητα ως τέτοια δεν θα ήταν τίποτα άλλο»[3]. Κατά τη γνώμη μας το απόσπασμα αυτό και τα δύο που παραθέτουμε στην υποσημείωση εκφράζουν τη μία από τις δύο αντικρουόμενες τάσεις μέσα στην εγελιανή λογική. Τι χαρακτηρίζει όμως πρώτα απ’ όλα την εγελιανή λογική; Το ότι υπάρχει απόλυτη ταυτότητα ανάμεσα στο Υποκείμενο και το Αντικείμενο(στο εξής Υ-Α). Αντίθετα στην λογική του Κεφαλαίου υπάρχει ταυτότητα με διαφορά και ο Βαζιούλιν μέσα στην ίδια την λογική του Κεφαλαίου ανακαλύτει 6 τύπους σχέσης ανάμεσα στο ιστορικό και το λογικό.
Η σκέψη παρουσιάζει ιδιοτυπίες ως προς την σύλληψη του πραγματικού αντικειμένου και ο τρόπος της διαφέρει από τον τρόπο ανάπτυξης και ύπαρξης του πραγματικού αντικειμένου. Ο Χέγκελ αντίθετα ταυτίζει τον τρόπο σύλληψης του αντικειμένου με την έκπτυξή και ανάπτυξή του. Εξού και είναι δύσκολο και στον ίδιο τον Χέγκελ και στους ερμηνευτές του να αποφασίσουν αν η ανάπτυξη γίνεται από έναν τρίτο, τον φιλόσοφο ή είναι εμμενής. Μόνο αν υιοθετήσει κανείς μία κριτική σκοπιά απέναντι στην εγελιανή λογική, μπορεί να αντιληφθεί ότι η παραπάνω δυσκολία δεν μπορεί να λυθεί ερμηνευτικά· έτσι στα πλαίσια του εγελιανού κειμένου απλά πρέπει να εντοπίζεται ως αδυναμία ,ενώ στα πλαίσια της περαιτέρω ανάπτυξης της Λογικής η δυσκολία αυτή έχει ήδη αρθεί διαλεκτικά από την ανώτερη μαρξική λογική(όπως την αποκωδικοποίησε ο Βαζιούλιν).
Επομένως αν δεν εξεταστεί κριτικά ο Χέγκελ θα υπάρχει πάντα μία άλυτη αντινομία ανάμεσα στο αν η ανάπτυξη είναι γνωσιολογική ή οντολογική. Στην πραγματικότητα αυτή η αμηχανία είναι ακριβώς η ιδιοτυπία της εγελιανής θεωρησιακής ταυτότητας Υ-Α. Ο τρόπος με τον οποίο ο φιλόσοφος προσλαμβάνει το αντικείμενο ,ταυτίζεται με το ίδιο το αντικείμενο και γι’ αυτό έχουμε απόλυτη ταυτότητα. Άρα το αντικείμενο αναπτύσσεται με τον τρόπο με τον οποίο το συλλαμβάνουμε, ή το συλλάμβάνουμε με τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται. Αυτή η φράση θα μπορούσε να είναι παραλλαγή της φράσης «ό,τι είναι έλλογο είναι πραγματικό και ό,τι είναι πραγματικό είναι έλλογο». Αντίθετα στον Μαρξ η σκέψη έχει τη δική της ιδιοτυπία στο να κατανοεί το πραγματικό. Το πραγματικό με άλλα λόγια δεν αντιστοιχεί πλήρως στις κατηγορίες της σκέψης.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ακριβώς η σχέση ποιότητας ,ποσότητας ,μέτρου, ουσίας. Η ποσότητα ποτέ δεν αναπτύσσεται ανεξάρτητα από την ποιότητα(αυτό μας το ομολογεί και ο ίδιος ο Χέγκελ με τα αποσπάσματα που παραθέσαμε) και εφόσον αυτά τα δύο είναι αχώριστα έχουμε ήδη εξαρχής το μέτρο. Επομένως το μέτρο ανακύπτει ήδη από την αφετηρία ,παρότι η σκέψη το κατανοεί ως τρίτο κατά σειρά. Όμως το Είναι δεν είναι το ίδιο το αντικείμενο(όπως το εμπόρευμα δεν είναι το κεφάλαιο), αλλά είναι η επιφάνεια του αντικειμένου. Το κατ’ εξοχήν αντικείμενο εμφανίζεται στην ουσία. Όμως παρότι το εμπόρευμα εν γένει προϋπάρχει του καπιταλισμού ,το καπιταλιστικό εμπόρευμα(άρα το εμπόρευμα ως έκφραση του γενικού πλούτου ,ρόλο που έχει το εμπόρευμα μόνο στον ΚΤΠ και όπου επίσης η εργατική δύναμη είναι εμπόρευμα) ,άρα το Είναι της Κεφαλαιοκρατίας ,δεν προϋπάρχει ,παρότι εξετάζεται πριν την Κεφαλαιοκρατία. Ο Μαρξ έλεγε ότι αν η ουσία των πραγμάτων βρισκόταν στην επιφάνεια, τότε δεν θα είχαμε ανάγκη την επιστήμη. Όμως το γεγονός ότι στην κίνηση της σκέψης η ουσία έπεται του Είναι ,δεν σημαίνει ότι και οντολογικά και ιστορικά η ουσία έπεται. Αντίθετα στον Χέγκελ η ουσία συλλαμβάνεται ως δεύτερο στάδιο της Ιδέας ,που σημαίνει ότι και οντολογικά εκτός από γνωσιολογικά είναι δεύτερο στάδιο. Η σύλληψη της ουσίας ,ταυτίζεται με την ύπαρξη της ουσίας.
Κατ’ επέκταση στον Χέγκελ έχουμε 2 ειδών μεταβάσεις: αυτές που πράγματι αντιστοιχούν στην πραγματική ανάπτυξη του αντικειμένου και άρα οντολογικά συνιστούν διαδοχικά στάδια και αυτές που συνδέονται με την ιδιοτυπία της σκέψης, δηλ. με τον ιδιαίτερο δρόμο(δρόμο με ζικ-ζακ) που αυτή ακολουθεί για να συλλάβει την πραγματική ανάπτυξη. Αν δεν κάνεις αυτή τη διάκριση(που συνιστά συνάμα και κριτική απέναντι στον Χέγκελ) ,τότε οδηγείσαι σε ανυπέρβλητες δυσκολίες ,στο να κατανοήσεις στο πως κινείται το κείμενο. Έτσι όταν ο Χέγκελ λέει ότι η ποιότητα είναι η αλήθεια της ποσότητας και το αντίστροφο δεν πρόκειται για κάποια οντολογική διαδοχή αλλά για μία βαθύτερη σύλληψη του πραγματικού μία σύλληψη η οποία βρίσκεται πιο κοντά στο αντικείμενο ως νοητική ολότητα.
Στον Χέγκελ η μετάβαση από την ποσότητα στο μετρο ακριβώς επειδή όπως είπαμε ταυτίζεται τη νόηση με το πραγματικό παρουσιάζεται σε μία μυστηριακή μορφή όπου το ποσοστικό σαν να κινείται από μόνο σχετίζεται με τον εαυτό του και αυτός ο σχετισμός είναι η ποιότητά του. Πράγματι η ποσότητα στο μέτρο προσδιορίζεται, φωτίζεται από την ποιότητα ,αλλά αυτό το γεγονός σημαίνει μόνο ότι μπαίνει στο ερευνητικό προσκύνιο η σχέση των πλευρών ,δεν σημαίνει ότι η σχέση προέκυψε από αυτοανάπτυξη. Ας δούμε ένα παράδειγμα: στο Κεφάλαιο του Μαρξ έχει σημασία να κατανοήσουμε ότι όλη η ανάπτυξη γίνεται εντός ενός προσδιορισμένου Είναι(Εμπόρευμα) και επίσης να κατανοήσουμε ποια είναι η ποιότητα από την οποία γεννάται η ποσότητα και στην οποία επιστρέφει, έτσι και στον Χέγκελ πρέπει να έχουμε κατά νου πάντα ότι η ποσότητα φέρει μέσα της την ποιότητα. Και αν αυτό δεν φαίνεται στο δεύτερο μέρος(όπου εξετάζει την ίδια την Ποσότητα) αναδύεται στην μετάβαση στο μέτρο.
Ο προσδιορισμός της ποσότητας από την ποιότητα όταν μιλάμε για τις κατηγορίες της λογικής είναι προφανές ότι αδυνατεί να φανεί. Μόνο όταν η λογική εξετάζεται σε σύνδεση με ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, είναι δυνατό να κατανοήσει κανείς τα όρια που θέτει η ποιότητα στην ποσότητα και άρα την μεταξύ τους σχέση στο μέτρο. Έτσι για παράδειγμα το εμπόρευμα θέτει το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί η αξία ως ποσότητα με την έννοια ότι η αξία(ως ποιοτικός προσδιορισμός) και το μέγεθος της αξίας(ως ποσοτικός προσδιορισμός) είναι οι κατηγορίες που αντιστοιχούν σε ένα προσδιορισμένο Είναι, αυτό του εμπορεύματος. Έτσι στην Ποσότητα γίνεται λόγος για κβάντα αξίας ,τα οποία είναι αδιάφορα μεταξύ τους ,αλλά πάντως παραμένουν κβάντα της αξίας.

Μία ανάλογη μετάβαση στον Μαρξ θα μπορούσε να είναι ως εξής. Η αξία είναι κοινωνική ιδιότητα που προκύπτει ως το κοινό σε μία σχέση ανταλλαγής 2 εμπορευμάτων. Έτσι όπως και στο χρήμα όταν μιλάμε για αξία δεν μπορούμε να διακρίνουμε μέσω αυτής συγκεκριμένα εμπορεύματα ,εξ’ αυτού η αξία δεν φέρει μέσα της ως στιγμές όλες τις επιμέρους αξίες χρήσης των μεμονωμένων εμπορευμάτων. Από την σκοπιά του μεγέθους της αξίας ,αυτό συνίσταται σε κβάντα αξίας,τα οποία αποκρυσταλλώνονται στο εκάστοτε εμπόρευμα και αυξάνουν την αξία του. Όμως επειδή η αξία είναι κοινωνική σχέση δεν ενδιαφέρει την μελέτη της κεφαλαιοκρατίας αλλά και την ίδια την κεφαλαιοκρατία η αξία του μεμονωμένου εμπορεύαματος αλλά η μέση αξία της εκάστοτε ομάδας εμπορευμάτων. Άρα η αξία ως αδιάφορη ποσότητα συνδέεται με την αξία ως ομοιογενοποιητική ποιότητα και έχουμε έτσι μία νέα σχέση αυτήν της ποσοτικής ποιότητας.


ΜΕΤΡΟ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΠΟΣΟΤΗΤΑ(ποιοτική ποσότητα ως κάτι άμεσο)


Το πρώτο κεφάλαιο του μέτρου ανήκει στον μηχανισμό ,ο οποίος χαρακτηρίζεται από νόμους. Ο μηχανισμός περιέχει εντός του την αφηρημένη ύλη. «Οι ποιοτικές διαφορές αυτής της ύλης είναι ουσιαστικά ποσοτικής φύσης· ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι τίποτα από απλές εξωτερικότητες, και πλήθος από ύλες, μάζες, η ένταση του βάρους είναι προσδιορισμοί οι οποίοι είναι εξίσου εξωτερικοί και έχουν την δική τους προσδιοριστικότητα στο ποσοτικό στοιχείο». «Ως έτσι εσωτερικά προσδιορισμένο στον εαυτό, ο περαιτέρω προσδιορισμός του είναι ότι η διαφορά των στιγμών, του ποιοτικά και ποσοτικά προσδιορισμένου Είναι, αποκαλύπτεται σε αυτό. Αυτές οι στιγμές προσδιορίζουν περαιτέρω τους εαυτούς τους εντός όλων που είναι αυτόνομα μέτρα...»Ένα παράδειγμα είναι ο τρίτος νόμος του Κέπλερ[4] στον οποίο η ποσοτική αναλογία των δύο αφηρημένων υλών διαμορφώνει την ποιοτική τους σχέση. Στο πραγματικό(ή αληθινό) μέτρο που είναι το δεύτερο κεφάλαιο του μέτρου ο χώρος και ο χρόνος δεν εξαφανίζονται αλλά «υπάγονται πια σε άλλους προσδιορισμούς και δεν σχετίζονται μεταξύ τους μόνο σύμφωνα με τον δικό τους εννοιακό προσδιορισμό»[345].  Το πραγματικό μέτρο περιλαμβάνει τα χημικά μέτρα τα οποία είναι συγκεκριμένα πράγματα

Α. Το ειδικό(spezifische) κβάντο(ποσό)(330-333)


1.
Έχουμε λοιπόν ήδη από την προηγούμενη ανάπτυξη ως κεκτημένο ότι το μέτρο είναι μία ποσότητα ,η οποία προσδιορίζεται από την ποιότητα.  «Κάθε προσδιορισμένο Είναι έχει ένα μέγεθος, και εκείνο το μέγεθος ανήκει στην φύση του ίδιου του Κάτινος». Που σημαίνει ότι όταν προηγουμένως εξετάζαμε την ποσότητα θα έπρεπε να έχουμε υπόψη μας ότι πρόκειται για ποσότητα ενός Dasein. Απλώς στην Ποσότητα η έμφαση δινόταν στην ποσοτική πλευρά του Dasein. Στο μέτρο όμως ήρθε η ώρα να εξεταστεί η ενότητα της ποιότητας και της ποσότητας. Επομένως η μετάβαση στο μέτρο δεν έγινε από την ίδια την αυτοανάπτυξη της ποσότητας αλλά επειδή η νόηση εφόσον έχει κατανοήσει πλήρως την ποσοτική πλευρά κινείται τώρα προς την σύλληψη της σχέσης ανάμεσα στην ποιότητα και την ποσότητα αλλά σε νέα βάση έχοντας πλέον γνωρίσει και τις δύο πλεύρες ως σχετικά ανεξάρτητες τη μία από την άλλη.
Ειδικό κβάντο ονομάζεται από τον Χέγκελ το πρώτο στάδιο της σχέσης ποιότητας-ποσότητας. Σε αυτό το πρώτο στάδιο οι πλευρές βρίσκονται ακόμα σε μία εξωτερική ενότητα(σε μία «αχωριστότητα», όπως μας προτείνει ο ίδιος σε μία από τις πρώτες παρατηρήσεις της λογικής να λέμε αντί για την λέξη ενότητα). Αυτό τι σημαίνει; Ότι παρότι η ποσότητα ανήκει στην ποιότητα και η ποιότητα ανήκει στην ποσότητα ,αυτές παραμένουν άμεσες. . Έτσι οι πλευρές του μέτρου είναι επίσης άμεσες, «ως ένα άμεσο μέτρο αυτό είναι ένα άμεσο κβάντο και γι’ αυτό κάποιο προσδιορισμένο(bestimmte) κβάντο· εξίσου άμεση είναι η ποιότητα που ανήκει σε αυτό(ενν. το κβάντο)». Άμεσες σημαίνει ότι ακόμα δεν μεσολαβούνται μεταξύ τους. Εδώ πρόκειται για μία ταυτότητα με διαφορά. Αυτή η διάκριση ίσως γίνει περισσότερο αντιληπτή με ένα παράδειγμα. Η θερμοκρασία είναι η αδιάφορη ποσότητα και σχετιζόμενη εξωτερικά με ένα αντικείμενο αυτό αποκτά μία θερμοκρασία. Εδώ οι πλευρές παρότι βρίσκονται σε μία σχέση ,καθώς γίνεται λόγος για την θερμοκρασία της μίας και της άλλη συγκεκριμένης ύπαρξης, η σχέση τους είναι ακόμα εξωτερική. Επομένως η θερμοκρασία δεν είναι πλέον αδιάφορη καθώς συνδέεται με ένα αντικείμενο και μάλιστα σε συγκεκριμένους βαθμούς αυτό αλλάζει ποιοτικά,«Το Κάτι δεν είναι αδιάφορο προς το μέγεθος…αλλά η αλλαγή του μεγέθους αλλάζει την ποιότητά του».
Δεν κάνουμε αναφορά στην κλίμακα  γιατί θα την συναντήσουμε αμέσως παρακάτω ως «Κανόνα», και επίσης παραλείπουμε την παράγραφο 2 καθότι κάνει αναφορά στην ιστορία της φιλοσοφίας. Πάμε λοιπόν στην πολύ σημαντική παράγραφο 3.
Στην τρίτη λοιπόν παράγραφο του κεφαλαίου ο Χέγκελ λέει ότι το ειδικό κβάντο στην αμεσότητά του «είναι μία συνηθισμένη ποιότητα με ένα συγκεκριμένο μέγεθος κατάλληλο για αυτή». Επαναλαμβάνει επίσης ότι επειδή το μέτρο είναι άμεσο και οι ίδιες οι πλευρές είναι άμεσες και έχουν «μία διαφορετική ύπαρξη». Η μετάβαση στο επόμενο κεφάλαιο γίνεται μέσω της τελευταίας πρότασης του παρόντος κεφαλαίου: « Η ύπαρξη του μέτρου ,η οποία είναι η πλευρά του μεγέθους προσδιορισμένου εν εαυτώ ,συμπεριφέρεται τότε ενάντια στην ύπαρξη της μεταβλητής εξωτερικής πλευράς με το να αίρει την αδιαφορία του τελευταίου· αυτή είναι ένα προσδιορίζον μέτρο». Βλέπουμε λοιπόν ότι το μέτρο τώρα παύει να είναι η εξωτερική ενότητα της ποσότητας και της ποιότητας και ανέρχεται σε ένα πολύ πιο συγκεκριμένο επίπεδο, αυτό του προσδιορισμού της ποσότητας από την ποιότητα. Πλέον η αδιάφορη ποσότητα προσδιορίζεται από το εσωτερικό μέτρο της ποιότητας.


Β. Εξειδικεύον μέτρο[333-341][5]


α. Ο κανόνας[333]


Όπως είδαμε το προηγούμενο κεφάλαιο κλείνει με την μετάβαση στο εξειδικεύον μέτρο. Το παρόν υποκεφάλαιο με τίτλο «Ο κανόνας» φαίνεται πως επανέρχεται στην εξωτερική σχέση της ποσότητας με την ποιότητα. Λέει αρχικά ότι η κλίμακα είναι συνώνυμη του κανόνα, δηλ. της εξωτερικής σχέσης ενός προσδιορισμένου καθ’ εαυτό ειδικού κβάντου(μέτρου) με μία «ιδιαίτερη ύπαρξη(Existenz)». Ο ορισμός του κανόνα είναι ότι «αυτός είναι ένα μέτρο εξωτερικό προς το απλό κβάντο», όπου απλό κβάντο(blöße Quantum) σημαίνει ύπαρξη. Στη σχέση του κανόνα με το εξωτερικό(ή απλό) κβάντο «αυτό είναι ένα κβάντο με μία ύπαρξη, η οποία είναι άλλη από το κάτι του κανόναΑλλά το μέτρο δεν είναι μόνο ένας εξωτερικός κανόνας. Το ειδικό μέτρο έχει ως εσωτερική του φύση ότι συνδέεται με το άλλο του ,το οποίο είναι κβάντο(ως αδιάφορη ποσότητα).
Στο προηγούμενο κεφάλαιο η ποιοτική πλευρά ήρε την ποσοτική και έτσι μεταβήκαμε στο εξειδικεύον μέτρο. Παρόλα αυτά ο κανόνας επιστρέφει ξανά στο προ της άρσης μέτρο. Άρα το υποκεφάλαιο του «Κανόνα» είναι το ειδικό κβάντο και δεν έχει καμία σχέση με το εξειδικεύον μέτρο. Η αναφορά του από τον Χέγκελ ως πρώτου σταδίου του προσδιορίζοντος μέτρο είναι παραπλανητική. Κατά τη γνώμη μας εδώ το τριαδικό σχήμα παραμορφώνει την ίδια την εγελιανή λογική. Ο Μαρξ(όπως τον ερμηνεύει ο Βαζιούλιν) δεν είναι τυχαίο πως μεταβαίνει κατ’ ευθείαν από το ειδικό κβάντο στο προσδιορίζον.
Ο κανόνας κλείνει έτσι όπως περίπου έκλεισε και το ειδικό κβάντο ,λέγοντας ότι «το μέτρο δεν είναι μόνο ένα εξωτερικός κανόνας· ως ένα ειδικό μέτρο η εσωτερική του φύση είναι ότι σχετίζεται με το άλλο του ,το οποίο είναι ένα κβάντο».

β. Εξειδικεύον μέτρο[333-336]

Από την εξωτερική σχέση της ποιότητας και της ποσότητας που είχαμε στο ειδικό κβάντο μεταβαίνουμε στην εξειδίκευση της ποσότητας από την ποιότητα. Από εδώ πιάνει το νήμα το υποκεφάλαιο για το εξειδικεύον μέτρο. Κατά τη γνώμη μου μπορούμε να παρομοιάσουμε την αδιάφορη ποσότητα με το επουσιώδες. Η αδιάφορη ποσότητα εντός του μέτρου είναι ό,τι έχει απομείνει από την Ποσότητα ,όπως το επουσιώδες είναι ό,τι έχει απομείνει από το Είναι εντός της ουσίας.
Η πρώτη πρόταση είναι ιδιαίτερα περίπλοκη: «Το μέτρο είναι ένα ειδικό προσδιορίζειν του εξωτερικού μεγέθους, δηλ. του αδιάφορου μεγέθους ,το οποίο τίθεται στο Κάτι του μέτρου από μία άλλη ύπαρξη εν γένει». Άρα εντός του μέτρου έχουμε το αδιάφορο μέγεθος και το Κάτι. Τι είναι αυτό το Κάτι; «Το Κάτι του μέτρου είναι πράγματι το ίδιο ένα κβάντο, αλλά με τη διαφορά ότι αυτό είναι η ποιοτική πλευρά προσδιορίζουσα το απλά αδιάφορο και εξωτερικό κβάντο». Άρα το Κάτι που είναι ένα οποιοδήποτε πράγμα στην σχέση του με την αδιάφορη ποσότητα εντός του ειδικού κβάντου παίζει το ρόλο της ποιότητας.
Αν αναλύσουμε το Κάτι θα δούμε ότι αυτό διαθέτει ένα εγγενές μέτρο ,ένα δικό του δηλ. ιδιαίτερο μέτρο ,το οποίο είναι αποτέλεσμα της σχέσης της εσωτερικής του ποιότητας με το μέγεθος αυτής. Το Κάτι άρα έχει διπλό ρόλο από την μία είναι ποιότητα στην σχέση του με την αδιάφορη ποσότητα και από την άλλη είναι εγγενές μέτρο στον εαυτό του. Το ίδιο το Κάτι αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς έχει πολλά μέτρα καθώς φέρει εντός του πολλές ποιότητες(ιδιότητες) και άρα πολλά μεγέθη που αντιστοιχούν σε αυτές. Εξ’ ου και ο Χέγκελ λέει ότι: «Το εμμενές μέτρο είναι μία ποιότητα του κάτινος…». Το εμμενές μέτρο του κάτινος δεν είναι άλλο από την σχέση στο εσωτερικό του της ποιότητας με την ποσότητα. Όμως εμάς σε αυτό το επίπεδο αφαίρεσης δεν μας ενδιαφέρει πως συγκροτείται στο εσωτερικό του το εξειδικεύον μέτρο αλλά μόνο η προσδιορίζουσα σχέση που έχει με την εξωτερική ποσότητα.
Ας δούμε το παράδειγμα που μας δίνει στην παρατήρηση: Η θερμοκρασία είναι εξωτερικό αδιάφορο μέγεθος σχετίζεται στο μέτρο με μία ποιότητα. Η ποιότητα αυτή είναι το Κάτι ,δηλ. ένα πράγμα. Όταν τώρα η θερμοκρασία συσχετίζεται με ένα πράγμα ούσα αυτή το γενικό μέσο, η σχέση τους είναι εξωτερική και η θερμοκρασία λειτουργεί ως κλίμακα ή κανόνας. Η αλλαγή της εν τοιαύτη περιπτώσει γίνεται «στην κλίμακα μίας αριθμητικής προόδου, αυξανόμενη ή μειούμενη ομοιόμορφα». Για την ακρίβεια αυτή είναι η πρώτη, η εμπειρική πρόσληψη της θερμοκρασίας όταν δηλ. αυτή σχετίζεται με ένα πράγμα. Εδώ αυτή η εξωτερική πλευρά θυμίζει το επουσιώδες(ό,τι έχει απομείνει από το Είναι εντός της Ουσίας) ,δηλ. ό,τι έχει απομείνει από την ποσότητα αλλά εντός του μέτρου. Επομένως και το επουσιώδες και το εξωτερικό κβάντο είναι ανηρημένα μεν ,διατηρούν όμως την αμεσότητα το πρώτο ,την αδιαφορία το δεύτερο. Αυτό που βλέπουμε είναι η εξωτερική σχέση της ποσότητας με το πράγμα. Αν το προσέξουμε λίγο καλύτερα το Κάτι έχει το δικό του εγγενές μέτρο, το οποίο ο Χέγκελ το ονομάζει θερμική ικανότητα.
Τι είναι όμως η θερμική ικανότητα;  Ο τύπος της είναι c=Q/ΔΤ ,όπου Q η θερμότητα και όπου ΔΤ η διαφορά θερμοκρασίας. Θερμική ικανότητα εκάστου σώματος είναι η θερμότητα που απαιτείται για να μεταβληθεί κατά ένα βαθμό η θερμοκρασία του. Έτσι το νερό χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη ποσότητα θερμότητας για να μεταβάλλει τη θερμοκρασία του απ’ ότι πχ η άσφαλτος. Ακόμα εμείς σε αυτό το επίπεδο που βρισκόμαστε παρατηρούμε την θερμική ικανότητα κάπως αφηρημένα ,την βλέπουμε στο αποτέλεσμά της ,δηλ. στις διαφορετικές θερμοκρασίες. Μόνο αν εξεταστεί ειδικά το εγγενές αυτό μέτρο θα μπορέσουμε να δούμε ότι εδώ έχουμε μία νέα κατηγορία αυτή της θερμότητας, δηλ. της ενέργειας. Ο Χέγκελ δεν μπαίνει σε αυτή την ανάλυση. Εδώ ακριβώς φαίνεται ότι το εμμενές μέτρο έχει και αυτό με τη σειρά του πλευρές ,ποιότητα και ποσότητα αλλά η ανάλυση αυτή θα έρθει παρακάτω.
Αν επομένως εξετάσουμε βαθύτερα την σχέση κάτινος-αδιάφορου μεγέθους θα διαπιστώσουμε ότι το «κάτι δεν αποδέχεται το αριθμητικό σύνολο της αλλαγής»· αντίθετα το μέτρο του κάτινος «αντιδρά απέναντι σε αυτή και συμπεριφέρεται απέναντι στο [αριθμητικό] σύνολο ως ένα εντατικό μέτρο αφομοιώνοντας αυτό με ένα χαρακτηριστικά δικό του τρόπο». Έτσι το κάτι εντός της εξωτερικότητας είναι για τον εαυτό του. Στη νέα αυτή σχέση που συλλαμβάνει η νόηση το εξωτερικό κβάντο εξειδικεύεται με ένα σταθερό τρόπο, «το μέτρο έχει έτσι το dasein του ως ένα λόγο(ratio,Verhältnis), και η εξειδίκευσή του είναι εν γένει ο εκθέτης αυτού του λόγου». Αυτό σημαίνει ότι το Κάτι αίρει την αδιάφορη ποσότητα με μία συγκεκριμένη αναλογία ,έτσι ώστε «το κβάντο λαμβάνεται αρχικά στο άμεσο μέγεθός του αλλά διαμέσου του εκθέτη του λόγου αυτό μεταφέρεται σε μία δεύτερη στιγμή σε ένα άλλο πλήθος». Το αδιάφορο πλήθος της εξωτερικής ποσότητας γίνεται προσδιορισμένο πλήθος εντός του κάτινος. Ο εκθέτης είναι επομένως η σχέση ανάμεσα στο εξωτερικό κβάντο και στο εξειδικεύον μέτρο(δηλ. το κάτι).
Ο εκθέτης εκ πρώτοις μπορεί να εμφανιστεί ως η ποσοτική σχέση «ανάμεσα στο εξωτερικό και το ποιοτικά προσδιορισμένο κβάντο» , ως ένα πηλίκο. Όμως αυτή του η πλευρά παρότι υπαρκτή αποκρύπτει την ποιοτική του φύση ως εξειδικεύον το κβάντο ως τέτοιο. Ο εκθέτης ήταν η ποιοτική στιγμή στην ποσότητα ,τώρα παίζει τον ίδιο ρόλο και στο μέτρο: «Ο μόνος αυστηρά εμμενής ποιοτικός προσδιορισμός του κβάντου είναι(όπως είδαμε νωρίτερα) αυτός της δύναμης , και αυτός πρέπει να είναι ένας τέτοιος προσδιορισμός της δύναμης(ή εκθετικός προσδιορισμός ΘΛ) που τώρα συγκροτεί το λόγο και που ως ο εσωτερικά υφιστάμενος προσδιορισμός(«an sich seiende Bestimmung») αντικρίζει το κβάντο ως εξωτερικά συγκροτημένο».
Ανάμεσα στο εξωτερικό κβάντο και στον εσωτερικά υφιστάμενο προσδιορισμό υφίσταται μία διαφορά αρχής(Prinzip) καθότι στον μεν πρώτο η σύνδεση των κβάντων είναι με αριθμητική πρόοδο, ενώ η αντίστοιχη αλλαγή του της «ποιοτικής φύσης παράγει μία άλλη σειρά ,η οποία αναφέρεται στην πρώτη ,αυξάνεται ή μειώνεται με αυτή, όχι όμως σε ένα ένα λόγο προσδιορισμένο από έναν αριθμητικό εκθέτη αλλά με έναν λόγο ο οποίος είναι αριθμητικά ασύμμετρος, σύμφωνα με έναν προσδιορισμό της δύναμης(«Potenzenbestimmung»)».
Ας συγκεκριμενοποιήσουμε όσα είπαμε με βάση το παράδειγμά μας: Αν εξεταστεί βαθύτερα η σχέση ή χρησιμοποιώντας μία πιο εγελιανή φράση ,η σχέση αυτή στην αλήθεια της είναι ο προσδιορισμός της εξωτερικής θερμοκρασίας από το εσωτερικό μέτρο του εκάστοτε πράγματος, πχ. του νερού. «Αλλά στην πραγματικότητα η θερμοκρασία αφομοιώνεται διαφορετικά από τα διαφορετικά επιμέρους σώματα που βρίσκονται σε αυτή την θερμοκρασία, επειδή αυτά τα σώματα προσδιορίζουν την εξωτερικά λαμβανόμενη θερμοκρασία διαμέσου του εγγενούς τους μέτρου· η αλλαγή στην θερμοκρασία καθενός από αυτά δεν αντιστοιχεί στον ευθύ λόγο του μέσου…». Έτσι μπορεί η εξωτερική θερμοκρασία να είναι 30 βαθμοί κελσίου και η θερμοκρασία του νερού να είναι 20. Αυτό οφείλεται στο εμμενές μέτρο του νερού που εξειδικεύει την θερμοκρασία του.
Η μετάβαση στο επόμενο υποκεφάλαιο(με τίτλο «Η σχέση των δύο πλευρών ως ποιότητες») γίνεται ως εξής: «Εδώ υποτέθηκε μία θερμοκρασία η οποία είναι απόλυτα εξωτερική και στην οποία η μεταβολή θα ήταν απλά εξωτερική ή καθαρά ποσοτική. Αλλά η θερμοκρασία είναι η ίδια η θερμοκρασία του αέρα ή κάποια άλλη ειδική θερμοκρασία». Η σκέψη λοιπόν φωτίζοντας  τώρα όχι τον προσδιορισμό(δηλ. τη σχέση  των πλευρών) της εξωτερικής πλευράς από την ποιοτική, αλλά τις ίδιες τις πλευρές διαπιστώνει ότι πρόκειται περί δύο ποιοτήτων. Έτσι ο λόγος «αν εξεταστεί από πιο κοντα», θα έπρεπε μάλλον να εκλαμβανόταν όχι ως ο λόγος ενός απλά προσδιορισμένου κβάντου προς ένα προσδιορίζον κβάντο ,αλλά ως δύο ειδικά κβάντα(άρα και ως μέτρα). Όμως εδώ δεν εννοεί το ειδικό κβάντο του οποίου το μέγεθος είναι αδιάφορο προς την ποιότητα(άρα το ειδικό κβάντο του πρώτου κεφαλαίου) αλλά μάλλον έχει κατά νου την σχέση ποσότητας και ποιότητας όπως υπάρχει στον τύπο της θερμικής ικανότητας. Άλλωστε πλέον μία τέτοια αδιάφορη ποσότητα θεωρείται πολύ αφηρημένη για το στάδιο του μέτρου στο οποίο θα ανέλθουμε.
Μάλιστα μας λέει τα δύο αυτά ειδικά κβάντα είναι ποιότητες ,πράγματα και βρίσκονται σε ένα λόγο μεταξύ τους. Αυτό που λέει ο Χέγκελ είναι ότι το ίδιο το μέτρο μπορεί να φέρει εντός του άλλα μέτρα και αυτό ως το άπειρο. Καθώς και αυτά με τη σειρά τους θα ακολουθήσουν την ίδια πορεία με την θερμοκρασία. Στην Φυσική η διαδοχή των μέτρων είναι άπειρη ,ενώ στην λογική αρκεί που προσδιορίζουμε τις κατηγορίες και την σχέση μεταξύ τους. Η πρόοδος στην λογική γίνεται μέσα από πιο σύνθετες κατηγορίες· έτσι αυτό που στη Φυσική θεωρείται εμβάθυνση στη λογική να είναι επανάληψη των ίδιων κατηγοριών.
Η πιο σύνθετη κατηγορία σε επίπεδο λογικής είναι να εξεταστεί η σχέση των δύο ποιοτήτων, όπως τιτλοφορείται άλλωστε και το τρίτο υποκεφάλαιο.

Κριτικές παρατηρήσεις


Ήδη στην εισαγωγή κάναμε λόγο για δύο τύπου κινήσεις στην εγελιανή λογική: αυτή η οποία ακολουθεί την πραγματική ανάπτυξη του αντικειμένου(οντολογική πορεία) και αυτή που αντιστοιχεί στον ιδιότυπο τρόπο με τον οποίο η σκέψη προσλαμβάνει το πραγματικό. Είπαμε ήδη οι δύο αυτές κινήσεις που συνυπάρχουν στην «Επιστήμη της Λογικής» δεν συνειδητοποιούνται από τον Χέγκελ ,γιατί για αυτόν το ενεργώς πραγματικό και η σύλληψή του είναι ένα και το αυτό. Όμως αν όλη η πορεία είναι εμμενής και δεν υπάρχει πουθενά ο φιλόσοφος ο οποίος εμβαθύνει πως εξηγείται η παρακάτω φράση; «Αλλά ο λόγος αν εξεταστεί από πιο κοντά[6] ,θα έπρεπε κανονικά να γίνει δεκτός όχι ως λόγος ενός απλά ποσοτικού κβάντου προς ένα ποιοτικοποιών κβάντο ,αλλά από δύο ειδικά κβάντα». Εδώ συναντάμε ακριβώς τη αδυναμία του Χέγκελ να αντιληφθεί ότι στην μετάβαση από την αδιάφορη σχέση της ποσότητας με την ποιότητα προς την εξειδικεύουσα σχέση και από κει προς την σχέση των πλευρών ως δύο ποιότητες δεν έχουμε έκπτυξη του πραγματικού αντικειμένου αλλά εμβάθυνση της σκέψης πάνω σε αυτό.
Ενδεχομένως αν εξετάσει κανείς την ιστορία της Φυσικής όσον αφορά την μελέτη της θερμοκρασία και της θερμότητας να διαπιστώσει ότι ακριβώς αυτή είναι η κίνηση της σκέψης. Ίσως ο Χέγκελ ο ίδιος να είχε κάνει αυτή την ιστορική μελέτη και να είχε αντιληφθεί ότι περίπου έτσι αυτή κινήθηκε. Παρότι όμως η επιστήμη κινείται με τον ιδιότυπα δικό της τρόπο κινούμενη από το εξωτερικό προς το εσωτερικό, στην φύση εξαρχής δεν υπάρχει θερμοκρασία εν γένει αλλά υπάρχει μεταφορά θερμότητας από ένα πράγμα στο άλλο. Άρα εδώ είναι προφανές ότι υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα στην ανάπτυξη του κόσμου και στον τρόπο με τον οποίο συλλαμβάνει αυτήν την ανάπτυξη η σκέψη. Ο Χέγκελ αναγκάζεται να προσφύγει στην γνωσιολογική προσέγγιση του τρίτου ,του φιλοσόφου ,ο οποίος αν το δει καλύτερα αυτό που έχει μπροστά του θα διαπιστώσει ότι πρόκειται για δύο ποιότητες. Ακριβώς λοιπόν επειδή είναι συνεπής στην μελέτη της πραγματικής διαδικασίας ,γίνεται ασυνεπής στις προκείμενες που είχε θέση για την λογική του(υλιστική στιγμή εντός βέβαια του ιδεαλιστικού συστήματος). Και στο βαθμό που παραμένει ασυνεπής απέναντι στο πραγματικό(όταν δηλ. το ταυτίζει παντού και πάντα με το υποκείμενο) ,γίνεται ασυνεπής ως προς την πραγματική κατανόηση τόσο αυτού όσο και της ιδιοτυπίας της σκέψης(ιδεαλιστική στιγμή). Στο παρόν παράδειγμα πάντως ο Χέγκελ μένει πιστός στο πραγματικό ,παραμορφώνοντας την συνοχή του συστήματός του. Έχει τεράστιο ενδιαφέρον να αναζητήσουμε παραδείγματα όπου υπερισχύει η δεύτερη τάση του Χέγκελ...

γ. Σχέση των δύο πλευρών ως ποιότητες + Παρατήρηση(336-341)


1. Ο Χέγκελ συνοψίζει αρχικά την προηγούμενη πορεία ως εξής: «Η ποιοτική πλευρά του κβάντου ,προσδιορισμένη καθ’ εαυτή, υφίσταται μόνο ως μία αναφορά προς την εξωτερική ποσοτική πλευρά· ως εξειδικεύουσα την τελευταία ,αυτή είναι μία άρση της εξωτερικότητάς της διαμέσου της οποίας το κβάντο είναι ως τέτοιο». Η εξωτερική πλευρά τώρα «διαφέρει ποιοτικά από την ποιότητα, και αυτή η διαφορά μεταξύ των δύο πρέπει τώρα να τεθεί στην αμεσότητα του Είναι εν γένει ,η οποία χαρακτηρίζει ακόμα το μέτρο».
Αρχικά ο Χέγκελ εξετάζει την σχέση των δύο πλευρών από την ποιοτική σκοπιά. Πρόκειται για δύο ποιότητες οι οποίες είναι ποιοτικά προσδιορισμένα Είναι δια εαυτά. Οι δύο αυτές πλευρές βρίσκονται όπως είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο σε μία ποιοτική σχέση μεταξύ τους, αυτή του εκθέτη. Η σχέση αυτών των ποιοτήτων ανυψώνει το μέτρο στο επίπεδο του δια εαυτό Είναι .Η ανάβαση στο δια εαυτό Είναι οφείλεται στο ότι οι ποιότητες στον εαυτό τους είναι εκάστη ένα εμμενές μέτρο που φέρει εντός του το εξωτερικό και το ειδικό κβάντο. Άρα οι πλευρές είναι «ήδη εσωτερικά συνδεδεμένες η μία με την άλλη στο δια εαυτό Είναι του μέτρου…μόνο με αυτόν τον τρόπο οι ποιότητες προσδιορίζονται». Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι εννοεί ότι οι δύο ποιότητες(ως ειδικές θερμότητες) συνδέονται με το ότι και οι δύο έχουν στον αριθμητή την θερμότητα η οποία ορίζεται ως μεταφορά ενέργειας. Ιδού ο ορισμός: «Η θερμότητα μπορεί να οριστεί ως η μορφή ενέργειας που μεταφέρεται από ένα σώμα προς ένα άλλο εξ αιτίας διαφοράς της θερμοκρασίας τους. Η θερμότητα μεταφέρεται από το θερμότερο σώμα προς το ψυχρότερο».
Στην δεύτερη παράγραφο θα εξετάσει την ποσοτική τους σχέση καθώς το ««Το μέτρο είναι έτσι η εμμενής ποσοτική σχέση δύο ποιοτήτων μεταξύ τους».
2. Στην δεύτερο μέρος του υποκεφαλαίου ο Χέγκελ θα παρουσιάσει και κάποιους νέους όρους. Ο πρώτος είναι αυτός του μεταβλητού μεγέθους. Ας δούμε τι είναι το «μεταβλητό μέγεθος». Το μέτρο μας λέει είναι ανηρημένο κβάντο ,είναι κβάντο και κάτι άλλο, δηλ. κάτι ποιοτικό. Στο στάδιο του μέτρου που βρισκόμαστε το ποιοτικό στοιχείο είναι «η σχέση των δυνάμεων του κβάντου». Όπως μας λέει στο άμεσο μέτρο αυτή η μεταβλητότητα δεν έχει τεθεί ακόμα ,ενώ στο εξειδικεύον μέτρο «αυτό που τίθεται είναι η διαφορετικότητα δύο προσδιορισμένων μεγεθώων και έτσι εν γένει η πολλότητα των μέτρων σε ένα κοινό ,εξωτερικό κβάντο», εννοώντας την θερμοκρασία. Για πρώτη φορά αυτό το μέτρο είναι ένα daseiendes(υπάρχον με την έννοια του πραγματικού που συνιστά το δεύτερο μέρος του μέτρου) μέτρο «επειδή εμφανίζεται ως ένα Είναι που είναι ένα και το αυτό(π.χ. η σταθερή θερμοκρασία του μέσου) και την ίδια στιγμή ένα διαφοροποιημένο και πράγματι ποσοτικό Dasein(στις ποικίλες θερμοκρασίες των σωμάτων που βρίσκονται εντός του μέτρου)». Η φράση αυτή θυμίζει το καλό άπειρο το οποίο είναι η μετάβαση προς το δια εαυτό Είναι. Όμως δεν πρόκειται για τυχαία ομοιότητα πράγματι ο Χέγκελ μεταβαίνει στο δια εαυτό Είναι του μέτρου μέσα από αυτό το υποκεφάλαιο. «Αυτή η διαφοροποίηση του κβάντου σε διάφορες ποιότητα-διαφορετικά σώματα- αποδίδει μία περαιτέρω μορφή του μέτρου, μία στην οποία οι δύο πλευρές συνδέεονται μεταξύ τους ως ποιοτικά προσδιορισμένα κβάντα και αυτό μπορεί να ονομαστεί πραγματοποιημένο μέτρο(realisierte Maß)». Τί παρατηρούμε εδώ; Ότι εντός του μέτρου έχουμε άπειρες σχέσεις ποιοτικών κβάντων τα οποία συνιστούν Dasein ,δηλ. πραγματικές υπάρξεις και μέσα από αυτές πραγματοποιείται το μέτρο, δηλ. μέσα στους περατούς,επιμέρους προσδιορισμούς το μέτρο σχετίζεται με τον εαυτό του. Με αυτή την έννοια είναι λοιπόν και μεταβλητό καθώς ανάλογα με τις σχέσεις των ποιοτήτων στο εσωτερικό του αποκτά και διαφορετικούς ποσοτικούς προσδιορισμούς.
Όμως για τον Χέγκελ το αυθεντικό μεταβλητό μέτρο δηλ. η ποιοτική σχέση των πλευρών  υπάρχει μόνο όταν αυτή «προσδιορίζεται από ένα λόγο των δυνάμεων». Μάλιστα εκάστη ποιότητα δεν ισχύει ως τέτοια αλλά μόνο σε συμμόρφωση με το άλλο, δηλ. ποιοτικά.
 Στη συνέχεια ο Χέγκελ αλλάζει παράδειγμα και χρησιμοποιεί πλέον αυτό του χώρου και του χρόνου ως ποιοτικές που σχετίζονται εντός του μέτρου της κίνησης. Υποθέτω ότι αυτό υπαγορεύεται από ο λόγος των πλευρών εντός της θερμοκρασίας ως μέσου δεν μπορεί να υψωθεί στην δύναμη ,δηλ. στον αυθεντικό προσδιορισμό της ποιοτικής σχέσης των πλευρών. Αντίθετα όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω ο χώρος και ο χρόνος προσφέρονται για αυτό. Όμως εδώ ανακύπτει ένα ερώτημα: Ο Χέγκελ ως γνωστόν έχει μία σπάνια ενότητα σκέψης και συστηματικότητα. Γιατί δεν ξεκίνησε εξ’ αρχής με το χρόνο και το χώρο ώστε να παρουσιάσει όλα τα στάδια με βάση αυτά τα δύο ως παράδειγμα. Απαντήσαμε ήδη στο γιατί δεν συνεχίζει με την θερμοκρασία ως παράδειγμα. Κατά τη γνώμη μας ο Χέγκελ μεταβαίνει σε αυτό το στάδιο σε οντολογικά ανώτερα πιο προσδιορισμένα και σύνθετα μέτρα και γι’ αυτό εγκαταλείπει τα άλλα. Όμως εφόσον υπάρχει ταυτότητα σκέψης και πραγματικού πώς γίνεται από ένα σημείο και μετά να λέμε το συγκεκριμένο πραγματικό είναι αναντίστοιχο της σκέψης και παίρνουμε έτσι ως παράδειγμα ένα άλλο πραγματικό. Άρα το πραγματικό σε κάποιες περιπτώσεις δεν αντιστοιχεί στις κατηγορίες της λογικής. Αυτό που θα άρμοζε σε μία ταυτότητα Υ-Α θα ήταν ,να πάρει ο Χέγκελ εξ’ αρχής την θερμοκρασία και να την αναπτύξει, όπως κάνει ο μαρξ με τις κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας. Αυτό θα ήταν μία εμμενής ανάπτυξη. Όμως αδυνατεί να το κάνει αυτό γιατί ακριβώς δεν έχει συγκεκριμένο αντικείμενο. Έτσι αναγκάζεται να ψάχνει φαινόμενα του κόσμου τα οποία να αντιστοιχούν στις κατηγορίες του. Εδώ φαίνεται ότι οι κατηγορίες της λογικής μεταβάλλονται ανάλογα με το αντικείμενο που εξετάζουμε. Πάντως πιο σύνθετα αντικείμενα μας δίνουν και πιο πλούσιες κατηγορίες ,οι οποίες μπαίνουν στο εξής στο οπλοστάσιο αυτού που λέμε γενική λογική.
Η πρώτη τους σχέση είναι αυτή της ταχύτητας στην οποία «αυτές οι ποιότητες δεν είναι απροσδιόριστες στην διαφορά τους, επειδή αυτές είναι στιγμές του μέτρου και η ποιοτικοποίηση(Qualifikation) του τελευταίου οφείλει να στηρίζεται σε αυτές». Ο τύπος της ταχύτητας είναι V=d/t, όπου d είναι το διανυόμενο διάστημα(χώρος) σε χρόνο t. Η πρώτη σχέση είναι απλός ευθύς λόγος. Η δεύτερη σχέση εντός του μέτρου της κίνησης είναι αυτή της ελεύθερης πτώσης όπου s=g.t2/2 , ο χώρος είναι μία εξωτερική αριθμητική πρόοδος , «ένα εμπειρικό κβάντο που ποικίλει σε μία αλγεβρική πρόοδο», το άλλο δηλ. ο χρόνος(t)  είναι υψωμένος σε δύναμη. Η τρίτη σχέση που είναι και η ανώτερη είναι εκείνη των ουράνιων σωμάτων όπου και οι δύο πλευρές είναι υψωμένες σε δύναμη. Η κίνηση εδώ χαρακτηρίζεται ως «απόλυτα ελεύθερη». Εδώ πρόκειται για τον τρίτο νόμο του Κέπλερ. Ο τρίτος νόμος του Κέπλερ αφορά την «απόλυτα ελεύθερη κίνηση των ουράνιων σωμάτων» και έχει ως εξής «το τετράγωνο του χρόνου που απαιτείται για να συμπληρώσει ένας πλανήτης μία πλήρη περιφορά γύρω από τον Ήλιο (η περίοδος του πλανήτη) είναι ανάλογο του κύβου του μεγάλου ημιάξονα της ελλειπτικής του τροχιάς, και η σταθερά της αναλογίας είναι η ίδια για όλους τους πλανήτες»[7].
Το συμπέρασμα που βγαίνει από τα παραπάνω είναι ότι η ανώτερη ποιοτικοποίηση (Qualifikation) του μέτρου είναι αυτή όπου και οι δύο πλευρές είναι υψωμένες σε δύναμη. «Θεμελιώδεις σχέσεις αυτού του είδους στηρίζονται στην φύση των σχετιζόμενων ποιοτήτων,του χώρου και του χρόνου, και στον τρόπο που συνδέονται μεταξύ τους, είτε η κίνησή τους είναι μηχανική(η οποία είναι ανελεύθερη ή μη προσδιορισμένη από την έννοια των στιγμών της) είτε ενός σώματος που πέφτει(που είναι υπό όρους ελεύθερη) είτε η απόλυτα ελεύθερη κίνης των ουρανών. Αυτού του είδους οι κινήσεις όπως και οι νόμοι τους βασίζονται στην ανάπτυξη της έννοιας των στιγμών τους, του χώρου και του χρόνου, επειδή αυτές οι ποιότητες αποδεικνύονται ως τέτοιες, καθ’ εαυτές ή στην έννοιά τους, ότι είναι αδιαίρετες , και η ποσοτική τους σχέση, δηλ. το είναι δια εαυτό του μέτρου, είναι μόνο ένας προσδιορισμός του μέτρου.»
Στο τέλος της παρατήρησης ο Χέγκελ λέει ορισμένα ενδιαφέροντα πράγματα τα οποία αξίζει να παραθέσουμε: «αναφορικά με τις απόλυτες σχέσης του μέτρου, θα έπρεπε να σημειώθεί ότι τα μαθηματικά της φύσης ,αν αξίζουν το όνομα της επιστήμης, θα έπρεπε να είναι ουσιωδώς η επιστήμη του μέτρου- μία επιστήμη η οποία πράγματι έχει συνεισφέρει πολλά στο εμπειρικό επίπεδο ,αλλά ακόμα λίγα στο επιστημονικό ,δηλ. στο φιλοσοφικό…θα ήταν μία απείρως μεγαλύτερη συνεισφορά εάν εξαφάνιζε(ο Νεύτωνας και λοιποί ΘΛ) τα εμπειρικά κβάντα με το να τα ανύψωνε σε μία καθολική μορφή ποσοτικών προσδιορισμών στην οποία αυτά θα γίνονταν οι στιγμές του νόμου ή του μέτρου».




[1] Η αγγλική μετάφραση μεταφράζει το Dasein ως ύπαρξη(Existence) και όταν ο Χέγκελ λίγο παρακάτω θα χρησιμοποιήσει την γερμανική λέξη Existenz, ο di Giovanni θα τη μεταφράσει ως συγκεκριμένη ύπαρξη(concrete existence). Κατά τη γνώμη και χωρίς να μπαίνω στην ουσία του κάθε όρου, η μετάφραση ως προσδιορισμένο είναι ,είναι αφενός πιο κοντά στο γερμανικό πρωτότυπο και αφετέρου πιο κατανοητή. Το Sein ως καθαρό ,απροσδιόριστο Είναι ,γίνεται da-sein , δηλαδή εδώ-Είναι· το εδώ-Είναι υποδηλώνει ακριβώς ένα συγκεκριμένο,προσδιορισμένο Είναι. Έτσι γίνεται εμφανής η διαφορά και η μετάβαση από την πιο αφηρημένη κατηγορία ,προς την πιο συγκεκριμένη. Ο όρος ύπαρξη είναι η μετάφραση του Dasein  στα λεξικά και προφανώς στην καθομιλουμένη γερμανική η λέξη αυτή νοείται ως «ύπαρξη». Αλλά εδώ νομίζω ότι είναι σαφές ότι ο Χέγκελ θέλει να παίξει με την ομοιότητα  Sein-dasein και επιπλέον δεν είναι κάτι σπάνιο το φιλοσοφικό λεξιλόγιο να διαφέρει στις αποχρώσεις από το καθημερινό λεξιλόγιο.  
[2] Η διατύπωση ότι κάτι είναι αλήθεια κάποιου άλλου είναι επίσης χαρακτηριστική εγελιανή διατύπωση και είναι κατά τη γνώμη μας ισοδύναμη με την φράση κάτι τίθεται στην έννοιά του.
[3] Η φράση αυτή δεν είναι τυχαία αλλά στο «Ειδικό κβάντο» θα επαναλάβει την ίδια σκέψη με άλλο περιεχόμενο: «ό,τι υπάρχει, έχει ένα μέτρο» και  «Κάθε προσδιορισμένο Είναι έχει ένα μέγεθος, και εκείνο το μέγεθος ανήκει στην φύση του ίδιου του Κάτινος»
[4] «Τα τετράγωνα των χρόνων των αστρικών περιφορών των πλανητών είναι ανάλογα των κύβων της μέσης απόστασης αυτών από τον Ήλιο»
[5] Το spezifierendes παρουσιάζει μεταφραστική δυσκολία διότι δεν μπορεί να μεταφραστεί ως προσδιορίζον γιατί στον Χέγκελ το προσδιορίζειν είναι πάντα το bestimmen. Η μόνη μετάφραση που μπορούσα να σκεφθώ είναι «εξειδικεύον» · γι’ αυτό και το spezifisches Maß το μετέφρασα πριν «ειδικό». Την παραθέτω πάντως με κάθε επιφύλαξη.
[6] «Näher betrachtet würde» εδώ η χρήση παθητικής φωνής δεν γλιτώνει τον Χέγκελ από την αμηχανία να απευθύνεται στον παρατηρητή λέγοντάς του «κοίτα καλύτερα». Εδώ δεν υπάρχει εμμενής ανάπτυξη και ο Χέγκελ επειδή ακριβώς έχει ένα παράδειγμα μπροστά του ξέρει πολύ καλά ότι εξ αρχής επρόκειτο για δύο ποιότητες. Αλλά από την άλλη ξέρει ότι για να το κατανοήσει την ύπαρξη δύο ποιοτήτων η σκέψη έπρεπε να περάσει από όλη την προηγούμενη διαδικασία. Όμως αυτή την λεπτή διάκριση που στην πράξη την κατανοεί δεν μπορεί να την συμβιβάσει με το απόλυτο σύστημά του και έτσι απευθύνεται στη διαιτησία του τρίτου παρατηρητή.
[7] Ο Χέγκελ δεν κάνει ρητή αναφορά στον Κέπλερ ούτε στον συγκεκριμένο νόμο αλλά η φράση «απόλυτα ελεύθερη κίνηση των ουράνιων σωμάτων ,όπου η περίοδος περιστροφής και η απόσταση καθορίζονται αμοιβαία, η μία ως μία δύναμη χαμηλότερη απην άλλη ,ως τετράγωνο και κύβος αντίστοιχα», δεν αφήνει περιθώρια για άλλο νόμο.