Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Μετάφραση του "γίγνεσθαι της Ουσίας" από την "Θεωρία περί του Είναι" του Χέγκελ


Η μετάφραση έγινε από τα αγγλικά ,με επανέλεγχο και διόρθωση από το γερμανικό πρωτότυπο

Οι υπογραμμίσεις δικές μου.

A. ABSOLUTE INDIFFERENCE
§ 785

Το Είναι είναι η αφηρημένη Gleichgültigkeit - για την οποία, επειδή αυτή πρέπει να κατανοηθεί δια εαυτή ως Είναι, έχει χρησιμοποιηθεί η έκφραση αδιαφορία (Indifferenz)- στην οποία υποτίθεται ότι ακόμα δεν υπάρχει κανενός είδους προσδιοριστικότητα· η καθαρή ποσότητα είναι η αδιαφορία ως ανοικτή προς όλους τους προσδιορισμούς δεδομένου ότι αυτοί είναι εξωτερικοί σε αυτήν και ότι η ποσότητα δεν έχει καμία εσωτερική σύνδεση με αυτούς· αλλά η αδιαφορία ,η οποία μπορεί να αποκαλείται απόλυτη είναι η αδιαφορία η οποία, διαμέσου της άρνησης κάθε προσδιοριστικότητας του Είναι ,δηλ. της ποιότητας, της ποσότητας και της πρώτης άμεσης ενότητάς τους, του μέτρου, είναι μια διαδικασία αυτοδιαμεσολάβησης που καταλήγει σε μία απλή ενότητα. Η προσδιοριστικότητα υπάρχει καθαυτή ακόμα μόνο ως κατάσταση ,δηλ. ως ένα ποιοτικό εξωτερικό ,το οποίο έχει την αδιαφορία για υπόστρωμα.

                                                                   
B. INDIFFERENCE AS INVERSE RATIO OF ITS FACTORS
§ 787

Πρόκειται να εξετάσουμε , πως αυτός ο προσδιορισμός της αδιαφορίας τίθεται καθαυτός και πως ως δια εαυτός.


§ 788

Η αναγωγή των σχέσεων του μέτρου οι οποίες αρχικά θεωρούνταν ως ανεξάρτητα μέτρα, εγκαθιδρύει το κοινό τους υπόστρωμα· αυτό(το κοινό υπόστρωμα) είναι η συνέχισή της μιας στην άλλη και είναι έτσι το αδιαίρετο ανεξάρτητο μέτρο ,το οποίο υπάρχει πλήρως στις διαφορές του. Γι’αυτή τη διαφορα, είναι παρόντες οι προσδιορισμοί της ποιότητας και της ποσότητας ,τους οποίους περιλαμβάνει το μέτρο και το θέμα είναι πως αυτοί τίθενται εντός αυτού. Αυτό όμως προσδιορίζεται από το γεγονός ότι το υπόστρωμα είναι αρχικά ως αποτέλεσμα και καθαυτό η μεσολάβηση· αλλά επειδή η μεσολάβηση δεν τίθεται ακόμα καθαυτή στο ίδιο το μέτρο, αυτό το τελευταίο είναι στην αρχή ένα υπόστρωμα και εν σχέσει προς την προσδιοριστικότητα η αδιαφορία.


§ 789

Συνεπώς αρχικά η διαφορά είναι καθαυτή ουσιωδώς η απλή ποσοτική εξωτερική διαφορά· υπάρχουν δύο ξεχωριστά κβαντα του ενός και του αυτού υποστρώματος το οποίο με αυτό τον τρόπο θα ήταν το σύνολό τους και επομένως το ίδιο θα προσδιοριζόταν ως κβαντο. Αλλά η αδιαφορία είναι αυτό το σταθερό μέτρο, το καθαυτό, απόλυτο όριο, μόνο στην σχέση με εκείνες τις διαφορές με τέτοιο τρόπο ώστε δεν θα ήταν καθαυτό ένα κβαντο ή αντιτιθέμενο με κάθε τρόπο, είτε ως ένα σύνολο είτε ακόμα ως ένας εκθέτης, προς άλλα κβάντα, που είναι είτε σύνολα είτε αδιαφορίες. Μόνο η αφηρημένη προσδιοριστικότητα πέφτει στην αδιαφορία· τα δύο κβάντα ,για να τεθούν σε αυτό ως στιγμές, είναι ευμετάβλητα, αδιάφορα, μικρότερα ή μεγαλύτερα μεταξύ τους. Περιορισμένα όμως από το συγκεκριμένο όριο του συνόλου τους, αυτά σχετίζονται μεταξύ τους όχι εξωτερικά αλλά αρνητικά, και αυτό τώρα είναι ο ποιοτικός προσδιορισμός της σχέσης τους. Αυτά είναι συνεπώς αντιστρόφως ανάλογα. Αυτή η σχέση διακρίνεται από την προηγούμενη τυπικά ανεστραμμένη σχέση ή ανεστραμμένο λόγο από το γεγονός ότι εδώ το όλο είναι ένα πραγματικό υπόστρωμα και κάθε μια από τις δύο πλευρές τίθεται σαν να πρέπει η ίδια καθαυτή να είναι το όλο.


§ 790

Σύμφωνα με την δεδηλωμένη ποιοτική προσδιοριστικότητα, η διαφορά είναι εξάλλου παρούσα ,ως δύο ποιότητες , η μία εκ των οποίων είναι ανηρημένη από την άλλη· αλλά επειδή και οι δύο συγκρατούνται σε μία ενότητα την οποία συγκροτούν από κοινού, καμία δεν είναι χωρισμένη από την άλλη. Το υπόστρωμα το ίδιο, ως μια αδιαφορία, είναι παρομοίως στον εαυτό του η ενότητα των δύο ποιοτήτων· επομένως κάθε πλευρά της σχέσης, επίσης ,περιλαμβάνει και τις δύο πλευρές εντός της και διαφέρει λόγω μεγαλύτερης ποσότητας από τη μία ποιότητα και λιγότερης ποσότητας από την άλλη, και αντίστροφα. Η μία ποιότητα είναι διαμέσου του κβάντου της μόνο επικρατέστερη στην μία πλευρά, και έτσι ,επίσης, η άλλη ποιότητα στην άλλη πλευρά.


§ 791

Συνεπώς κάθε πλευρά στον εαυτό της είναι μία ανεστραμμένη σχέση. Αυτή η σχέση επανεμφανίζεται ως τυπική στις δύο ξεχωριστές πλευρές. Αυτές οι πλευρές έτσι συνεχίζουν τον εαυτό τους η μία μέσα στην άλλη, επίσης σύμφωνα με τους ποιοτικούς τους προσδιορισμούς· κάθε ποιότητα σχετίζεται εντός της άλλης με τον εαυτό της και είναι παρούσα σε κάθε μία από τις δύο πλευρές, μόνο σε ένα διαφορετικό κβαντο. Η ποσοτική τους διαφορά είναι εκείνη η αδιαφορία σε συμφωνία με την οποία αυτοί συνεχίζουν τον εαυτό τους μέσα στο άλλο και αυτή η συνέχιση ως η αυτό-ομοιότητα(Dieselbigkeit) των ποιοτήτων βρίσκεται σε κάθε μια από τις δύο ενότητες. -Οι πλευρές, όμως, η καθεμιά ως το σύνολο των προσδιορισμών και έτσι περιλαμβάνουσα την ίδια την αδιαφορία, είναι έτσι την ίδια στιγμή τεθειμένες ως ανεξάρτητες μεταξύ τους.


§ 792

2. Ως αυτή η αδιαφορία, το Είναι είναι τώρα το προσδιορισμένο είναι του μέτρου όχι πλέον στην αμεσότητά του, αλλά μέτρο ως αναπτυγμένο με τον τρόπο που μόλις εξηγήθηκε· αυτό είναι αδιαφορία πρώτον ως εντός του εαυτού της, το όλο των προσδιορισμών του Είναι οι οποίοι είναι διαλυμένοι σε αυτή την ενότητα και δεύτερον, ως ένα dasein , ως ολότητα της τεθειμένης πραγματοποίησης, στην οποία οι ίδιες οι στιγμές είναι καθαυτές η ολότητα της αδιαφορίας, γεννημένες από αυτή την τελευταία ως η ενότητά τους. Αλλά επειδή η ενότητα είναι μόνο μια αδιαφορία, και έτσι συγκρατείται ως μια εσωτερική ενότητα και οι στιγμές δεν είναι ακόμα εξωτερικά αυτό-προσδιορισμένες, δηλ. δεν είναι ακόμα προσδιορισμένες ως αναιρούσες τον εαυτό τους σε μία ενότητα εντός του εαυτού τους και διαμέσου του άλλου, ό,τι είναι εδώ παρόν είναι απλά η αδιαφορία της ίδιας της ενότητας απέναντι στον εαυτό της ως μια ανεπτυγμένη προσδιοριστικότητα.


§ 793

Αυτό το αυτόνομο ως έτσι αδιαίρετο μέτρο πρέπει τώρα να εξεταστεί με μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Είναι εμμενές σε όλους τους προσδιορισμούς του και σε αυτούς παραμένει σε ενότητα με τον εαυτό του και ανεπηρέαστο από αυτούς· αλλά α) ως παραμένον εσωτερικά η ολότητα, αυτό κατέχει τις προσδιοριστικότητες οι οποίες αναιρούνται σε αυτό, μόνο για να εμφανιστούν σε αυτό αθεμελίωτα. Το καθαυτό είναι της αδιαφορίας και αυτό το Dasein της τελευταίας είναι ασύνδετα· οι προσδιοριστικότητες δείχνουν τον εαυτό τους στην αδιαφορία με άμεσο τρόπο και η αδιαφορία είναι πλήρως παρούσα σε κάθε μία από αυτές( τις προσδιοριστικότητες). Συνεπώς, η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τίθεται στην αρχή ως ανηρημένη, συνεπώς ως μόνο ποσοτική , αλλά όχι ως η αυτοαπώθηση της αδιαφορίας, και η αδιαφορία δεν τίθεται ως αυτοπροσδιοριζόμενη αλλά ως προσδιορίζουσα-bestimmtseiend και προσδιορισμένη-bestimmtwerdend μόνο εξωτερικά.


Β) Οι δύο στιγμές βρίσκονται σε μία ανεστραμμένη ποσοτική σχέση- ένα πέρα δόθε στην κλίμακα του μεγέθους· αλλά αυτή η διακύμανση προσδιορίζεται όχι από την αδιαφορία, που είναι μόνο η αδιαφορία της διακύμανσης, αλλά προσδιορίζεται δια αυτής μόνο εξωτερικά. Η αρχή του προσδιορισμού βρίσκεται όχι στην αδιαφορία ,αλλά σε κάτι που βρίσκεται έξω από αυτή. Το απόλυτο, ως αδιαφορία ,έχει από αυτή την άποψη το δεύτερο ελάττωμα της ποσοτικής μορφής ,δηλαδή ότι η προσδιοριστικότητα της διαφοράς δεν προσδιορίζεται από το ίδιο το απόλυτο· μόνο ως έχον το πρώτο ελάττωμα στο γεγονός ότι οι διαφορές απλά ανακύπτουν σε αυτό ,που σημαίνει ,ότι το θέτειν του απολύτου είναι άμεσο στο χαρακτήρα, δεν είναι η μεσολάβηση του απολύτου με τον εαυτό του.


Γ) Η ποσοτική προσδιοριστικότητα των στιγμών που είναι τώρα πλευρές της σχέσης συνιστά τον τρόπο της ύπαρξής τους· διαμέσου αυτής της αδιαφορίας το προσδιορισμένο τους Είναι είναι απελευθερωμένο από την μετάβαση στην ποιοτική σφαίρα. Αλλά σε διάκριση από το αληθινό τους είναι, αυτές έχουν μία εσωτερική ύπαρξη στο γεγονός ότι αυτές είναι στον εαυτό τους η ίδια η αδιαφορία, κάθε μία είναι η ίδια η ενότητα των δύο ποιοτήτων εντός της οποίας η ποιοτική στιγμή διασπά τον εαυτό της. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές είναι περιορισμένη σε αυτό, ότι η μία ποιότητα τίθεται στη μία πλευρά με ένα περισσότερο και στην άλλη με ένα λιγότερο και η άλλη ποιότητα ομοίως, αλλά αντίστροφα. Επειδή κάθε πλευρά είναι στον ίδιο τον εαυτό της η ολότητα της αδιαφορίας. Κάθε μία από τις δύο ποιότητες λαμβανόμενη μεμονωμένα από την δική της πλευρά επίσης παραμένει το ίδιο σύνολο, το οποίο είναι η αδιαφορία: αυτή συνεχίζει τον εαυτό της από την μία πλευρά εντός της άλλης και δεν περιορίζεται μέσω του ποσοτικού ορίου το οποίο ως εκ τούτου τίθεται εντός αυτής. Συνεπεία αυτού οι προσδιορισμοί έρχονται σε άμεση αντίθεση και αυτή εξελίσσεται σε αντίφαση την οποία πρέπει τώρα να εξετάσουμε.  


§ 794

3. Δηλαδή κάθε ποιότητα εισέρχεται σε κάθε πλευρά σε μία σχέση με την άλλη και το κάνει αυτό με τέτοιο τρόπο ώστε, όπως έχει προσδιοριστεί, αυτή η σχέση επίσης πρόκειται να είναι μόνο μία ποσοτική διαφορά. Αν οι δύο ποιότητες είναι ανεξάρτητες –ας πούμε, αν ήταν αισθητά πράγματα  ανεξάρτητα το ένα από το άλλο- τότε η όλη προσδιοριστικότητα της αδιαφορίας καταρρέει· η ενότητα και η ολότητά τους θα ήταν κενά ονόματα. Αλλά είναι την ίδια στιγμή ρητώς εκφρασμένα ως περιλαμβανόμενα σε μία και την αυτή ενότητα, ως αχώριστα, έχοντας το καθένα νόημα και πραγματικότητα μόνο σε αυτήν την μία ποιοτική σχέση με το άλλο. Αλλά τώρα, λόγω του ότι η ποσοτικότητά τους είναι απλή και μόνο λόγω αυτής της ποιοτικής φύσης, καθένα φθάνει μόνο όσο μακριά φθάνει και το άλλο. Αν οι ποιότητες θεωρούνταν απλώς ως ξεχωριστά κβαντα, τότε η μία θα έφθανε περαν της άλλης και θα είχε εντός της περισσότερο ένα αδιάφορο προσδιορισμένο είναι ,που το άλλο δεν θα είχε. Αλλά στην ποιοτική τους σύνδεση, καθένα είναι μόνο εφόσον το άλλο είναι. Από αυτό απορρέει ότι αυτές βρίσκονται σε ισορροπία· όσο το ένα αυξάνεται ή μειώνεται, το άλλο παρομοίως θα αυξανόταν ή θα μειωνόταν και στην ίδια αναλογία.


§ 795

Συνεπώς στη βάση της ποιοτικής τους σχέσης δεν μπορεί να εγείρει κανείς ερώτημα για την ποσοτική διαφορά ή για ένα περισσότερο της μίας ποιότητας. Το περισσότερο με το οποίο μία εκ των συνδεόμενων στιγμών θα υπερείχε της άλλης θα ήταν μόνο ένας αβάσιμος προσδιορισμός, ή αλλιώς αυτό το περισσότερο θα ήταν μόνο ξανά το ίδιο το άλλο· αλλά σε αυτήν την ισότητα ,και τα δύο θα είχαν εξαφανιστεί, επειδή το προσδιορισμένο τους Είναι υποτίθεται ότι θα βασιζόταν μόνο στην ανισότητα του κβάντου τους. Καθένας από αυτούς τους υποθετικούς παράγοντες εξαφανίζεται, είτε αυτός υποτίθεται ότι είναι υπερβαίνων είτε ίσος προς τον άλλον. Εκείνη η εξαφάνιση εμφανίζεται στην ποσοτική σύλληψη ως μία διατάραξη της ισότητας ,έτσι ώστε ο ένας παράγοντας γίνεται μεγαλύτερος του άλλου· έτσι τίθεται η άρση της ποιότητας του άλλου και η έλλειψη κάποιας υποστήριξης. Ο ένας παράγοντας γίνεται επικρατέστερος όσο ο άλλος εξαφανίζεται με επιταχυνόμενη ταχύτητα και εξουδετερώνεται από τον πρώτο, ο οποίος συνεπώς συγκροτεί ο ίδιος την μόνη ανεξάρτητη ποιότητα· αλλά έτσι, δεν υπάρχουν πια δύο ειδικές στιγμές και παράγοντες αλλά μόνο το ένα όλο.


§ 796

Αυτή η ενότητα έτσι που τέθηκε ως η ολότητα της διαδικασίας του προσδιορίζειν ,στην οποία αυτή η ίδια προσδιορίζεται ως αδιαφορία, είναι από κάθε άποψη αντίφαση· αυτή συνεπώς πρέπει να τίθεται ως αναιρούσα την αντιφατική φύση αυτής και ως αποκτούσα τον χαρακτήρα ενός αυτοπροσδιοριζόμενου, αυθύπαρκτου Είναι το οποίο έχει για αποτέλεσμά του και αλήθεια του όχι την ενότητα ,που είναι απλά αδιαφορία ,αλλά αυτή την εσωτερικά αρνητική και απόλυτη ενότητα ,που ονομάζεται ουσία.



C Transition into Essence
§ 803

Η απόλυτη αδιαφορία είναι ο τελευταίος προσδιορισμός του Είναι, πριν αυτό γίνει ουσία· αυτή όμως δεν επαρκεί για την ουσία. Η απόλυτη αδιαφορία φαίνεται ,να ανήκει ακόμα στην σφαίρα του Είναι, με το να έχει αυτή ακόμα τη διαφορά, προσδιορισμένη ως αδιάφορη, ως εξωτερική, ποσοτική καθαυτή. Αυτή(η διαφορά) είναι το Dasein σε σύγκριση με το οποίο η απόλυτη αδιαφορία είναι προσδιορισμένη ως ούσα μόνο εσωτερικά το απόλυτο, όχι το απόλυτο συλλειμένο ως πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, είναι εξωτερική ανασκόπηση ,η οποία αδυνατεί να συλλάβει τις διαφορές στον εαυτό τους, ή στο απόλυτο ως ένα και το αυτό, σκεπτόμενη αυτές ως μόνο αδιάφορα διακρινόμενες, όχι ως εσωτερικά διακριτές η μία από την άλλη. Το επόμενο βήμα που πρέπει να γίνει εδώ είναι το να συλλάβουμε ότι αυτή η ανασκόπηση των διαφορών εντός της ενότητάς τους δεν είναι απλά το προϊόν της εξωτερικής ανασκόπησης του υποκειμενικού στοχαστή, αλλά ότι είναι αυτή η ίδια η φύση των διαφορών αυτής της ενότητας που αίρει τα ίδια, με αποτέλεσμα η ενότητά τους να  αποδεικνύεται ότι είναι απόλυτη αρνητικότητα, η αδιαφορία της να είναι εξίσου αδιαφορία προς τον εαυτό της, προς την ίδια την αδιαφορία της, όπως αυτή είναι αδιαφορία προς την ετερότητα.


§ 804

Αυτό το αυτοαναιρείν του προσδιορισμού της αδιαφορίας όμως έχει ήδη προκύψει· στην ανάπτυξη του θέτειν του, αυτός ο προσδιορισμός έδειξε τον εαυτό του να είναι από κάθε άποψη μία αντίφαση. Είναι στον εαυτό του η ολότητα στην οποία κάθε προσδιορισμός του Είναι αίρεται και περιλαμβάνεται· αυτό είναι έτσι η βάση ,αλλά πρώτα μόνο στον μονόπλευρο προσδιορισμό του καθ’ εαυτώ, και συνεπώς οι διαφορές ,δηλαδή, η ποσοτική διαφορά και ο αντίστροφος λόγος των παραγόντων, είναι παρόντα σε αυτό μόνο με έναν εξωτερικό τρόπο. Έτσι ως η αντίφαση του εαυτού της και της προσδιοριστικότητάς της ,του εσωτερικού της προσδιορισμού και της τεθειμένης προσδιοριστικότητάς της, αυτή είναι η αρνητική ολότητα της οποίας οι προσδιοριστικότητες έχουν αναιρέσει τον εαυτό τους στον εαυτό τους και κάνοντας αυτό έχουν αναιρέσει αυτή την θεμελιώδη μονομέρεια του εαυτού τους, το είναι καθαυτό τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι η αδιαφορία τίθεται τώρα ως αυτό που στην πραγματικότητα είναι, δηλαδή μία απλή και αόριστη ,αρνητική αυτοσχεσία, η έμφυτή της ασυμβατότητα με τον εαυτό, μία απώθηση του εαυτού από τον εαυτό. Η διαδικασία του να προσδιορίζει και να προσδιορίζεται δεν είναι μετάβαση, ούτε μία εξωτερική μετατροπή, ούτε μία εμφάνιση προσδιορισμών εντός της αδιαφορίας, αλλά είναι η ίδια η αυτοσχεσία της ,η οποία είναι η αρνητικότητα του εαυτού της, του είναι καθαυτό της.


§ 805

Τώρα αυτοί οι απωθημένοι προσδιορισμοί δεν κατέχουν τους εαυτούς τους, δεν εμφανίζονται ως αυθύπαρκτοι ή εξωτερικοί προσδιορισμοί, αλλά πρώτον ,ως στιγμές που ανήκουν στην εσωτερική(ansichseinden) ενότητα,  αυτοί δεν αποβάλλονται από αυτήν αλλά γεννιώνται από αυτή ως το υπόστρωμα και γεμίζονται μόνο από αυτή· δεύτερον, ως προσδιορισμοί οι οποίοι είναι εμμενείς στην αναλυόμενη ενότητα, αυτοί είναι μόνο διαμέσου της απώθησης από τον εαυτό τους. Το Είναι των προσδιορισμών δεν είναι πια απλά καταφατικό(seinder) όπως σε όλη την σφαίρα του Είναι, αλλά είναι τώρα καθαρά τεθειμένο, οι προσδιορισμοί έχοντες τον προσδιορισμό και τη σημασία του να σχετίζονται στην ενότητά τους ,καθένας να σχετίζεται με τον άλλον και με την άρνησή του· αυτό είναι το διακριτικό γνώρισμα της σχετικότητάς τους.

§ 806

Έτσι βλέπουμε εμείς ότι το Είναι εν γένει και το Είναι ή η αμεσότητα της ξεχωριστής προσδιοριστικότητας, όχι λιγότερο ως καθαυτό είναι, έχει εξαφανιστεί και η ενότητα είναι Είναι ,μία άμεση προϋποτιθέμενη ολότητα έτσι ώστε αυτή είναι η απλή αυτοσχεσία που διαμεσολαβείται μόνο από την άρση αυτής της προϋπόθεσης, και αυτό το προϋποτιθέμενο και άμεσο Είναι το ίδιο είναι μόνο μία στιγμή αυτής της απώθησής της(της ολότητας), η αρχική αυθυπαρξία και αυτό-ταυτότητα είναι μόνο ως το resultierende, unendliche Zusammengehen mit. Έτσι το Είναι προσδιορίζεται στην ουσία, το Είναι  ως ένα απλό Είναι με τον εαυτό του διαμέσου της άρσης του Είναι. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου