Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Η «ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΗ ΤΟΜΗ» ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ



Η «ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΗ ΤΟΜΗ» ΣΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στην παρούσα εργασία θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε την αλτουσεριανοί προσέγγιση της τομής του Μαρξ στην Πολιτική Οικονομία. Ποιες νέες έννοιες έφερε ο Μαρξ σε αυτό το πεδίο, που σηματοδοτούν μία τομή σε σχέση με την κλασσική Πολιτική Οικονομία. 

Ο Αλτουσέρ παίρνει κατά γράμμα τον τίτλο του Κεφαλαίου ως «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» και λέει ότι στις ρητές προθέσεις του Μαρξ βρισκόταν η κριτική της κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας.  Όμως τι σημαίνει κριτική; Ο Αλτουσέρ απορρίπτει μια κριτική με τη στενή έννοια της «διόρθωσης» ανακριβειών ή κάλυψης κενών ενός διερευνητικού έργου που σε μεγάλο βαθμό έχει γίνει. Αντίθετα θεωρεί ότι κριτικάρω σημαίνει «αντιπαραθέτω μία νέα προβληματική και ένα νέο αντικείμενο: σημαίνει δηλαδή αμφισβητώ το ίδιο το αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας».[1] Η «ριζοσπαστικότητα» αυτής της θέσης οδηγεί ευθέως στο συμπέρασμα ότι ανάμεσα στο Κεφάλαιο και στην κλασσική Πολιτική Οικονομία υπάρχει(προς το παρόν σε διακηρυκτικό επίπεδο, αλλά σταδιακά θα αρχίσει να διαφαίνεται) «επιστημολογική τομή».

Η μελέτη του αντικειμένου της μαρξιστικής Πολιτικής Οικονομίας και της κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας ,μπορεί να χαρακτηριστεί ως σχέση ανάμεσα σε μια επιστήμη και την προϊστορία της. Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ ένας τρόπος παραγωγής είναι περιοχική δομή εντός της ευρύτερης δομής του κοινωνικού σχηματισμού. Εντός ενός τρόπου παραγωγής κυριαρχεί σε τελική ανάλυση η περιοχική δομή του οικονομικού. Ο Μαρξ «διανοίγοντας την ήπειρο Ιστορία»(ευρύτερη τομή που αφορά την ιστορία των κοινωνικών σχηματισμών) διάνοιξε και την «ήπειρο»  της Πολιτικής Οικονομίας(ως επιμέρους πτυχή της ευρύτερης τομής) συγκροτώντας την έννοια του αντικειμένου της. Από αυτή τη σκοπιά μπορούμε να μιλάμε για τομή και στο πεδίο της θεωρίας του οικονομικού.
Για να κατανοήσουμε τη σχέση αυτή(Μαρξ-κλασσικών) επιστημολογικά θα πρέπει να παρουσιάσουμε εν συντομία τα στοιχεία που συνιστούν την τομή, όπως αυτά απομονώνονται θεωρητικά από τον Αλτουσέρ στην τομή του Ιστορικού Υλισμού.

Κάνοντας λόγο για την Γερμανική Ιδεολογία ,η οποία ήταν το πρώτο έργο του Μαρξ που σηματοδοτεί αυτή την τομή, ο Αλτουσέρ λέει: «Μπορούμε να διαπιστώσουμε την ύπαρξη ενός διατεταγμένου συνόλου βασικών θεωρητικών εννοιών, που μάταια θα αναζητούσαμε στα προγενέστερα κείμενα του Μαρξ ,και που παρουσιάζουν την ιδιομορφία να μπορούν να λειτουργούν με τελείως διαφορετικό τρόπο από ότι στην προϊστορία τους»[2]. Πρόκειται για «ένα νέο πεδίο» που συμβαδίζει «με τη θεωρητική απόρριψη των παλιών βασικών ιδεών και (ή) της διάταξής τους, που αναγνωρίζονται και απορρίπτονται σαν εσφαλμένες»[3]. Φυσικά «το ξεκαθάρισμα λογαριασμών σε μια επιστήμη δεν σταματάει ποτέ»[4]. Επομένως πρόκειται για μια μη καθαρή πορεία, αντιφατική, που παρόλα αυτά «άνοιξε ένα δρόμο» ,που ποτέ πριν δεν είχε υπάρξει. Ένας τρόπος παραγωγής είναι περιοχική δομή σε σχέση με κοινωνικό σχηματισμό. Εντός ενός τρόπου παραγωγής κυριαρχεί η περιοχική δομή του οικονομικού. Ο Μαρξ στο ιδρύοντας την «ήπειρο Ιστορία» ,ταυτόχρονα ως επιμέρους δομή της θεωρίας της Ιστορίας άνοιξε και την ήπειρο της Πολιτικής Οικονομίας, συγκροτώντας την έννοια του αντικειμένου της.

Στόχος μας είναι λοιπόν να βρούμε μέσα από την «ανάγνωση» του Αλτουσέρ στον Μαρξ τα στοιχεία εκείνα που συνιστούν «αλλαγή πεδίου» και δικαιολογούν την χρήση της εννοιας «επιστημολογική τομή» ανάμεσα στον Μαρξισμό και την κλασσική Πολιτική Οικονομία.

Α. Το αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας

 «Η αξίωση της Πολιτικής Οικονομίας να υπάρχει είναι συνάρτηση της φύσης της ,δηλαδή του ορισμού του αντικειμένου της. Η Πολιτική Οικονομία έχει ως αντικείμενο την περιοχή των «οικονομικών φαινομένων», τα οποία εκλαμβάνει ως προφανή, ως γεγονότα: ως απόλυτα δεδομένα, τα οποία λαμβάνει όπως της «δίδονται», δίχως να τα εξετάζει»[5]. Συμπεραίνουμε ότι η κλασσική Πολιτική Οικονομία λειτουργεί εμπειριστικά καθώς το αντικείμενό της δεν προέρχεται από μία διαδικασία παραγωγής αλλά το προσλαμβάνει όπως είναι από την εμπειρία. «Όταν ο Μαρξ αμφισβητεί την αξίωση της Πολιτικής Οικονομίας, αυτό σημαίνει ότι αμφισβητεί τον αυτονόητο χαρακτήρα αυτού του «δεδομένου», που εκείνη «παίρνει» στην πραγματικότητα αυθαίρετα ως αντικείμενο, ισχυριζόμενη ότι το αντικείμενο αυτό της έχει δοθεί…Η αξίωση της Πολιτικής Οικονομίας είναι τελικά ο αντικατοπτρισμός της αξίωσης του αντικειμένου της να της δίδεται»[6]. Για να αποφύγει λοιπόν ο Μαρξ τον εμπειρισμό του δεδομένου «κατασκεύασε την αληθινή έννοια του νέου αντικειμένου»[7].

Ο Αλτουσέρ μας παρουσιάζει τον ορισμό της κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας μέσα από το Λεξικό του Λαλάντ. Αυτό που ενδιαφέρει σε αυτόν τον ορισμό είναι ότι η εξεταζόμενη «επιστήμη» έχει ως αντικείμενο τη «γνώση φαινομένων» και τους νόμους που αφορούν «τη διανομή του πλούτου», που ως «πλούτο» εννοεί «ό,τι δύναται να χρησιμοποιηθεί». Αντίθετα ο ρόλος της κατανάλωσης και της παραγωγής εμφανίζεται συνειδητά υποβαθμισμένος καθότι πρόκειται για έννοιες που δεν έχουν «οικονομικό χαρακτήρα» και στην «ολότητά τους, περικλείουν μεγάλο αριθμό εννοιών ξένων προς την πολιτική οικονομία»[8]. Κατά συνέπεια η εξέταση της παραγωγής και της κατανάλωσης ως αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας περιορίζεται «στο βαθμό που σχετίζονται με την διανομή ως αιτία ή ως αποτέλεσμα»[9].

Ο κλασσικός ορισμός της πολιτικής οικονομίας συνεπάγεται από θεωρητική σκοπιά
1) Ότι τα οικονομικά γεγονότα και φαινόμενα(δηλαδή προσιτά στο άμεσο βλέμμα και την παρατήρηση) ανήκουν σε ένα «ομοιογενές πεδίο». «Δυνάμει της ομοιογένειας του πεδίου ύπαρξής τους» μπορούν να συγκριθούν και να ποσοτικοποιηθούν. Αυτή ήταν όπως λέει ο Αλτουσέρ και η βασική αρχή της κλασσικής οικονομίας[10].
2) Η βάση τώρα πάνω στην οποία στηρίζεται αυτή η «εμπειριστική-θετικιστική αντίληψη των οικονομικών γεγονότων» ,είναι οι «ανάγκες των ανθρώπων υποκειμένων». Μάλιστα ,όπως παρατηρεί ο Αλτουσέρ, η Πολιτική Οικονομία «παρουσιάζει την τάση να ανάγει τις ανταλλακτικές αξίες στις αξίες χρήσης ,και τις αξίες χρήσης στις ανάγκες των ανθρώπων»[11]. Υποκρύπτεται έτσι μία « ‘απλοϊκή’ ανθρωπολογία, η οποία θεμελιώνει στα οικονομικά υποκείμενα και στις ανάγκες τους όλες τις πράξεις παραγωγής, διανομής ,λήψης και κατανάλωσης οικονομικών αντικειμένων»[12]. Η ενότητα της «απλοϊκής» ανθρωπολογίας και των οικονομικών δεδομένων βρίσκεται ήδη στην Φιλοσοφία του Δικαίου του Χέγκελ στις έννοιες της «σφαίρας των αναγκών» ή της «ιδιωτικής κοινωνίας» ,η οποία διακρίνεται από την πολιτική κοινωνία. «Με την έννοια της σφαίρας των αναγκών τα οικονομικά φαινόμενα νοούνται στην οικονομική τους ουσία ως στηριζόμενα στα ανθρώπινα υποκείμενα που μαστίζονται από την ‘ανάγκη’:με άλλα λόγια στον homo oeconomicus, που επίσης αποτελεί δεδομένο (ορατό ,παρατηρήσιμο)»[13].

Πώς λοιπόν διαμορφώνεται ο οικονομικός χαρακτήρας της οικονομίας; Από την ανάγκη του ανθρώπινου υποκειμένου ,δηλαδή του στοιχείου που καθιστά τον άνθρωπο υποκείμενο αναγκών(homo oeconomicus) ,πλάι στη φύση του ως όντος λογικού ,ομιλούντος ,γελώντος, πολιτικού, ηθικου και θρησκευτικού.

Η ‘ανθρωπολογία’ είναι μια ιδεολογία ,η οποία βρίσκεται στο παρασκήνιο «και από την οποία δεν μπορούμε να ζητήσουμε λογαριασμό…εξαφανίζεται στο δεδομένο»[14]. Αυτό συμβαίνει, όπως μας λέει λίγο παρακάτω, επειδή «όλα τα υποκείμενα είναι και υποκείμενα των αναγκών, μπορούμε να πραγματευτούμε τις εκφάνσεις τους βάζοντας σε παρένθεση το σύνολο αυτών των υποκειμένων…πράγμα που προσδίδει κατά τρόπο φυσικό στην Πολιτική Οικονομία τη ροπή προς τον ισχυρισμό ότι πραγματεύεται απολύτως τα οικονομικά φαινόμενα ,σε όλες τις μορφές κοινωνίας, παρελθούσες ,παρούσες και μέλλουσες»[15]. Με αυτή του την θέση ο Αλτουσέρ καθιστά ως βασική αιτία της μη ιστορικότητας των κατηγοριών της κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας όχι την πολιτική στάση υπέρ της διαιώνισης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά τη «σιωπηρή ανθρωπολογία» που ζει στο «χρόνο μιας άλλης ιστορίας» και επισφραγίζει τη δομή του αντικειμένου της Πολιτικής Οικονομίας. Άλλωστε ,όπως προσθέτει, ο Ρικάρντο είχε συνείδηση «ότι μια μέρα η αστική τάξη θα καταρρεύσει…αλλά συνέχιζε ,μεγαλοφώνως ,τον περί αιωνιότητας λόγο»[16].\

Πριν περάσουμε στην «Κριτική του Μαρξ», θα επιχειρήσουμε σύντομα να εξετάσουμε από μεθοδολογική σκοπιά τι είδους «φιλοσοφικές τάσεις»[17] περικλείει μία τέτοιου είδους «ανθρωπολογική» Πολιτική Οικονομία. Αναμφίβολα η μέθοδος «συγκρότησης» του αντικειμένου της κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας είναι εμπειριστική· στην πραγματικότητα δεν πρόκειται καν για «συγκρότηση». Ο Αλτουσέρ προσδιορίζει με πρωτότυπο τρόπο τα στοιχεία που συνιστούν τον εμπειρισμό: «Η εμπειριστική διαδικασία της γνώσης έγκειται ,στην πραγματικότητα ,στη διεργασία του υποκειμένου που ονομάζεται αφαίρεση. Γνωρίζω σημαίνει αφαιρώ από το πραγματικό αντικείμενο την ουσία του»[18]το πραγματικό αντικείμενο περιέχει μέσα του δύο ξεχωριστά πραγματικά μέρη, το ουσιαστικό και το μη-ουσιαστικό…Η πράξη της αφαίρεσης και όλες οι διαδικασίες αποκάθαρσης, δεν είναι παρά διαδικασίες καθαρισμού και εξάλειψης ενός μέρους του πραγματικού ώστε να απομονωθεί το άλλο»[19]. Ο Αλτουσέρ(μέσω των κεκτημένων του Μαρξισμού) αντιπαρατίθεται στην εμπειριστική άποψη που θέλει τη Γενικότητα 1 να συγκροτείται «μέσω αυτής της σωστής αφαίρεσης», που νομίζει ότι «η επιστήμη εργάζεται πάνω σε ένα υπάρχον ,που θα είχε για ουσία του την καθαρή αμεσότητα και μοναδικότητα. Εργάζεται πάντα πάνω στο «γενικό», ακόμα και όταν το γενικό έχει τη μορφή του «γεγονότος»[20]. Εξ αυτού του λόγου στον Μαρξ υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο πραγματικό αντικείμενο και στο αντικείμενο της γνώσης. Στο πεδίο της Πολιτικής Οικονομίας αυτό εξειδικεύεται ως εξής: Τα υποκείμενα έχουν ανάγκες και διαμορφώνουν τους σκοπούς τους βάσει αυτών. Το ανθρωπολογικό αυτό δεδομένο η Πολιτική Οικονομία λειτουργώντας εμπειριστικά το θεωρεί ως την ουσία του ανθρώπου όσον αφορά το πεδίου οικονομικού.

 Έχοντας τώρα προσδιορίσει την ουσία του ανθρώπου κατασκευάζει όλο το σύστημα των οικονομικών της κατηγοριών με βάση αυτήν την ουσία. Άρα η δεύτερη φιλοσοφική τάση είναι  ουσιοκρατική. Αν διενεργήσουμε στην Πολιτική Οικονομία μια τομή ουσίας θα δούμε ότι όλα τα στοιχεία του όλου δίδονται εν συμπαρουσία, «η οποία αποτελεί την άμεση παρουσία της ουσίας τους, που καθίσταται άμεσα αναγνώσιμη μέσα σε αυτά»[21]. Η ουσιοκρατία από την οποία πάσχει η Πολιτική Οικονομία οδηγεί «στην απόλυτη και ομοιογενή παρουσία όλων των καθορισμών του όλου στην παρούσα ουσία»[22]. Έτσι λοιπόν βλέπουμε πως διαπλέκονται φιλοσοφικά οι δύο άξονες(ανθρωπολογία και ομοιογενής χώρος) πάνω στους οποίους στηρίζεται η Πολιτική Οικονομία.


Β. Η κριτική του Μαρξ

Ο Μαρξ αρνείται την αντίληψη περί ομοιογενούς πεδίου δεδομένων οικονομικών φαινομένων ,αλλά και την ιδεολογική ανθρωπολογία του homo oeconomicus που τη στηρίζει. Ο Αλτουσέρ για να αποδείξει την τομή του Μαρξ σε σχέση με αυτούς τους δύο πυλώνες της κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας, διατρέχει όλες τις μεγάλες περιοχές του οικονομικού «χώρου»: κατανάλωση ,διανομή, παραγωγή, όπως αυτές παρουσίαζονται κατά κύριο λόγο στην Εισαγωγή του ’57 και στο Κεφάλαιο. Όσο θα παρακαλουθούμε την ανάπτυξη των κατηγοριών αυτών, τόσο σαφέστερη θα καθίσταται η τομή ανάμεσα στον Μαρξ και τους κλασσικούς, καθώς οι προαναφερθέντες πυλώνες θα δέχονται διαρκή πυρά ,μέχρις ότου καταρρεύσουν όταν η ανάλυση φθάσει στο επίπεδο της παραγωγής.

Α) Κατανάλωση

«Στην Εισαγωγή του ’57 ,ο Μαρξ μας δείχνει ότι δεν μπορούμε να ορίσουμε μονοσήμαντα τις οικονομικές ανάγκες συσχετίζοντάς τις με την ‘ανθρώπινη φύση’ των οικονομικών υποκειμένων»[23]. Ο Μάρξ μας δίνει 3 σχέσεις οι οποίες βρίσκονται σε συνάφεια μεταξύ τους και αποτελούν το εννοιολογικό οπλοστάσιο της έννοιας του αντικειμένου της Πολιτικής Οικονομίας.  Χωρίζει λοιπόν την κατανάλωση σε ατομική και παραγωγική. Η πρώτη περιλαμβάνει τις ανθρώπινες ανάγκες και η δεύτερη τις πρώτες ύλες και τα μέσα παραγωγής που χρησιμοποιούνται στην παραγωγική διαδικασία.  Κατ’ επέκταση «η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης» ως πρώτο είδος κατανάλωσης αντιστοιχεί στο μεταβλητό κεφάλαιο και οι πρώτες ύλες και τα μέσα παραγωγής στο σταθερό κεφάλαιο. Τέλος έχουμε τον Τομέα 1 της παραγωγής, «προοριζόμενο να αναπαράγει τους όρους της παραγωγής σε βάση απλή ή διευρυμένη» και τον Τομέα 2, «προοριζόμενο να παράγει αντικείμενα ατομικής κατανάλωσης»[24].

Ήδη λοιπόν αρχίζει να διαφαίνεται ότι οι ανάγκες για κατανάλωση είναι ιστορικά καθορισμένες και όχι απόλυτα δεδομένα. «Οι μόνες ανάγκες που παίζουν οικονομικό ρόλο είναι οι ανάγκες που μπορούν να ικανοποιηθούν οικονομικά: οι ανάγκες αυτές δεν ορίζονται από την ανθρώπινη φύση γενικά, αλλά από τη δυνατότητά τους να πληρωθούν, δηλαδή από το εισοδηματικό επίπεδο των ατόμων και από τη φύση των διαθέσιμων προϊόντων ,που είναι ,σε δεδομένη στιγμή, το αποτέλεσμα των τεχνικών δυνατοτήτων παραγωγής»[25]. Μάλιστα η διαπλοκή παραγωγής και κατανάλωσης είναι ακόμη πιο βαθιά διότι «η παραγωγή παράγει την κατανάλωση δημιουργώντας τον καθορισμένο τρόπο της κατανάλωσης ,κι ύστερα το ερέθισμα για κατανάλωση ,την ίδια την καταναλωτική ικανότητα σαν ανάγκη»[26]. Αντί λοιπόν η ατομική κατανάλωση να καθορίζεται από την βιολογική ανάγκη του ανθρώπου να συντηρηθεί, όπως πίστευε η ανθρωπολικώς ορμώμενη Πολιτική Οικονομία, αυτή μας «παραπέμπει αφενός στις τεχνικές δυνατότητες παραγωγής και αφετέρου στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής που καθορίζουν την διανομή εισοδημάτων»[27].

Στην πραγματικότητα στους κοινωνικούς σχηματισμούς τα «αληθινά ‘υποκείμενα’» είναι οι κοινωνικές τάξεις. Το θεμέλιο του οικονομικού δεν είναι λοιπόν ανθρωπολογικό αλλά υπόκειται στον διττό δομικό καθορισμό που χωρίζει τα προϊόντα του Τομέα 1 και του Τομέα 2.  Εντέλει «εάν είναι νοητή η ιδέα μιας ανθρωπολογίας ,θα περνά πρώτα από τον οικονομικό (και όχι τον ανθρωπολογικό) ορισμό αυτών των αναγκών»[28]. Ήδη λοιπόν ο «ανθρωπολογικός» πυλώνες κλονίζεται σημαντικά.

Β) Η Διανομή

Ο Μαρξ διακρίνει 3 επίπεδα στη διανομή:
α)διανομή εισοδημάτων
β) διανομή αξιών χρήσης(μέσα παραγωγής και μέσα κατανάλωσης ή αλλιώς Τομέας 1 και Τομέας 2). Τα αγαθά του Τομέα 2 ανταλλάσσονται με εισόδημα. Τα αγαθά του Τομέα 1 με κεφάλαιο, και κατ’ επέκταση «μεταξύ των μελών της καπιταλιστικής τάξης που κατέχουν το μονοπώλιο των μέσων παραγωγής»[29].
γ) Οι δύο πρώτες περιπτώσεις διανομής υπόκεινται όμως σε μία τρίτη, στη «διανομή των οργάνων της παραγωγής, δηλ. στη σχέση που αποκτάνε τα άτομα σε σχέση με τα μέσα παραγωγής»[30]. Με τα λόγια του Μαρξ: «ο καθορισμένος τρόπος συμμετοχής στην παραγωγή καθορίζει τις ιδιαίτερες μορφές της διανομής, τη μορφή συμμετοχής στη διανομή»[31].

Οι αστοί οικονομολόγοι χτίζουν «ροβινσονιάδες» εκκινώντας από το μεμονωμένο άτομο και όχι από την «κοινωνικά καθορισμένη παραγωγή των ατόμων»[32]. Έτσι η διανομή από την σκοπιά του ξεχωριστού ατόμου «καθορίζει τη θέση του ατόμου μέσα στην παραγωγή…θέση που προηγείται λοιπόν από την παραγωγή»[33].

Μέσα από την μαρξική ανάλυση ο Αλτουσέρ αντλεί δύο συμπεράσματα που ήδη είχαν αρχίσει να καθίστανται φανερά: 1) την εξαφάνιση της ανθρωπολογίας και 2) την αναγωγή της κατανάλωσης και της διανομής στον τόπο όπου καθορίζεται πραγματικά το οικονομικό: την παραγωγή.  Έτσι και ο δεύτερο πυλώνας που στήριζε την κλασσική Πολιτική Οικονομία καταρρέει και «τη θέση του ομοιογενούς ‘επίπεδου χώρου’ καταλαμβάνει ένα νέο σχήμα, κατά το οποίο τα οικονομικά ‘φαινόμενα’ νοούνται υπό την κυριαρχία των ‘σχέσεων παραγωγής’ που τα καθορίζουν»[34].

Όμως η ανακάλυψη του καθοριστικού ρόλο της παραγωγής χρονολογείται ήδη από τους Φυσιοκράτες, ενώ ο Ρικάρντο χαρακτηρίζεται από τον ίδιο τον Μαρξ ως «κατ’ εξοχήν οικονομολόγος της παραγωγής». Από την άλλη όμως ο Ρικάρντο έλεγε ότι καθαυτό αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας είναι η διανομή ,όμως όχι οποιαδήποτε διανομή αλλά αυτή «των φορέων της παραγωγής σε κοινωνικές τάξεις»[35].

Στην πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει είναι ότι ο Ρικάρντο ενώ μιλά για τις σχέσεις παραγωγής δεν παράγει την έννοια που τους αντιστοιχεί. Όμως όταν «έχουμε να κάνουμε με τις θεωρητικές συνέπειες αυτής της μεταμφίεσης, το ζήτημα γίνεται πολύ δυσχερέστερο»[36] και αυτό γιατί η απουσία μιας λέξης σημαίνει την παρουσία μιας άλλης έννοιας και άρα μια αλυσίδα από θεωρητικές συνέπειες. Η επιλογή του Ρικάρντο να καθορίσει ως αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας την διανομή δείχνει ότι «από ένστικτο κατανοούσαν(ο Μαρξ εκτός από το Ρικάρντο αναφέρεται και σε άλλους οικονομολόγους,τους οποίους δεν κατονομάζει, Θ.Λ.) τις μορφές διανομής σαν την πιο συγκεκριμένη έκφραση των συντελεστών παραγωγής σε μια δοσμένη κοινωνία»[37].

Συνεπώς η βασική συνεισφορά του Μαρξ δεν είναι ότι αποκαλύπτει την πρωταρχικότητα της παραγωγής ,αλλά, όπως θα δούμε παρακάτω, ότι μετασχηματίζει την έννοιά της.

Γ) Η Παραγωγή

Η παραγωγή σύμφωνα με τον Μαρξ επιμερίζεται σε διαδικασία εργασίας και σε κοινωνικές σχέσεις παραγωγής.

α) Η διαδικασία εργασίας

Σύμφωνα με τον ορισμό του Μαρξ που τον παραθέτει και ο Αλτουσέρ τα στοιχεία της εργασιακής δραστηριότητας είναι 3:
1)Σκόπιμη δραστηριότητα
2)Αντικείμενο-πρώτη ύλη
3)Μέσα παραγωγής

Το πρώτο χαρακτηριστικό της εργασιακής διαδικασίας είναι η «υλική υφή των όρων της διαδικασίας εργασίας». Στόχος του Αλτουσέρ είναι να αντιμετωπίσει την «ανθρωπιστική σύλληψη της ανθρώπινης εργασίας ως αμιγούς δημιουργίας». Μάλιστα η θέση ότι η «εργασία είναι πηγή κάθε πλούτου» είχε εκφραστεί και στο πρόγραμμα του 1875 του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος και της είχε ασκήσει σκληρή κριτική ο Μαρξ λέγοντας ότι «η φύση είναι επίσης η πηγή των αξιών χρήσης (και από τέτοιες αξίες αποτελείται βέβαια ο υλικός πλούτος)όπως και η εργασία ,που και αυτή δεν είναι παρά η έκφραση μιας φυσικής δύναμης ,της εργατικής δύναμης του ανθρώπου»[38]. Πρόκειται για έναν ιδεαλισμό που δεν λαμβάνει υπόψη του ότι η διαδικασία της εργασίας «κυριαρχείται από φυσικούς νόμους της φύσης και της τεχνολογίας»[39].

Αυτό από το οποίο έκανε αφαίρεση η κλασσική Πολιτική Οικονομία είναι «η παρούσα υλικότητα των παραγωγικών δυνάμεων(αντικειμένων εργασίας, υλικών οργάνων εργασίας) που εμπεριέχονται σε κάθε διαδικασία παραγωγής»[40]. Ουσιαστικά όπως παρατηρεί ο Αλτουσέρ πρόκειται για την «θεωρητική ένωση του Σμιθ και του Χέγκελ : ο πρώτος ανήγαγε την πολιτική οικονομία συνολικά στην υποκειμενικότητα της εργασίας, και ο δεύτερος συνέλαβε ‘την εργασία ως ουσία του ανθρώπου’».
Ο Μαρξ λοιπόν παράγει την έννοια του αντικειμένου του, δηλ. την έννοια της παραγωγής. Το πρώτο σκέλος αυτής είναι οι υλικοί όροι της διαδικασίας εργασίας, δηλ. το σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο και ο Τομέας 1 και 2. «Η έννοια του αντικειμένου υπάρχει άμεσα με τη μορφή ευθέως δραστικών οικονομικών εννοιών»[41].

Το δεύτερο χαρακτηριστικό είναι η ίδια η ανάλυση της διαδικασίας εργασίας που αναδεικνύει τον κυρίαρχο ρόλο των «μέσων εργασίας». Τα μέσα εργασίας είναι όπως είδαμε ένα από τα τρία συστατικά στοιχεία της εργασίας. Σε όσα θα ακολουθήσουν θα δείξουμε ότι αυτά είναι το κυρίαρχο από τα τρία.

Όπως αναφέρει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο τα εργαλεία είναι αυτά που διαφοροποιούν εποχές, είναι το «μέτρο της βαθμίδας εξέλιξης της ανθρώπινης εργασιακής δύναμης» και «δείκτης κοινωνικών σχέσεων». Τα μέσα εργασίας καθορίζουν τον τρόπο παραγωγής και κατασκευάζουν την έννοια της ιστορίας, δηλ. «η έννοια του τρόπου παραγωγής θεμελιώνεται, από τη σκοπιά που εξετάζουμε εδώ ,στις ποιοτικές διαφορές των μέσων εργασίας, δηλαδή στην παραγωγικότητά τους»[42]. Η ιστορική εξέλιξη των εργαλείων εκφράζει τον «διαφοροποιητικό τρόπο με τον οποίο υφίσταται η ενότητα ‘ανθρώπου και φύσης’». Ταυτόχρονα όμως και σύμφωνα με τον Μαρξ τα εργαλεία είναι και «δείκτης των κοινωνικών σχέσεων υπό τις οποίες διεξαγόταν η εργασία»[43]. Συνεπώς η έννοια του τρόπου παραγωγής περιλαμβάνει από την μία την σχέση ανθρώπου-φύσης ως προς τον μετασχηματισμό της δεύτερης από τον πρώτο και από την άλλη τις παραγωγικές σχέσεις, τις σχέσεις δηλαδή των ανθρώπων μεταξύ τους και προς τα αντικείμενα και τα μέσα παραγωγής.

β) Οι σχέσεις παραγωγής

Ο νέος αυτός όρος της διαδικασίας παραγωγής αφορά «τον ειδικό τύπο των σχέσεων ανάμεσα στους φορείς παραγωγής ανάλογα με τις σχέσεις ανάμεσα σε αυτούς και στα υλικά μέσα παραγωγής»[44]. Άρα από την μία πλευρά έχουμε τα μέσα παραγωγής και από την άλλη τους φορείς της παραγωγής. Ο Αλτουσέρ παραθέτει διάφορα αποσπάσματα του Μαρξ και καταλήγει στα εξής στοιχεία ,τα οποία στο συνδυασμό(Verbindung) τους συνιστούν τις σχέσεις παραγωγής των συγκεκριμένων τρόπων παραγωγής. Τα στοιχεία αυτά είναι: η εργασιακή δύναμη, οι άμεσα εργαζόμενοι, τα αφεντικά ως μη άμεσα εργαζόμενοι, το αντικείμενο της παραγωγής, τα εργαλεία παραγωγής κτλ.

Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι μπορούμε να «παίξουμε» με όλους τους συνδυασμούς των παραπάνω στοιχείων και έτσι να βρούμε όλους τους τρόπους παραγωγής. Όμως μια τέτοια θέση παραβλέπει ότι οι ειδικοί τρόποι συνδυασμού «αποκτούν νόημα μόνο στο πλαίσιο της ιδιάζουσας φύσης του αποτελέσματος της συνδυαστικής»[45]. Ήδη εδώ από αυτή την αλτουσεριανή θέση διαφαίνεται η έννοια της «δομικής αιτιότητας», δηλ. της δομής(τρόπος παραγωγής) ,η οποία δεν έχει ύπαρξη πέραν των αποτελεσμάτων της και των στοιχείων της, «δεν συντίθεται από αυτά κατά μια ατομιστική ,μηχανιστικής και μεταβατικής αιτιότητας ,διαδικασία που βαίνει από τα μέρη προς το όλο»[46]. Τα στοιχεία δεν προϋπάρχουν της δομής(ούτε και η δομή των στοιχείων) αλλά είναι εμμενή σε αυτήν και άρα συν-συγκροτούνται εντός της δομής και συν-συγκροτούν την δομή.

Όμως η αναπαραγωγή ενός τρόπου παραγωγής συντελείται τόσο μέσω της ίδιας της οικονομίας όσο και μέσω μιας υπερδομής. Η υπερδομή αυτή δεν είναι το φαινόμενο μιας ουσίας-υποδομής, μιας απλής σχέσης ,που παράγει τη συνθετότητα· ένας τρόπος παραγωγής είναι ένα σύνθετο όλο προ-δεδομένο. «Οι τύποι αυτοί σχέσεων, ανάλογα με τη διαφοροποίηση ή μη των φορέων παραγωγής σε άμεσους εργαζόμενους και αφεντικά, καθιστούν είτε αναγκαία(ταξικές κοινωνίες) είτε περιττή (αταξικές κοινωνίες)  την ύπαρξη μιας πολιτικής οργάνωσης προοριζόμενης να επιβάλλει και να διατηρεί τους ορισμένους αυτούς τύπους σχέσεων με τη βοήθεια της υλικής δύναμης-βίας (του κράτους) ή της ηθικής δύναμης-βίας(των ιδεολογιών)»[47]. Η σχέση δραστικότητας ανάμεσα στην υποδομή(οικονομικό) και την υπερδομή-εποικοδόμημα προσδιορίζεται από τον Αλτουσέρ ως εξής: «αν η δομή των σχέσεων παραγωγής ορίζει το οικονομικό ως οικονομικό ,ο ορισμός της έννοιας των σχέσεων παραγωγής ορισμένου τρόπου παραγωγής περνά αναγκαία από τον ορισμό της έννοιας της ολότητας των διαφόρων επιπέδων της κοινωνίας και του τύπου συνάρθρωσής τους(δηλαδή δραστικότητάς τους)»[48].

Το οικονομικό δεν είναι άμεσα ορατό και «ο εντοπισμός του περνά από την κατασκευή της έννοιάς του, η οποία προϋποθέτει τον ορισμό της ιδιαίτερης ύπαρξης και συνάρθρωσης των διαφόρων επιπέδων της δομής του όλου»[49]. Κατασκευάζω την έννοια του οικονομικού σημαίνει «ορίζω τον τόπο του, την έκτασή του και τα όριά του σε αυτή τη δομή»[50].

Εντός της «περιοχικής δομής» του οικονομικού τα πραγματικά υποκείμενα δεν είναι οι «πραγματικοί άνθρωποι» ,ως κάτοχοι και λειτουργοί, αλλά «οι προσδιορίζοντες και διανέμοντες: οι σχέσεις παραγωγής(και οι ιδεολογικές και πολιτικές κοινωνικές σχέσεις)»[51].

Σύμφωνα με τον Μαρξ «η ειδική οικονομική μορφή με την οποία αποσπάται απλήρωτη υπερεργασία από τους άμεσους παραγωγούς καθορίζει τη σχέση κυριαρχίας-υποδούλωσης»[52]. Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής «η ενότητα των υλικών και κοινωνικών όρων της καπιταλιστικής παραγωγής εκφράζεται στην υφιστάμενη άμεση σχέση μεταξύ μεταβλητού κεφαλαίου και παραγωγής της υπεραξίας»[53]. Η υπεραξία δεν μπορεί να μετρηθεί γιατί δεν είναι μέγεθος αλλά «η έννοια μιας σχέσης», της οποίας η ύπαρξη είναι ορατή και μετρήσιμη μόνο στις «επιπτώσεις» της, άρα είναι παρούσα εν τη «καθορισμένη απουσία της». Στην πραγματικότητα η υπεραξία είναι «μια σχέση παραγωγής μεταξύ των φορέων της διαδικασίας παραγωγής και των μέσων παραγωγής, δηλαδή η ίδια η δομή που διέπει τη διαδικασία στην ολότητα της ανάπτυξης και ύπαρξής της»[54]. Οι Σμιθ και Ρικάρντο με τις έννοιες του κέρδους και της γαιοπροσόδου κατέγραφαν στην πραγματικότητα το εμπειρικό γεγονός της εκμετάλλευσης της μάζας των ανθρώπων από μια μειοψηφία· όμως επρόκειτο κατά το χαρακτηρισμό του Αλτουσέρ για το «γεγονός» της υπεραξίας και όχι για την «έννοια» του «γεγονότοτος». Η καινοτομία του Μαρξ έγκειται στο ότι είδε το «γεγονός» της υπεραξίας όχι εντός ομοιογενούς χώρου αλλά σε μια υπαρκτή σχέση «συνδυασμού», μια σχέση συνθετότητας εντός ενός «σύνθετου χώρου με βάθος».

Σύμφωνα με τον ορισμό του Αλτουσέρ για την τομή ,αυτή απαιτεί την ύπαρξη ενός ριζικά νέου διατεταγμένου συνόλου βασικών θεωρητικών εννοιών. Έχοντας παρουσιάσει το αντικείμενο της κλασσικής Πολιτικής Οικονομίας καθώς και την μαρξική κριτική αυτού, η οποία αντιπαραθέτει ευθέως την έννοια ενός άλλου αντικειμένου, μη εμπειριστικού, μη ανθρωπολογικού και μη ομοιογενούς, μπορούμε  να συμπεράνουμε γιατί ο Αλτουσέρ θεωρεί ότι ανάμεσα στους δύο υπάρχει τομή. Κλείνοντας παραθέτουμε τις έννοιες που με βάση την ανάλυση του Αλτουσέρ φέρνει στο προσκήνιο ο Μαρξ: είναι οι έννοιες της αφηρημένης και συγκεκριμένης εργασίας, του μεταβλητού και σταθερού κεφαλαίου, της ατομικής και παραγωγικής κατανάλωσης, του Τομέα 1 και 2 της παραγωγής, της κυριαρχίας των οικονομικών φαινομένων από τις σχέσεις παραγωγής που σπάει το επίπεδο του χώρου, της υλικής υφής της διαδικασίας της εργασίας, του κυρίαρχου ρόλου των μέσων εργασίας και βέβαια η κεντρικότερη έννοια στο μαρξιστικό έργο, αυτή της υπεραξίας.








Βιβλιογραφία



Althusser, L. - Balibar, E. - Establet, R. - Macherey, Pierre - Ranciere, J.: Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο. Μετάφρ. Δημήτρης Δημούλης - Χρήστος Βαλλιάνος - Βίκυ Παπαοικονόμου, Επιμ. Δημ. Δημούλης. "Ελληνικά Γράμματα", Αθ. 2003
Λ. Αλτουσέρ «Στοιχεία Αυτοκριτικής» μτφ. Τάκης Καφετζής. "Πολύτυπο", Αθ. 1983
Λ. Αλτουσέρ «Για τον Μαρξ», εκδ. Γράμματα ,Αθ. 1978
Κ. Μαρξ «Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας», μτφ. Δ.Διβάρης, εκδ. Στοχαστής,Αθ. 1990
Κριτική των προγραμμάτων Γκότα και Ερφούρτης, μτφ. Κ.Σκλάβος,  Εκδ. Μαρη και Κοροντζή, Αθ. 1946
Γ.Φουρτούνης, «Εμμένεια και Δομή»,σελ. 210, περιοδικό Αξιολογικά




[1] Λ. Αλτουσέρ «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο», σελ. 398
[2] Λ. Αλτουσέρ «Στοιχεία αυτοκριτικής», σελ. 19
[3] Λ. Αλτουσέρ «Στοιχεία αυτοκριτικής», σελ. 21
[4] Λ. Αλτουσέρ «Στοιχεία αυτοκριτικής», σελ. 24
[5] Λ. Αλτουσέρ «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο», σελ. 398,399
[6]  Στο ίδιο σελ. 399
[7] Στο ίδιο, σελ. 400
[8] Στο ίδιο, σελ. 401
[9] Παρατίθεται στο[9] Λ. Αλτουσέρ «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο», σελ. 402
[10] Στο ίδιο , σελ. 402
[11] Στο ίδιο, σελ. 402
[12] Στο ίδιο, σελ. 402
[13] Στο ίδιο, σελ. 404
[14] Στο ίδιο, σελ. 406
[15] Στο ίδιο, σελ. 406
[16] Στο ίδιο, σελ. 407
[17] Έννοια που χρησιμοποιεί ο Αλτουσέρ στα «Στοιχεία Αυτοκριτικής»
[18] «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο», σελ 46,47
[19] «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο», σελ 48
[20] «Για τον Μαρξ» ,σελ. 184
[21] Στο ίδιο, σελ. 308
[22] Στο ίδιο, σελ. 308
[23] Στο ίδιο, σελ. 408
[24] Στο ίδιο, σελ. 408
[25] Στο ίδιο, σελ. 409
[26] Κ.Μαρξ «Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας», σελ.61
[27] Λ. Αλτουσέρ «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο», σελ. 410
[28] Στο ίδιο, σελ. 410
[29] Στο ίδιο, σελ. 411
[30] Στο ίδιο, σελ. 411
[31] Κ.Μαρξ «Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας», σελ.62
[32] Κ.Μαρξ «Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας», σελ.53
[33] Στο ίδιο, σελ 62
[34] Λ. Αλτουσέρ «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο», σελ. 411,412
[35] Στο ίδιο, σελ 412
[36] Στο ίδιο,σελ. 412
[37] Κ.Μαρξ «Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας», σελ.62
[38] Κριτική των προγραμμάτων Γκότα και Ερφούρτης, σελ. 15, Εκδ. Μαρη και Κοροντζή, μτφ. Κ.Σκλάβος, Αθ. 1946
[39] Λ. Αλτουσέρ «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο», σελ. 415
[40] Στο ίδιο, σελ 416
[41] Στο ίδιο, σελ. 416
[42] Στο ίδιο, σελ. 419
[43] Στο ίδιο, σελ. 420
[44] Στο ίδιο σελ. 420
[45] Στο ίδιο ,σελ. 423
[46] Γ.Φουρτούνης, «Εμμένεια και Δομή»,σελ. 210, περιοδικό Αξιολογικά
[47] Λ. Αλτουσέρ «Να διαβάσουμε το Κεφάλαιο», σελ. 425
[48] Στο ίδιο, σελ. 425
[49] Στο ίδιο, σελ. 426
[50] Στο ίδιο, σελ. 426
[51] Στο ίδιο, σελ. 428
[52] Στο ίδιο, σελ. 422
[53] Στο ίδιο, σελ. 429
[54] Στο ίδιο, σελ. 430

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου