Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Το θέμα των τάξεων στον Πουλατζά


Πρόκειται για μία εργασία που είχα κάνει στα πλαίσια του Ομίλου πριν 4 χρόνια. Παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον σε σχέση με το θέμα της παραγωγικής εργασίας στον Μαρξ το οποίο είναι ακόμα και σήμερα ανοικτό. Την εργασία δεν την έχω επανεπεξεργαστεί από τότε. 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το ζήτημα που θέτει ο Νίκος Πουλαντζάς είναι να προσδιορίσει την κατηγορία εκείνη των εργαζομένων η οποία θα αποδείξει ότι δεν ανήκει ούτε στην αστική αλλά ούτε και στην εργατική τάξη,την οποία και θα ονομάσει μικροαστική.Θα χωρίσει την μικροαστική τάξη σε παλιά(μικροβιοτεχνες,μικροεμποροι,αγροτες) και νέα.Έμεις θα ασχοληθούμε με τη νέα μικροαστική τάξη. Είναι όμως σκόπιμο πριν προχωρήσουμε σε μια ανάλυση των θέσεων του Πουλαντζά για τις κοινωνικές τάξεις να αναφέρουμε κάποιες βασικές μεθοδολογικές αρχές και κεκτημένα της αλτουσεριανης σχολής, τα όποια διαπερνούν το σύνολο του έργου του Πουλαντζά.

Ένας κοινωνικός σχηματισμός είναι ο τόπος ύπαρξης πολλών τρόπων παραγωγης.Οι 2 βασικές τάξεις κάθε κοινωνικού σχηματισμού,όπου και εμφανίζεται η κύρια αντίφαση,είναι οι τάξεις του κυρίαρχου σε αυτόν τρόπου παραγωγής, γύρω από τις οποίες πολώνονται οι υπόλοιπες τάξεις.Στην περίπτωσή του καπιταλισμού η αστική και η εργατική γύρω από τις οποίες πολώνεται η μικροαστική.

Κάθε τρόπος παραγωγής είναι μια σύνθετη ολότητα που αποτελείται από τρεις βαθμίδες την οικονομική,την πολιτική και την ιδεολογική. Κυριαρχία σε «τελική ανάλυση» έχει το οικονομικό στοιχείο.Κυριαρχία που την ονομαζει ο Πουλαντζάς ως προσδιορισμό.Όμως ο προσδιοριμός σε τελική ανάλυση της δομής του όλου από το οικονομικό στοιχείο δε σημαίνει ότι το οικονομικό στοιχείο κατέχει πάντοτε τον κυρίαρχο ρόλο.Αν η δομή με ένα κυριαρχικό στοιχείο,που είναι μια ενότητα συνεπάγεται ότι κάθε τρόπος παραγωγής διαθέτει μια κυρίαρχη βαθμίδα,το οικονομικό στοιχείο είναι πραγματικά καθοριστικό στο βαθμό που αποδίδει  σε μια από τις 3 βαθμίδες τον κυρίαρχο ρόλο..Με άλλα λογια ο προσδιορισμός ενός τρόπου παραγωγής συνίσταται στο πως σε τελική ανάλυση αντανακλάται ο προσδιορισμός του οικονομικού στοιχείου στο εσωτερικό του τρόπου παραγωγής.

Ο Αλτουσέρ λέει: «Η δομή με ένα κυριαρχικό στοιχείο είναι ένα σύνθετο όλο με την ενότητα μιας αρθρωτής δομής,όπου ένα από τα στοιχεία παίζει τον κυριαρχικό ρόλο και τα άλλα υπόκεινται σε αυτό,με μία δυναμική ενότητα όπου υπάρχει ανταλλαγή ρόλων και όπου το οικονομικό επίπεδο καθορίζει σε τελευταία ανάλυση το στοιχείο της κοινωνικής δομής,που θα παίξει τον κυριαρχικό ρόλο».

Προς επίρρωσιν των παραπάνω ο ΝΠ παραπέμπει στον Μαρξ:αναφέρουμε ένα μέρος από τα αποσπάσματα. «η γνώμη μου οτι ο τρόπος παραγωγής της υλικής ζωής κυριαρχεί γενικά πάνω στην αναπαραγωγή της κοινωνικής,πολιτικής,πνευματικής ζωής,είναι ορθή για τον σύγχρονο κόσμο,που κυριαρχείται από τα υλικά συμφέροντα,αλλά όχι για το Μεσαίωνα όπου επικρατούσε ο καθολικισμός,ούτε για την Αθήνα και την Ρώμη όπου επικρατούσε η πολιτική…Αυτό που είναι καθαρό είναι πως ούτε ο πρώτος μπορούσε να ζήσει από τον καθολικισμό ούτε οι δεύτερες από την πολιτική.Οι τότε οικονομικοί όροι εξηγούν αντίθετα γιατί εκεί ο καθολικισμός και εδώ η πολιτική έπαιζαν τον κύριο ρόλο…» Στη φεουδαρχία πχ για να κατακρατήσουν το περίσσευμα οι φεουδάρχες έπρεπε να μεσολαβήσουν στοιχεία του επικοδομήματος,γιατί οι όροι της οικονομικής παραγωγής δεν αναγκάζουν το δουλοπάροικο να δουλέψει για όφελος του άρχοντα.Η διάκριση που υπάρχει  ανάμεσα στον σε «τελευταία ανάλυση» καθοριστικό και τον «κυριαρχικό ρόλο» στον Μαρξ δεν είναι σαφής διότι κατά τη σχολή του Αλτουσέρ,ο Μαρξ εξέταζε τον ΚΤΠ,στον οποίο αυτά τα δύο ταυτίζονταν.

Το οικονομικό στοιχείο αποτελείται από ορισμένα στοιχεία,τα οποια υπάρχουν στην πραγματικότητα μονάχα στο συνδυασμό τους.Ο Μαρξ λέει «όποιες και αν είναι πάντοτε οι κοινωνικές μορφές της παραγωγής,παραμένουν πάντοτε σαν παράγοντές της οι εργαζόμενοι και τα μέσα παραγωγής.Αλλά και οι μεν και τα δε είναι τέτοιοι παράγοντες μονάχα εν δυνάμει όσο παραμένουν χωριστά.Για μια οποιαδήποτε παραγωγή,χρειάζεται ο συνδυασμός τους.Ο ειδικός τρόπος που γίνεται αυτός ο συνδυασμός είναι που διακρίνει τις διάφορες οικονομικές εποχές από τις οποίες έχει περάσει η κοινωνική δομή.»Τα αναλλοίωτα στοιχεία του οικονομικού προσδιορισμού είναι:
1.ο εργαζόμενος
2.τα μέσα παραγωγής
3.ο μη εργαζόμενος, δηλαδή αυτός που ιδιοποιείται την υπερεργασία

Τα στοιχεία αυτά υπάρχουν μέσα σε έναν ειδικό συνδυασμό(μεταβλητό) που συγκροτεί το οικονομικό στοιχείο. Πρόκειται για συνδυασμό που ο ίδιος αποτελεί μια διπλή σχέση αυτών των στοιχείων.

Α) Μια σχέση ιδιοκτησίας(σχέση κυριότητας): κάνει τον μη εργαζόμενο να παρεμβαίνει στην παραγωγή σαν ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής και της εργατικής δύναμης και επομένως και του προιόντος,είναι το δικαίωμα χρήσης,κάρπωσης και διάθεσης.
Β) Μια πραγματική σχέση ιδιοποίησης(αλλιώς σχέση «κατοχής»):η δυνατοτητα να βάζεις σε λειτουργία τα μέσα παραγωγής και να ελέγχεις την παραγωγική διαδικασία.
    
Η πρώτη σχέση υπάρχει σε όλες τις ταξικές κοινωνίες.Δεν πρέπει να μπερδεύεται με την νομική κυριότητα που είναι υπερδομή.
    
Η δεύτερη σχέση προσδιορίζει την τάξη των εκμεταλλευομένων και διαφέρει στους διάφορους τρόπους παραγωγής.
    
Στον ΚΤΠ ο χαρακτηριστικός συνδυασμός συνίσταται στην «ομολογία»(ταύτιση)  των δύο σχέσεων.Στον ΚΤΠ οι εργάτες έχουν αποστερηθεί την κατοχή των μέσων εργασίας,που τα κατέχει ο κεφαλαιούχος.Ο εργάτης δεν κατέχει παρά μόνο την εργατική του δύναμη,που την πουλάει ως εμπόρευμα.Έτσι η εργασία δεν αποσπάται με τη βία όπως συνέβαινε στην φεουδαρχία (όπου οι αγρότες ήταν κάτοχοι των χωραφιών τους) αλλά η εργασία μετατρέπεται σε εμπόρευμα.Η απόσπαση υπερεργασίας δεν γίνεται πλέον άμεσα αλλά μέσω της ενσωματωμένης στο εμπόρευμα εργασίας,δηλ. με τη δημιουργία υπεραξίας. Η υπεραξία δεν νοείται ως μια απλή "αφαίρεση", ή "παρακράτηση" από το προϊόν του εργάτη, αλλά ως μια κοινωνική σχέση, ως αποτέλεσμα και προϋπόθεση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η οποία εμφανίζεται αναγκαστικά ως (περισσότερο) χρήμα(Χ-Ε-Χ΄), ως η μέσω της ενότητας της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας προσαύξηση της αξίας του προκαταβαλλόμενου (χρηματικού) κεφαλαίου. Η έννοια της υπεραξίας είναι αδιαχώριστη από την έννοια της αξίας, καθώς στον ΚΤΠ η κίνηση της αξίας γίνεται για την υπεραξία (το χρήμα λειτουργεί ως αυτοσκοπός) και καθίσταται δυνατή δια της υπεραξίας. Το κεφάλαιο είναι "αυτοαξιοποιούμενη αξία", "γεννάει αξία επειδή είναι αξία"
    
Διαπιστώνουμε λοιπόν συνθέτοντας τα παραπάνω ότι η διαδικασία παραγωγής αποτελείται από την εργασιακή διαδικασία(τις παραγωγικές δυνάμεις και τεχνικό καταμερισμό της εργασίας) και τις σχέσεις παραγωγής.Σε αυτήν την διαδικασία κυρίαρχο ρόλο παίζουν οι σχέσεις παραγωγής.Μάλιστα οι σχέσεις παραγωγής εισδύουν στις παραγωγικές δυνάμεις,αφού η εργατική δύναμη που θέτει σε κίνηση τις παραγωγικές δυνάμεις αποτελεί κι αυτή μέρος τους και εφόσον η καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία τείνει ασταμάτητα προς την μέγιστη δυνατή εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης,.Με τις σχέσεις παραγωγής οι ανταγωνιστικές τάξεις είναι ήδη παρούσες στην παραγωγική διαδικασία.Η ταξική πάλη είναι βαθιά ριζωμένη μέσα στην ίδια την παραγωγή.
  
Καμιά κοινωνία δεν είναι δυνατό να υπάρξει αν δεν αναπαράγει τους υλικούς και κοινωνικούς όρους της ύπαρξης της. Οι όροι ύπαρξης της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι οι προυποθέσεις εκμετάλλευσης, που επιβάλλουν οι κεφαλαιοκράτες στην εργατική τάξη. Η αστική τάξη πρέπει να αναπαράγει τους όρους αυτούς πάση θυσία.Αυτό γίνεται μόνο με την προυπόθεση ότι η αστική τάξη θα διεξάγει μια συνεχή ταξική πάλη ενάντια στους εργαζομένους.Την ταξική αυτή πάλη την διεξάγει συντηρώντας και αναπαράγοντας τους υλικούς,πολιτικούς και ιδεολογικούς όρους της εκμετάλλευσης.Την διεξάγει μέσα στην παραγωγή και έξω από αυτήν.Μέσα στην παραγωγή κοινωνικός καταμερισμός εργασίας είναι η κατανομή ρόλων που εκπληρώνουν οικονομικά, πολιτικά και ιδεολογικά καθήκοντα.Τεχνικός καταμερισμός είναι η τμηματική εργασία που φτάνει μέχρι τη διαίρεση της κοινωνικής παραγωγής.

Οι πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις κατά την αλτουσεριανή σχολή υπάρχουν υλοποιημένες σε μηχανισμούς.Υπάρχουν οι κρατικοί μηχανισμοί(κατασταλτικοί και ιδεολογικοί) και ο καθαυτό οικονομικος μηχανισμός το εργαστάσιο/η επιχείρηση.,το οποίο υλοποιεί και ενσαρκώνει τις οικονομικές σχέσεις κατά τη συναρμογή τους με τις πολιτικο-ιδεολογικές.


ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Αρχικά θα προσδιορίσουμε την εργατική τάξη μέσα στις οικονομικές σχέσεις ,αυτές δηλαδή που παίζουν το βασικό ρολό στον ταξικό προσδιορισμό.Στον ΚΤΠ το κριτήριο κυριότητας δεν είναι επαρκές για τον Πουλαντζα για να προσδιορίσει τους εκμεταλλευομένους.Το θεωρεί πολύ γενικό.Κριτήριο για να προσεγγίσουμε την εργατική τάξη είναι η παραγωγική εργασία, δηλ. ποιοι εργαζόμενοι με την εργασία τους αναπαράγουν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.Ο Μάρξ λέει «κάθε παραγωγικός εργαζόμενος είναι μισθωτός,δεν έπεται όμως ότι κάθε μισθωτός είναι παραγωγικός εργαζόμενος».

Είναι σημαντικό να εξετάσουμε την παραγωγική εργασία γιατί είναι αυτή που στηρίζει την κυρίαρχη σχέση εκμετάλλευσης σε κάθε τρόπο παραγωγής.Άρα όσοι μισθωτοί δεν εκτελούν παραγωγική εργασία δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι εργατική τάξη.
    
Το ζήτημα που θέτει επί τάπητος ο Π είναι να προσδιορίσει το τι είναι παραγωγική εργασία στον Μαρξ,πραγμα δύσκολο γιατί ο Μαρξ σχεδίαζε να πραγματευτεί το θέμα αυτό στο 4ο βιβλίο του Κεφαλαίου και έτσι δεν το ανέλυσε ποτέ με συστηματικό τρόπο.
 Να θέσουμε ένα γενικό περίγραμμα πρώτα.

Ο Μαρξ αναφέρει λοιπόν στην Ιστορία των οικονομικών θεωριών στο «περίγραμμα της κριτικής της πολίτικης οικονομίας» ότι: «δεν βασιζόμαστε στα υλικά αποτελέσματα της εργασίας ούτε στη φύση του προϊόντος ,ούτε στην αποδοτικότητα της συγκεκριμένης εργασίας αλλά στις καθορισμένες κοινωνικές μορφές,τις  κοινωνικές συνθήκες της παράγωγης όπου πραγματοποιείται αυτή(η εργασία)»

Στη συνεχεία ο  Μαρξ αναφέρει «προκύπτει ότι η παραγωγική εργασία δεν συνεπάγεται διόλου ένα συγκεκριμένο περιεχομενο,μια ιδιαίτερη χρησιμότητα,μια καθορισμένη αξία χρήσης,στην οποία υλοποιείται. Έτσι εξηγείται το ότι μια εργασία του ίδιου περιεχομένου μπορεί να είναι παραγωγική ή μη παραγωγική» Άρα   το πρίσμα μέσα από το όποιο πρέπει να εξετάσουμε την παραγωγική εργασία είναι ότι αυτή πάντα εκτελείται κάτω από καθορισμένες κοινωνικές συνθήκες και ανάγεται άμεσα στις εκμεταλλευτικές κοινωνικές σχέσεις ενός δοσμένου τρόπου παραγωγης.

Ας περάσουμε τώρα στον ΚΤΠ:
Ο Μαρξ στην Ιστορία των οικονομικών θεωριών γράφει: «Σκοπός του κεφαλαίου είναι ο πλουτισμός ,η παράγωγη υπεραξίας, η αύξηση της αξίας ,δηλαδή η διατήρηση της παλιάς αξίας και η δημιουργία της υπεραξίας. Το ιδιόμορφο αυτό προιόν,η καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία το πραγματοποιεί μόνον, ανταλλάσσοντας κεφάλαιο με εργασία που γι’αυτό τον λόγο λέγεται παραγωγική εργασία.»

Το ζήτημα που τώρα πρέπει να επιλύσουμε είναι αν στον ΚΤΠ παραγωγική είναι η εργασία η οποία δαπανάται μονό εκεί όπου παράγονται υλικές αξίες χρήσης ή γενικά η εργασία που δαπανάται σε κάθε τομέα(παραγωγη,κυκλοφορια,πρωην ελευθέρα επαγγέλματα) όπου έχουν διεισδύσει οι καπιταλιστικές σχέσεις παράγωγης.
Ας τα πάρουμε με τη σειρά:

Στον τομέα της παραγωγής:
      Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο σε έναν πρώτο(γενικό) ορισμό που δίνει για την παραγωγική εργασία λέει: . «ότι παραγωγική εργασία είναι εκείνη που μέσω του μέσου εργασίας μεταβάλει το αντικείμενο εργασίας και το μετατρέπει σε μια νέα χρήσιμη άξια, «ένα υλικό της φύσης προσαρμοσμένο με την αλλαγή της μορφής του στις σύγχρονες ανάγκες».Μέσο εργασίας και αντικείμενο εργασίας είναι τα μέσα παραγωγης.Αυτη η εργασιακή διαδικασία θεωρείται «στην πιο απλή μορφή της κοινή  σε όλες τις ιστορικές της  μορφές, πράξη που διεξάγεται μεταξύ του ανθρώπου και της φύσης .Όμως διευκρινίζει σε μια υποσημείωση ότι αυτός ο ορισμός δεν είναι αρκετός για να περιγράψει τον ΚΤΠ.(σελ169).
      
Φυσικά και αυτός ο ορισμός περιορίζει πολύ την παραγωγική εργασία καθώς την κλίνει στους τοίχους των εργοστασίων. Βέβαια ο Μαρξ σε ένα άλλο σημείο εντάσσει στην παραγωγική εργασία όχι μονό τους άμεσα χειρώνακτες εργάτες αλλά και όλους όσους συνιστούν τον περίφημο συλλογικό εργάτη: «Μια που με την ανάπτυξη της πραγματικής υπαγωγής της  εργασίας στο κεφάλαιο ή του ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο πραγματικός λειτουργός του συνολικού προτσές εργασίας … γίνεται ολοένα και περισσότερο μια κοινωνικά συνδυασμένη ικανότητα εργασίας και μια που οι διάφορες ικανότητες εργασίας, που ανταγωνίζονται, και που αποτελούν τη συνολική παραγωγική μηχανή, παίρνουν μέρος με πολύ διαφορετικούς τρόπους στο άμεσο προτσές της διαμόρφωσης των εμπορευμάτων ή εδώ καλλίτερα των προϊόντων, ο ένας σαν manager, engineer [διευθυντής, μηχανικός], τεχνολόγος κ.λπ. ο άλλος σαν overlooker [επιβλέπων], ο τρίτος σαν άμεσος χειροτέχνης ή ακόμα απλά σαν ανειδίκευτος εργάτης, έτσι, ολοένα και περισσότερο αυξανόμενος αριθμός λειτουργιών της ικανότητας εργασίας κατατάσσεται κάτω από την άμεση έννοια της παραγωγικής εργασίας και οι φορείς της κάτω από την έννοια των παραγωγικών εργατών, εργατών που τους εκμεταλλεύεται απ’ ευθείας το κεφάλαιο και που υπόκεινται γενικά στο προτσές αξιοποίησης της παραγωγής. Αν εξετάσει κανείς το συλλογικό εργάτη από τον οποίο αποτελείται το εργαστήριο, τότε η συνδυασμένη του δραστηριότητα εκφράζεται άμεσα και υλικά σε ένα συνολικό προϊόν, που είναι συγχρόνως μία συνολική μάζα εμπορευμάτων, ενώ είναι τελείως αδιάφορο, αν η λειτουργία του μεμονωμένου εργάτη, που είναι μόνο ένα μέλος αυτού του συλλογικού εργάτη, βρίσκεται πιο μακριά ή πιο κοντά στην άμεση χειροτεχνική εργασία»

Συμπέρασμα :παραγωγικοί εργάτες είναι προς το παρόν οι  χειρώνακτες,τεχνικοί,μηχανικοί,επιβλέποντες.
Παρολαυτα αν ο Μαρξ έμενε μονό στα παραπάνω παραγωγικοί εργαζόμενοι θα ήταν μονό όσοι συμμετέχουν στην παράγωγη υλικών αγαθών.

Τομέας κυκλοφορίας
Στον τομέα τώρα της κυκλοφορίας εμφανίζονται στον ίδιο τον Μαρξ κάποιες αμφισημίες οι οποίες μόνο με μια συστηματική ερμηνεία μπορούν να επιλυθούν.
Κατά τη γνώμη μου 2 ζητήματα πρέπει να απαντηθούν:
1. Αν η κυκλοφορία παράγει νέα αξία και άρα υπεραξία ή απλά έχουμε μεταφορά υπεραξίας που έχει δημιουργηθεί στην παραγωγή.
2. Αν η μεταφορά υπεραξίας αποτελεί παραγωγική εργασία.Κατά τον Πουλαντζά η μεταφορά υπεραξίας δεν αποτελεί παραγωγική εργασία.
Μόλις πραγματευτούμε και τον τομέα των ελευθέρων επαγγελμάτων θα επανέλθουμε στο ζήτημα αυτό.

Να πουμε ότι για να έχουμε υπεραξία πρέπει να έχουμε ανταλλαγή εργασίας με μεταβλητό κεφάλαιο και όχι ανταλλαγή εργασίας με εισόδημα.

Αναφέρουμε κάποια αποσπάσματα προς επίρρωση της άποψης του γενικού ορισμού(που αναφέραμε παραπάνω) και στη συνεχεία κάποια αλλά που λένε το αντίθετο για να φανούν στο μέγεθος τους οι διαφορές.Ο Μάρξ σε αυτά τα αποσπάσματα περιορίζει στα στενά πλαίσια του γενικού ορισμού την παραγωγική εργασία,παρότι ο ίδιος είχε παραδεχθεί ότι αυτός είναι ανεπαρκής.

Αρχικά με βάση τον γενικό ορισμό οι μισθωτοί της κυκλοφορίας δεν είναι παραγωγικοί εργαζομενοι.Να και αλλά σημεία που ο Μάρξ λέει το ίδιο:
«το εμπορευματικό κεφάλαιο δεν είναι παρά το κεφάλαιο που λειτουργεί μέσα στη σφαίρα της κυκλοφορίας, διαδικασία της κυκλοφορίας είναι μια φάση του συνόλου της διαδικασίας αναπαραγωγης.Αλλα καμία άξια και άρα καμία υπεραξία δεν παράγεται στη διάρκεια της κυκλοφοριακής διαδικασίας….Όπως ο έμπορος σαν απλός παράγοντας της κυκλοφορίας δεν παράγει, ούτε αξία ούτε υπεραξία έτσι και οι εργαζόμενοι στο εμπόριο,που τους χρησιμοποιεί στις ίδιες μ’ αυτόν λειτουργίες είναι αδύνατον να παράγουν με άμεσο τρόπο υπεραξία»  Εδώ ο Π  λέει ότι από την σκοπιά του ατομικού κεφαλαιούχου όντως οι μισθωτοί παρουσιάζονται σαν πηγή κέρδους αλλά από την σκοπιά του κοινωνικού κεφαλαίου και της αναπαραγωγής του δεν προκύπτει(το κέρδος) από μια δημιουργό άξιας διαδικασία  ,αλλά από μια μεταφορά της υπεράξιας που δημιουργήθηκε από το παραγωγικό κεφάλαιο:οι μισθωτοί λοιπόν αυτοί από την σκοπιά του κοινωνικού κεφαλαίου δεν είναι παραγωγικοί γιατί δεν δημιουργούν υπεραξία. Ασφαλώς οι μισθωτοί αυτοί εργαζόμενοι είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης και ο μισθός τους αντιστοιχεί στην αναπαραγωγή της εργασιακής τους δύναμης. «Όμως δεν παράγουν οι ίδιοι υπεραξία απλώς συμβάλλουν στην μείωση των εξόδων  ρευστοποίησης της υπεράξιας εκτελώντας κατά ένα μέρος απλήρωτη εργασία».Έτσι τους υφαρπάζετε υπερεργασία ,όχι όμως και υπεραξία και η εργασία τους δεν είναι αυτή που αναπαράγει κατά το Μαρξ άμεσα την κυρίαρχη σχέση εκμετάλλευσης  γιατί δεν ανταλλάσσεται με μεταβλητό κεφάλαιο παρά μονό για τον ατομικό κεφαλαιούχο ενώ από τη σκοπιά του συνολικού κύκλου του κοινωνικού κεφαλαίου και της αναπαραγωγής του ,αυτή η αμοιβή αποτελεί μέρος των αφάνων εξόδων της καπιταλιστικής παραγωγής. Παραγωγική εργασία είναι μόνο αυτή που αυξάνει την ανταλλακτική άξια του προϊόντος ως εμπορεύματος με βάση την καπιταλιστική άξια του χρήσης. «Η βιομηχανία μεταφορών, η φύλαξη και η διανομή των εμπορευμάτων σε καταναλώσιμη μορφή πρέπει να θεωρηθούν σαν παραγωγική εργασία ,προεκτεινόμενη μέσα στη διαδικασία της κυκλοφορίας»(Μαρξ)

    Και ενώ από τα παραπάνω φαίνεται ότι το θέμα έχει λήξει και οι μισθωτοί της κυκλοφορίας δεν είναι παραγωγικοί εργαζόμενοι ο Μαρξ δίνει στο Κεφάλαιο ένα 2ο (ειδικά για τον καπιταλισμό) ορισμό του τι είναι παραγωγική εργασία:. «Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή δεν είναι μόνο παραγωγή εμπορευμάτων, είναι στην ουσία παραγωγή υπεραξίας. Ο εργάτης δεν παράγει για τον εαυτό του, αλλά για το κεφάλαιο. Γι’ αυτό δεν είναι πια αρκετό ότι γενικά παράγει. Πρέπει να παράγει υπεραξία. Παραγωγικός είναι μονάχα ο εργάτης εκείνος, που παράγει υπεραξία για τον κεφαλαιοκράτη ή που εξυπηρετεί την αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου».

Επίσης σε ένα άλλο σημείο λέει: «η παραγωγική εργασία είναι η εργασία εκείνη η οποία εξαρχής δεν έχει απολύτως καμιά δουλειά  με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της εργασίας, με την ιδιαίτερη ωφελιμότητά της ή με την ειδική αξία χρήσης με την οποία παριστάνεται. Το ίδιο είδος εργασίας μπορεί να είναι παραγωγική ή μη παραγωγική εργασία. Μια τραγουδίστρια που πουλάει για δικό της λογαριασμό το τραγούδι της είναι ένας μη παραγωγικός εργάτης. Όμως η ίδια τραγουδίστρια που την έχει προσλάβει ένας επιχειρηματίας, ο οποίος τη βάζει και τραγουδάει για να βγάλει λεφτά, είναι ένας παραγωγικός εργάτης, επειδή παράγει κεφάλαιο» («Θεωρίες για την υπεραξία», Μέρος Πρώτο, σελ. 449).

« Από μια πλευρά ένας τέτοιος μισθωτός του εμπορίου είναι όπως κάθε μισθωτός εργάτης. Πρώτο, γιατί η εργασία του αγοράζεται από το μεταβλητό κεφάλαιο του εμπόρου, και όχι από το χρήμα, που το ξοδεύει σαν εισόδημά του για ατομική κατανάλωση, και που επομένως, αγοράζεται όχι για την προσωπική εξυπηρέτηση του εμπόρου, αλλά για την αξιοποίηση του κεφαλαίου που προκατέβαλε. Δεύτερο, γιατί η αξία της εργατικής του δύναμης, επομένως και ο μισθός της εργασίας του, καθορίζεται, όπως και για όλους τους άλλους μισθωτούς εργάτες, από τα έξοδα παραγωγής και αναπαραγωγής της ειδικής του εργατικής δύναμης, και όχι από το προϊόν της εργασίας του. Όπως η απλήρωτη εργασία του εργάτη δημιουργεί άμεσα υπεραξία για το παραγωγικό κεφάλαιο, η απλήρωτη εργασία των μισθωτών του εμπορίου προμηθεύει στο εμπορικό κεφάλαιο ένα μέρος αυτής της υπεραξίας» (Μαρξ 1978-β: 370-2). «Επομένως, η εμπορική εργασία, που αγοράζεται από το εμπορικό κεφάλαιο, είναι για το κεφάλαιο αυτό άμεσα παραγωγική εργασία»

Στα Grundrisse (όπως επίσης και στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου), ο Μαρξ θεωρεί όλες τις μορφές κεφαλαίου εξίσου παραγωγικές (ως παράγουσες υπεραξία): «Ωστόσο, στο μέτρο που η ίδια η κυκλοφορία δημιουργεί κόστος και απαιτεί υπερεργασία, εμφανίζεται η ίδια να περιλαμβάνεται στην παραγωγική διαδικασία. [...] Η κυκλοφορία  μπορεί να δημιουργήσει αξία μόνο στο βαθμό που απαιτεί νέα απασχόληση ξένης εργασίας -- πέρα απ’ αυτήν που αναλώθηκε άμεσα στην παραγωγική διαδικασία» (Μαρξ 1990: 397, 416) Εντούτοις, στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ ορίζει την κυκλοφορία του κεφαλαίου ως μη-παραγωγική: «Έτσι λοιπόν, το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο (...) δεν δημιουργεί ούτε αξία, ούτε υπεραξία»

      Η θέση του ΝΠ είναι ότι όσοι δεν είναι παραγωγικοί εργαζόμενοι δεν είναι εργατική τάξη, ακόμα και αν είναι μισθωτοί .Απο τα αποσπασμάτα που αναφέραμε,πολλά από τα οποία τα αναφέρει ο ΝΠ στο βιβλίο του,αυτος συμπεραίνει(βλ.πως το τεκμηριώνει στο κοινωνικές τάξεις στον συγχρονο καπιταλισμό σελ267-274) ότι παραγωγική εργασία κάνουν μόνο όσοι ανήκουν στο συλλογικό εργαζόμενο. Άρα οι μισθωτοί της κυκλοφορίας δεν είναι παραγωγικοί εργαζόμενοι.

Στον τομέα των «ελεύθερων» επαγγελμάτων
Αυτός ο τομέας στην εποχή που έζησε ο Μαρξ δεν είχε ακόμα γνωρίσει την μισθωτή εργασία και γι’αυτό τον κατατάσσει εύλογα στους μη παραγωγικούς  καθώς δεν εμπίπτει ούτε στον γενικό ούτε στον καπιταλιστικό ορισμό για την παραγωγική εργασία. . «Κάθε φορά που αγοράζεται  εργασία όχι για να υποκατασταθεί σαν ζωντανός οργανισμός στην άξια του μεταβλητού κεφαλαίου και να ενσωματωθεί στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία αλλά για να καταναλωθεί σαν άξια χρησης,σαν υπηρεσία ,η εργασία αυτή δεν είναι παραγωγική εργασία και ο μισθωτός εργαζόμενος δεν είναι παραγωγικός εργαζόμενος και ο  κεφαλαιούχος δεν τον αντιμετωπίζει ως κεφαλαιούχος αλλά αυτό που ανταλλάσσει με την εργασία του είναι το εισόδημα του με τη μορφή χρήματος και όχι το κεφάλαιο του» Εδώ με βάση αυτόν τον ορισμό εντασσονται,οι δικηγόροι,οι γιατροί,οι καθηγητές μέχρι και οι υπηρέτες.

Αυτό όμως που στην εποχή του Μαρξ δεν μπορούσε να φάνει είναι ότι η διευρυνόμενη ανάπτυξη του ΚΤΠ σταδιακά ενέταξε και αυτά τα επαγγέλματα στις καπιταλιστικές σχέσεις παράγωγης. Σήμερα ο δικηγόρος έρχεται σε επαφή με 2 κατηγορίες καπιταλιστών. Πρώτος είναι αυτός που απλά ζητά τις υπηρεσίες του δικηγόρου είτε για ένα προσωπικό του θέμα είτε για ένα θέμα που αφόρα τους εργάτες,περίπτωση όπου ισχύουν φυσικά οι παρατηρήσεις του Μαρξ ότι οι υπηρεσίες ανταλλάσσονται με εισόδημα και όχι με μεταβλητό κεφάλαιο. Δεύτερος είναι ο καπιταλιστής-μόνιμος εργοδότης,ο ιδιοκτήτης δηλαδή μια δικηγορικής εταιρίας. Εδώ έχουμε ξεκάθαρα μια εκμεταλλευτική σχέση και το ζήτημα είναι να δούμε αν αυτός ο νέου τύπου δικηγόρος-μισθωτός μετατρέπεται σε παραγωγικό εργάτη.

Προφανώς εδώ δεν έχουν καμία θέση οι απόψεις του Μαρξ για τον συλλογικό εργάτη καθώς αυτές αφορούν την διαδικασία παράγωγης υλικών αξίων χρήσης.

Θα πρέπει εδώ να εμπιστευτούμε τον 2ο ορισμό του Μαρξ για την παραγωγική εργασία και γενικά τις θέσεις που λένε ότι στον ΚΤΠ  παραγωγικός εργαζόμενος είναι εκείνος που συμβάλλει στην αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου ανεξαρτήτως του περιεχομένου της εργασίας που κάνει(ανεξαρτήτως δηλ. της χρήσιμης άξιας που παράγει).Βεβαία όπως είπαμε πριν ο Μαρξ ποτέ δεν μίλησε για αυτά τα φαινόμενα μισθωτής εργασίας και επομένως θα πρέπει να κάνουμε αναλογική εφαρμογή και να δώσουμε διασταλτική ερμηνεία σε όσα είπε. :Παραθέτουμε ξανά ένα απόσπασμα που νομίζουμε ότι θα θεμελιώσει τους συλλογισμούς που θα ακολουθήσουν. «η παραγωγική εργασία είναι η εργασία εκείνη η οποία εξαρχής δεν έχει απολύτως καμιά δουλειά με το συγκεκριμένο περιεχόμενο της εργασίας, με την ιδιαίτερη ωφελιμότητά της ή με την ειδική αξία χρήσης με την οποία παριστάνεται. Το ίδιο είδος εργασίας μπορεί να είναι παραγωγική ή μη παραγωγική εργασία. Μια τραγουδίστρια που πουλάει για δικό της λογαριασμό το τραγούδι της είναι ένας μη παραγωγικός εργάτης. Όμως η ίδια τραγουδίστρια που την έχει προσλάβει ένας επιχειρηματίας, ο οποίος τη βάζει και τραγουδάει για να βγάλει λεφτά, είναι ένας παραγωγικός εργάτης, επειδή παράγει κεφάλαιο»

 «Ενας ηθοποιός, λ.χ. ακόμα και ένας παλιάτσος, είναι επομένως ένας παραγωγικός εργάτης, όταν δουλεύει στην υπηρεσία ενός καπιταλιστή (του επι­χειρηματία), στον οποίο επιστρέφει περισσότερη εργασία, από εκείνη που παίρνει απ' αυτόν με τη μορφή του μισθού, ενώ ένας μπαλωματής ράφτης, που πάει στο σπίτι του καταταλιστή, για να του μπαλώσει τα παντελόνια του τού δημιουργεί μόνο μια αξία χρήσης, είναι ένας μη παραγωγικός εργάτης. Η εργασία του πρώτου ανταλάσσεται με κεφάλαιο, ενώ η εργασία του δεύτερου με εισόδημα. Η πρώτη δημιουργεί μια υπεραξία, με τη δεύτερη καταναλώνεται ένα εισόδημα».

«Ενας συγγραφέας είναι παραγωγικός εργάτης, όχι γιατί παράγει ιδέες, αλλά γιατί πλουτίζει τον βιβλιοπώλη, που εκδίδει τα συγγράμματα του ή γιατί είναι ο μισθωτός εργάτης ενός καπιταλιστή.
Η αξία χρήσης του εμπορεύματος, στο οποίο ενσαρκώνεται η εργασία ενός παραγωγικού εργάτη, μπορεί να είναι του πιο τιποτένιου είδους. Αυτό το υλικό χαρακτηριστικό της εργασίας δεν συνδέεται καθόλου με αυτή την ιδιότητα του, που μάλλον εκφράζει μόνο μια καθορισμένη κοινωνική σχέση πα­ραγωγής».

«Η υλική ιδιότητα της εργασίας, επομένως και του προϊόντος της, αυτή καθεαυτή δεν έχει καμιά σχέση με τη διάκριση αυτή ανάμεσα στην παραγωγική κα μη παραγωγική εργασία. Λογουχάρη, οι μάγειροι και τα γκαρσόνια ενός εστιατορίου είναι παραγωγικοί εργάτες, εφόσον η εργασία τους μετατρέπεται σε κεφάλαιο για τον ιδιοκτήτη του εστιατορίου. Τα ίδια πρόσωπα είναι μη παραγωγικοί εργάτες, όταν είναι υπηρέτες σ' ένα σπίτι, εφόσον δεν δημιουργώ κεφάλαιο από την υπηρεσία τους, αλλά ξοδεύω εισόδημα. Πράγματι, τα ίδια επίσης πρόσωπα είναι για μένα, τον καταναλωτή, μη παραγωγικοί εργάτες στο εστιατόριο».

    Συμπερασματικά λοιπόν στο βαθμό που μια δικηγορική επιχείρηση λειτουργεί καπιταλιστικά(διότι μπορεί να είναι συνεργατική όπως συνηθίζεται ακόμα τουλάχιστον σε αυτά τα επαγγέλματα) δηλ κάποιος επενδύει κεφάλαιο το όποιο θέλει να το αυξήσει, εκμεταλλευόμενος άλλους που το μονό που προσφέρουν είναι η εργασία τους ως εμπόρευμα,τότε έχουμε παραγωγική εργασία.

Ένα(το πρώτο από τα δύο ζητήματα που θέσαμε πριν)  ερώτημα που μπαίνει και πρέπει να απαντηθεί για να είναι ολοκληρωμένη η θέση είναι βεβαία αν οι δικηγόροι(και οι λοιποί μισθωτοί των ελευθερίων επαγγελμάτων) παράγουν αξία και άρα η υπεραξία δεν είναι μεταφερόμενη από τον τομέα παράγωγης προϊόντων. «Ωστόσο, στο μέτρο που η ίδια η κυκλοφορία δημιουργεί κόστος και απαιτεί υπερεργασία, εμφανίζεται η ίδια να περιλαμβάνεται στην παραγωγική διαδικασία. [...] Η κυκλοφορία  μπορεί να δημιουργήσει αξία μόνο στο βαθμό που απαιτεί νέα απασχόληση ξένης εργασίας -- πέρα απ’ αυτήν που αναλώθηκε άμεσα στην παραγωγική διαδικασία» (Μαρξ 1990: 397, 416).

Αναλογικά εφαρμόζοντας αυτή τη θέση του Μαρξ θα λέγαμε(όχι χωρίς να προσκρούαμε ενδεχομένως σε άλλες διατυπώσεις του Μαρξ) ότι ο δικηγόρος παράγει άξια και φυσικά παράγει και υπεραξια.Άρα δεν υπάρχει καμία μεταφορά υπεράξιας από τον τομέα της παράγωγης. Ό,τι παράγεται και ό,τι καρπούται είναι μέσα σε αυτόν τον τομέα. Άλλωστε το επιχείρημα της μεταφερόμενης υπεραξίας θα μπορούσε να σταθεί πιο πειστικά στον τομέα της κυκλοφορίας,με την έννοια ότι με την απλήρωτη εργασία τους οι εργαζόμενοι απλά μειώνουν τα έξοδα ρευστοποίησης της υπεράξιας που παρήχθη στην παραγωγή .Όμως τα ελεύθερα επαγγέλματα δεν έχουν καμία σύνδεση ούτε με τις αξίες χρήσης, ούτε με την διαδικασία που ακολουθείται στους τομείς της παραγωγής.Ο κοινωνικός τους ρόλος δεν έχει καμία σχέση με την ρευστοποίηση υπεραξίας που παρήχθη στην παραγωγή.

Σε αντιπαραβολή με όσα προαναφέραμε ο Πουλαντζάς λέει ότι οι μισθωτοί υπάλληλοι(εννοώντας τους δικηγορους,γιατρους κτλ) παρότι τους αποσπάται υπερεργασία δεν είναι παραγωγικοί εργαζόμενοι και η υπερεργασία τους επιτρέπει στο κεφάλαιο να κάνει οικονομίες από τα εισοδήματα του για να αυξήσει τη συσσωρευμένη υπεραξία σε σχέση με την υπεραξία που καταναλώνεται ή δαπανάται σε αφανή έξοδα . Στην πραγματικότητα οι υπάλληλοι αυτοί παρεμβαίνουν εδώ στην κατανομή της υπεράξιας μέσα στο κεφάλαιο προκαλώντας μεταφορές της υπεράξιας που προήλθε από την παραγωγική εργασία προς όφελος του κεφαλαίου που ιδιοποιείται την εργατική τους δύναμη.Η εκμετάλλευση τους συγγενεύει έτσι μ’εκείνη που υφίστανται οι μισθωτοί της σφαίρας κυκλοφορίας του κεφαλαίου.

Συμπεράσματα από τους 2 ορισμούς

Τώρα για να λύσουμε το πρόβλημα με την αντιφατικότητα των 2 ορισμών(σε διαφορετική κατεύθυνση από εκείνη που το λύνει ο ΝΠ) θα πρέπει να δούμε το σε ποια εργασία αναφέρονται.Ας δούμε όμως πρώτα σε ποια εργασία αναφέρεται ο Μαρξ όταν μιλά για την διαδικασία της ανταλλαγής στον ΚΤΠ. Ο Μαρξ ορίζει τη διαδικασία κοινωνικής ομογενοποίησης των ατομικών εργασιακών και παραγωγικών διαδικασιών με την εισαγωγή της έννοιας αφηρημένη εργασία: Η εργασία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι διφυής: από τη μια μεριά είναι συγκεκριμένη εργασία (εργασία που παράγει μια συγκεκριμένη αξία χρήσης, όπως και σε κάθε άλλο τρόπο παραγωγής) και από την άλλη είναι ταυτόχρονα αφηρημένη εργασία (ή εργασία εν γένει), εργασία όμοια από κοινωνική άποψη. Από εδώ πηγάζει η γενική ισοδυναμία και ανταλλαξιμότητα των προϊόντων της εργασίας, δηλαδή το ότι αυτά καθίστανται (παράγονται ως) εμπορεύματα: «H εργασία που εμπεριέχεται στην ανταλλακτική αξία είναι η αφηρημένα γενική κοινωνική εργασία, η οποία προκύπτει από την ολόπλευρη απαλλοτρίωση των ατομικών εργασιών» Αυτό σημαίνει ότι «κάθε εμπόρευμα είναι το εμπόρευμα, το οποίο εμφανίζεται έτσι αναγκαστικά ως άμεση υλική συμπύκνωση του εν γένει χρόνου εργασίας, μέσω της απαλλοτρίωσης της ιδιαίτερης αξίας χρήσης του».Η δαπάνη αφηρημένης εργασίας (εν γένει εργασίας), ή ο εν γένει χρόνος εργασίας, ρυθμίζει επομένως και το μέγεθος της αξίας των εμπορευμάτων.

Η αφηρημένη εργασία είναι και ο τρόπος για να απαντήσουμε στους 2 ορισμους.Αν δηλαδή η εργασία του χειρωνακτα,του μηχανικου,του εμπορουπαλληλου,του δικηγόρου και του ερευνητή σε μια εταιρία έχουν κάτι το κοινό, είναι ότι όλες είναι αφηρημένη κοινωνική εργασία(αυτός ο χαρακτηρισμός όλων αυτών των διαφορετικών ειδών εργασίας ως αφηρημένη δεν παραγνωρίζει την διάκριση διανοητικής και χειρονακτικής εργασίας, απλά όσον αφόρα την κερδοφορία του καπιταλιστή και τα 2 ειδή εργασίας παίζουν τον ίδιο ρόλο, την επαυξάνουν) η οποία στον ΚΤΠ δεν έχει καμία σημασία το ποια άξια χρήσης παράγει. Από αυτήν την άποψη κάθε εργασία που ανταλλάσσεται με μεταβλητό κεφάλαιο καθίσταται παραγωγική εργασία και η υπεραξία που αντλείται δεν είναι μεταφορά της υπεράξιας που παρήχθη στον τομέα της παράγωγης (και γλύτωμα εξόδων στον τομέα της ρευστοποίησης) αλλά απομύζηση της υπερεργασίας στον κάθε τομέα, η οποία δημιουργεί για κάθε τομέα υπεραξία.Συμπερασματικά όποια εργασία ανταλλάσσεται με μεταβλητό κεφάλαιο έχει ως σκοπό να το αυξήσει και άρα συμβάλλει στην αναπαραγωγή του. Αυτή λοιπόν η εργασία είναι στο εξής για τον καπιταλιστικό τρόπο παράγωγης παραγωγική εργασία και όσοι την εκτελούν παραγωγικοί εργαζόμενοι.Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όλοι οι παραγωγικοί εργαζόμενοι ανήκουν τελικά στην εργατική τάξη.

Οι ανώτεροι διευθυντές παρόλαυτα δεν κανουν παραγωγική εργασία γιατί η εργασία τους δεν είναι αυτή που υπεραξιώνει το κεφάλαιο,γιατί δεν ανταλλάσσεται με μεταβλητό κεφάλαιο αλλά με εισόδημα.Ανταλλάσσεται με εισόδημα γιατί ασκεί εξουσίες από τις σχέσεις κατοχής και άρα δεν ανήκει καν στην πλευρά των εκμεταλλευομένων αλλά των αστών.

OΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΝΙΣΤΩΣΕΣ ΤΟΥ ΤΑΞΙΚΟΥ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ

Άπαξ τώρα και προσδιοριστούν οι παραγωγικοί εργαζόμενοι πρέπει να κάνουμε το ξεκαθάρισμα ανάμεσα σε αυτούς,διότι δεν είναι όλοι εργατική τάξη.Θα εξετάσουμε(παρουσιάζοντας την οπτική του ΝΠ) ποιοι από τους παραγωγικούς εργαζόμενους λόγω του ότι αναπαράγουν τις πολιτικές και ιδεολογικές κυρίαρχες σχέσεις μέσα στην παραγωγική διαδικασία δεν μπορούν να ενταχθούν αντικειμενικά στην εργατική τάξη.
1)Η εποπτική εργασία.
Ο ταξικός δομικός προσδιορισμός εκτείνεται και στις πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις που εντοπίζουν τη θέση της εργατικής τάξης στο σύνολο του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας. Παρότι λοιπόν το κύριο είναι οι οικονομικές σχέσεις και οι άλλες 2 σχέσεις επηρεάζουν την τάξη στην οποία ανήκει κάποιος.
Πρέπει να επαναλάβουμε και να εμπλουτίσουμε  κάποια στοιχεία που θα καθοδηγήσουν την πορεία της σκέψης μας:
  1. Η εργασιακή διαδικασία δεν υπάρχει καθεαυτή σαν αυτόνομο πεδίο παραγωγικών δυνάμεων αλλά πάντα υπό καθορισμένες κοινωνικές μορφές,συναρθρωμένη κυρίως με καθορισμένες σχέσεις παραγωγης:μαλιστα αυτό που δίνει στην συνάρθρωση τους μορφή παραγωγικής διαδικασίας είναι η κυριαρχία των σχέσεων παράγωγης πάνω στην εργασιακή διαδικασία.
  2. Μάλιστα ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας είναι εκείνος που εξουσιάζει τον τεχνικό καταμερισμό της μέσα στην παραγωγική διαδικασία
  3. Ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασιακής διαδικασίας σχετίζεται άμεσα με τους πολιτικούς και ιδεολογικούς ορούς που υπάρχουν μέσα στην διαδικασία της παράγωγης

Οι παρατηρήσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία για την ανάλυση ορισμένων εργασιών οι οποίες είναι παραγωγικές γιατί εμπλέκονται άμεσα στην υλική παραγωγική διαδικασία και στη δημιουργία της υπεράξιας.
Καταρχάς ο ίδιος ο Μαρξ δίνει έναν ορισμό για τη διπλή φύση της διευθυντικής και εποπτικής εργασίας:
 «Η διευθυντική και εποπτική εργασία εμφανίζεται κατανάγκη  κάθε φορά που η άμεση παραγωγική διαδικασία παίρνει την μορφή μιας κοινωνικά συνδυασμένης διαδικασίας και που δεν είναι η απομονωμένη εργασία των ανεξάρτητων παραγωγων.Εχει όμως διπλή φύση.
«Αφενός σ’όλες τις εργασίες όπου συνεργάζονται πολλά άτομα,η  γενική συνάφεια και ενότητα της διαδικασίας εκφράζεται κατανάγκη σε μια διευθυντική θέληση,  σε λειτουργίες που δεν αφορούν τις τμηματικές εργασίες,αλλα τη συνολική δραστηριότητα του εργαστηρίου,όπως γίνεται με έναν διευθυντή ορχήστρας.Πρόκειται για μια παραγωγική εργασία που πρέπει να εκτελείται σε κάθε συνδυασμένο σύστημα παράγωγης.
«Αφετέρου,…η εποπτική αυτή εργασία είναι αναγκαία σε όλους τους τρόπους παράγωγης που βασίζονται στην αντίθεση ανάμεσα στον εργάτη,σαν άμεσο παραγωγο,και στον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγης.Οσο μεγαλύτερη είναι αυτή η αντιθεση,τοσο σημαντικότερος είναι και ο ρόλος που παίζει η εποπτική εργασια.Φτανει επομένως το κορύφωμα της στο δουλοκτητικό συστημα.Αλλα είναι εξίσου απαραίτητη και στο καπιταλιστικό σύστημα γιατί η παραγωγική διαδικασία σ’αυτό είναι συγχρόνως διαδικασία κατανάλωσης της εργατικής δύναμης από τον κεφαλαιούχο.»Από την τελευταία αυτή άποψη συμπεραίνει ο Π ότι η εποπτική εργασία αντιστοιχεί στα αφανή έξοδα της παράγωγης,αν και αυτό το συμπέρασμα έρχεται σε αντίθεση με το ότι ο ιδιος ο Μαρξ κατατάσσει τους επόπτες στον συλλογικό εργαζόμενο
Στον ΚΤΠ η οικονομική κυριότητα και η κατοχή των μέσων παράγωγης ανήκουν στον κεφαλαιοκράτη και οι άμεσα εργαζόμενοι είναι τελείως αποκομμένοι από τα μέσα παραγωγής.Αυτές ακριβώς οι σχέσεις παραγωγής είναι που γενούν την ανάγκη για εποπτεία και συντονισμό και δείχνουν ότι δεν υπάρχει καταμερισμός των εργασιών που να αντιστοιχούν σε καθαρά τεχνικές ανάγκες της παράγωγης.Η καπιταλιστική διευθυντική εργασία δεν είναι μια τεχνική εργασία αλλά είναι αποτέλεσμα του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας
«Κατά τον Μαρξ η καπιταλιστική διεύθυνση έχει διπλή οψη,επειδή το αντικείμενο που έχει να διευθύνει είναι από την μια μερια,συνεργασιακη παραγωγική διαδικασία και από την άλλη διαδικασία παράγωγης υπεραξίας μορφή αυτή διεύθυνσης γίνεται κατανάγκη  δεσποτική.» Αυτή η καπιταλιστική διεύθυνση και εποπτεία(ο δεσποτισμός του εργοστάσιου κατά τον Μαρξ) είναι η άμεση αναπαραγωγη,μεσα στην ίδια την παραγωγική διαδικασια,των πολίτικων σχέσεων μεταξύ κεφαλαιοκρατικής και εργατικής ταξης.Βέβαια ξεκαθαρίζει ο Π ότι αυτές οι πολιτικές σχέσεις υπάρχουν και αναπαράγονται στην παραγωγική διαδικασία και δεν ταυτίζονται με εκείνες που δημιουργούνται  μέσα στο κράτος και τους μηχανισμούς του.
Το ζήτημα πλέον είναι με βάση τα παραπάνω να προσδιορίσουμε τον ταξικό προσδιορισμό των εποπτών και των λοιπών που ασκούν παρόμοιες αρμοδιότητες.Οι φορείς αυτοί λοιπόν δεν ανήκουν κατά τον Π στην εργατική τάξη διότι παρά τον άμεσα παραγωγικό τους ρόλο,υπερτερούν οι πολιτικές σχέσεις που πραγματοποιούν μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας .Κύρια επομένως λειτουργία τους είναι η «συλλογή» υπεραξίας. Ασκούν εξουσίες που απορρέουν από τη θέση του κεφαλαίου,το όποιο ιδιοποιείται την «διευθυντική λειτουργία» της εργασιακής διαδικασίας.Με τα λόγια του Μαρξ «Ο κεφαλαιούχος αρχίζει με το να απαλλάσσεται από τη χειρωνακτική εργασία.Ύστερα όταν το κεφάλαιο μεγαλώσει,και μαζί μ’αυτό η συλλογική δύναμη που εκμεταλλεύεται,παραιτείται από τη λειτουργία της άμεσης επόπτευσης των εργατών και τη μεταβιβάζει σε ένα ιδιαίτερο είδος μισθωτών».
Βεβαία ο Π προβαίνει στη διάκριση ανάμεσα στα εκτελεστικά όργανα και τους Μάνατζερς,διοτι αυτοί μπορούν να ασκούν εξουσίες που απορρέουν από τις σχέσεις κυριότητας και κατοχής.Αυτές οι 2 σχέσεις είναι κατά την αλτουσεριανή θεωρία των κοινωνικών τάξεων εκείνες που προσδιορίζουν την αστική τάξη.Οι μάνατζερ ανήκουν στην αστική τάξη ακόμα και αν δεν τους ανήκουν μέσα παραγωγης.Αντίθετα οι φορείς για τους οποίους κάνουμε εμείς λόγο είναι απλοί εκτελεστές,εκμεταλλευόμενοι από το κεφάλαιο και πουλάνε την εργατική τους δύναμη αμειβόμενοι με μεταβλητό κεφάλαιο.Οι μάνατζερ αμείβονται συνήθως από τα κέρδη της επιχείρησης.

2)Χειρωνακτική και διανοητική εργασία
Μέχρι τώρα μιλήσαμε για τις πολιτικές σχέσεις στον καταμερισμό της εργασίας και τη δημιουργία σχέσεων κυριαρχίας στο εργοστάσιο,το λεγόμενο δεσποτισμό του εργοστασίου.Τώρα θα μιλήσουμε για τις ιδεολογικές σχέσεις(στη συνάρθρωση τους με τις πολιτικές) που δημιουργούν περαιτέρω διαχωρισμούς ανάμεσα στους παραγωγικούς εργαζόμενους.
Για το μαρξισμό ο διαχωρισμός χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας(στο εξής χ-δ) δεν συμπίπτει με το διαχωρισμό παραγωγικής και μη εργασίας παρότι υπάρχουν βεβαίως επικαλύψεις.Αυτό τεκμηριώνεται από τους συλλογισμούς του Μαρξ για το συλλογικό παραγωγικό εργάτη(το σχετικό απόσπασμα έχει ήδη αναφερθεί όταν εξετάζαμε την παραγωγική εργασία) κατά την ίδια την ανάπτυξη της καπιταλιστικής παράγωγης.
Ο Π προσπαθεί να διορθώσει μιαν αντίληψη η οποία βασίζεται στην έννοια του συλλογικού  εργαζομένου και μιλά για ξεπέρασμα του χάσματος δ-χ εργασίας με το να μετατρέπονται οι επιστήμονες σε εργάτες.Ο Π για να τεκμηριώσει την αντίθεση του αναφέρει ότι από το έργο του Μαρξ προκύπτουν 2 συμπεράσματα:1.η κοινωνικοποίηση των εργασιακών διαδικασιών στον καπιταλισμό είναι εκείνη που κάνει να εμφανίζεται ο συλλογικός παραγωγικός εργαζόμενος.  2. παρολαυτά η ιδία η κοινωνικοποίηση βαθαίνει ταυτόχρονα τον διαχωρισμό μεταξύ δ-χ εργασίας,διότι πρόκειται όχι για ουδέτερη αλλά για την καπιταλιστική κοινωνικοποίηση της εργασίας.Αυτή είναι και η κύρια άποψη που θα τεκμηριώσει στη συνεχεία και θα την αναπτύξει.
Παραθέτει ένα απόσπασμα από τον Μαρξ το όποιο λέει «όσο η εργασιακή διαδικασία είναι καθαρά ατομική,ο ίδιος ο εργάτης συνενώνει όλες τις λειτουργίες που,κατοπι,χωριζονται…Αργότερα αυτές χωρίζονται μέχρι να φτάσουν να γίνουν ανταγωνιστικές μεταξύ τους.Το προϊόν μετατρέπεται γενικά από άμεσο προϊόν των ατομικών παραγώγων σε κοινωνικό και κοινό προϊόν του συλλογικού εργαζομένου...» Σχολιάζοντας το κείμενο αυτό θα παρατηρούσαμε ότι ο Μαρξ ενσωματώνει τόσο την άποψη ότι η διανοητική εργασία αποτελεί μέρος του συλλογικού εργαζομένου όσο και το ότι αντί με την κοινωνικοποίηση να μειώνεται το χάσμα δ-χ,αυτό   σε πείσμα όλο και βαθαίνει και μάλιστα για τους ίδιους λόγους.
Αναφέρουμε την άποψη που θα επιχειρήσει να αποδείξει ο Νίκος Πουλαντζάς:
«Ο διαχωρισμός δ-χ εργασίας δεν είναι απόρροια του τεχνικού καταμερισμού της εργασίας αλλά αποτελεί μέσα σε κάθε ταξικό τρόπο παραγωγης,τη συμπυκνωμένη έκφραση της συνάφειας των πολίτικων και ιδεολογικών σχέσεων στη συνάρθρωση τους με τις σχέσεις παράγωγης.»
Ας δούμε πως την τεκμηριώνει: Καταρχάς η παραγωγική εργασία όπως είδαμε δεν ταυτίζεται με την χειρωνακτική και παρότι ο Μαρξ δίνει σε πολλά σημεία ορισμούς για την πρώτη, για την δεύτερη από την άποψη της παραγωγικής διαδικασίας και της εργασιακής διαδικασίας δεν δίνει έναν γενικό ορισμό . Αυτό οφείλεται στο ότι ο διαχωρισμός δ-χ εργασίας είναι απλώς το σχήμα που παίρνουν οι πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες μέσα στην ίδια την διαδικασία. Άρα το περιεχόμενο του διαχωρισμού τους εξαρτάται από τον δοσμένο τρόπο παράγωγης.
Στον ΚΤΠ η εξέλιξη του δίπολου δ-χ εργασία πάει μαζί με την μετάβαση από την μανιφακτούρα στην μεγάλη βιομηχανία όπου η επιστήμη μετατρέπεται σε παραγωγική δύναμη ανεξάρτητη από την εργασία και την επιστρατεύει στην υπηρεσία του κεφαλαίου.Είναι ίδιον του ΚΤΠ να χωρίζει τις διάφορες εργασίες,επομένως και τις χειρωνακτικές από τις διανοητικές.
Η  διανοητική εργασία δεν ταυτίζεται με την επιστήμη.Παρόλαυτά η επιστήμη είναι κομμάτι της διανοητικής εργασίας.Θα ασχοληθούμε με τους επιστήμονες,που συμμετέχουν στην παραγωγική εργασία, τους μηχανικούς και τους τεχνικούς.
2α)Μηχανικοί,Τεχνικοί
Ιδεολογικές σχέσεις
Η επιστήμη ποτέ δεν είναι ουδέτερη αλλά πάντα υποταγμένη στην κυρίαρχη ιδεολογία.Η βασική ερευνά εξαρτάται από  πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες.Οι μηχανικοί και τεχνικοί που μας ενδιαφέρουν εφαρμόζουν τις τεχνολογικές εφαρμογές των επιστημονικών γνώσεων στη διαδικασία της υλικής παραγωγης.Οι τεχνολογικές αυτές εφαρμογές υπηρετούν την ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγικής διαδικασίας,μιας και οι παραγωγικές δυνάμεις δεν υπάρχουν παρά μόνο υπό την κυριαρχία των σχέσεων παράγωγης.Ο Μπαλιμπάρ λέει: «Η ανάπτυξη της τεχνολογίας στον καπιταλισμό δεν είναι εξωτερική προς την ιστορία της κοινωνικής σχέσης παραγωγής. Η ειδικά καπιταλιστική μορφή εκμετάλλευσης της εργασίας είναι αυτό που ο Μαρξ ονομάζει παραγωγή «σχετικής υπεραξίας». Η προσαρμογή της εργασιακής δύναμης στις τεχνικές εκείνες που βασίζονται στην εφαρμογή των φυσικών επιστημών παράγει κεφαλαιοποιήσιμη υπερεργασία μόνον εφ' όσον τείνει ταυτόχρονα στην άνοδο της κοινωνικής παραγωγικότητας της εργασίας και την ατομική της εντατικοποίηση. Το γεγονός ακριβώς αυτό απονέμει, παρά τις περισσότερο ή λιγότερο οργανωμένες εργατικές αντιστάσεις, μια ιδιαίτερη «ποιότητα» στην εργασιακή δύναμη και προσανατολίζει σε συνάρτηση προς την εκμετάλλευση την ίδια τη σχεδίαση των μηχανών και των τεχνολογικών συστημάτων (αφού κάθε τεχνολογικό σύστημα είναι ένα «σύστημα ανθρώπων μηχανών» εξαρτώμενο όχι μόνο από κάποια επιστημονική θεωρία αλλά ,και από τις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξης τους).».Άλλωστε οι ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οφείλεται στον ανταγωνισμό των ίδιων των καπιταλιστών,υποτάσσεται δηλ. στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής.

Το ζήτημα λοιπόν της κριτικής του Πουλαντζά είναι ότι δεν υπάρχει κάποιος εγγενής λόγος της παράγωγης ώστε οι εφαρμογές αυτές να παίρνουν την μορφή διαχωρισμού δ-χ εργασίας,μιας και η επιστήμη σε τελευταία ανάλυση είναι το αποτέλεσμα της συσσωρευμένης πείρας των ίδιων των αμέσων εργαζομένων. Προυποθέτει βέβαια η επιστήμη και μια ιδιαίτερη εργασία επιστημονικής συστηματοποίησης και επιστημονικού πειραματισμού που φυσικά δεν είναι άμεσα εμπειρική .Όμως το ουσιώδες είναι ότι μόνο με την καπιταλιστική της μορφή η ιδιαίτερη αυτή εργασία υπάρχει στο πλαίσιο του διαχωρισμού δ-χ εργασίας. Κρίσιμη έννοια που εισάγει εδώ ο Π. είναι το μονοπώλιο της γνώσης,μορφή καπιταλιστικής ιδιοποίησης των επιστημονικών γνώσεων και αναπαραγωγής των σχέσεων ιδεολογικής κυριαρχίας με τον αποκλεισμό από τη γνώση της μιας πλευράς,δηλ των εργατών.
Ένα πρώτο λοιπόν συμπέρασμα είναι ότι κάθε εργασία που παίρνει τη μορφή μιας γνώσης και από την οποία οι άμεσα εργαζόμενοι έχουν αποκλειστεί πέφτει προς τη μεριά της διανοητικής εργασίας στην ίδια την καπιταλιστική παράγωγη.

Πολιτικές σχέσεις

Όσον αφόρα τις πολιτικές σχέσεις θα λέγαμε ότι οι μηχανικοί και οι τεχνικοί με τις τεχνολογικές εφαρμογές τους εμπλέκονται στις πολιτικές σχέσεις της διεύθυνσης και της εποπτείας της εργασιακής διαδικασίας. Αυτό γίνεται συνήθως μόνο με έμμεσο τρόπο,με το να είναι οι εργαζόμενοι υποταγμένοι στους ρυθμούς και στον τρόπο εργασίας που τους επιβάλλουν  οι τεχνολογικές εφαρμογές των μηχανικών.Μαρξ«ο χωρισμός των πνευματικών δυνάμεων του προτσές παραγωγής από τη χειρωνακτική εργασία» που μετατρέπει τις πρώτες «σε δυνάμεις κυριαρχίας του κεφαλαίου πάνω στην εργασία».Με άμεσο τρόπο γίνεται μέσω της διευθυντικής και εποπτικής εργασίας που την αναλαμβάνουν οι ίδιοι οι μηχανικοί.Η διανοητική εργασία αποκομμένη από την χειρωνακτική αποτελεί την άσκηση των πολίτικων σχέσεων μέσα στο δεσποτισμό του εργοστασίου,σχέσεων που νομιμοποιούνται από το μονοπώλιο και το μυστικό της γνώσης,δηλ την αναπαραγωγή των ιδεολογικών σχέσεων κυριαρχίας και υποταγμένοι στις πολιτικές σχέσεις νομιμοποιούνται και περιβάλλονται από την επικρατούσα ιδεολογία.
    Μάλιστα στο βαθμό που οι ιδεολογικές σχέσεις ,οι οποίες έγκεινται στο μυστικό της γνώσης, νομιμοποιούν τις πολιτικές οι οποίες αναπαράγουν τις σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής και είναι αναγκαίες για κάθε συνεργασιακή διαδικασία, τότε και η εποπτική και διευθυντική εργασία εντάσσονται στην διανοητική εργασία.

Ταξικός δομικός προσδιορισμός

Όπως γνωρίζουμε ένας τρόπος παραγωγής αποτελείται από 3 βαθμίδες.Η βαθμιδα του οικονομικού προσδιορίζει τι είναι θα είναι σε κάθε περίπτωση το κύριο.Στους μηχανικούς και τεχνικούς το κύριο είναι η αναπαραγωγή μέσω του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας των ιδεολογικοπολιτικών θέσεων.Δεν ανήκουν επομένως οι τεχνικοί και μηχανικοί στην εργατική τάξη γιατί στη θέση που κατέχουν μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας αντανακλούν τις ιδεολογικές και πολιτικές σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής της εργατικής τάξης στο κεφαλαιο και αυτή η πλευρά του ταξικού προσδιορισμού είναι η κυρίαρχη.

Ταξικό φράγμα ανάμεσα στους τεχνικούς,μηχανικούς και στους εργάτες

Καταρχάς υπάρχει ταξικό φράγμα ανάμεσα στους μηχανικούς και τεχνικούς και την εργατική τάξη.Αυτό προκύπτει από το διαχωρισμό διανοητικής και χειρωνακτικής εργασίας και στο ότι παρόλες τις διαφορές μεταξύ των ίδιων των εργαζομένων σε ειδικευμένους και ανειδίκευτους δεν ασκούν ο ένας στον άλλον διεύθυνση και εποπτεία κάτι που φυσικά αποτελεί το χάσμα ανάμεσα σε αυτούς και τους τεχνικούς και μηχανικούς.
Επίσης μια ακόμα ένδειξη για να γίνει αντιληπτό το ταξικό φράγμα είναι και οι μισθοί.Η μεγάλη διάφορα ανάμεσα στον εργάτη και τον τεχνικό δεν αντιστοιχεί τόσο σε πραγματικές διαφοροποιήσεις του κόστους αναπαραγωγής και συντήρησης της εργατικής δύναμης αλλά σε πολιτικές συνιστώσες.Ακόμα λοιπόν και οι μισθολογικές διαφορές αντιστοιχούν κατά ένα μέρος μόνο σε πραγματικές διαφορές ενώ τα υπόλοιπα αντιστοιχούν στα αφανή έξοδα του κεφαλαίου για την αναπαραγωγή των ιδεολογικών συνθηκών απόσπασης της υπεράξιας και για τα διευθυντικά και εποπτικά καθήκοντα της εργασιακής διαδικασίας και συμπίπτει έτσι με το ταξικό φράγμα.

Αντιθέσεις μέσα στους κόλπους της τάξεις των τεχνικών, μηχανικών

Αυτές προκύπτουν κυρίως στη σχέση τους με το κεφάλαιο.Καταρχάς είναι και αυτοί εκμεταλλευόμενοι,αφού ένα μέρος της εργασίας τους μεταλλάσσεται σε κεφάλαιο.Για να αντιληφθούμε τις εσωτερικές αντιθέσεις των τεχνικών και μηχανικών πρέπει να δούμε την κατάσταση των φορέων στη συνάρθρωση των πολίτικων και ιδεολογικών σχέσεων στο εσωτερικό της διανοητικής εργασίας.Μάλιστα μπορούμε να πούμε ότι όσον αφόρα τη διανοητική εργασία στο σύνολό της,η αναπαραγωγή αυτή είναι πολύ πιο εντατική απ΄ο,τι στο πεδίο της χειρωνακτικής εργασίας γιατί οι «φαντασματικοί δίαυλοι του μυστικού της γνώσης βρίσκουν εδώ κατά κάποιον τρόπο, τον εκλεκτό τους τόπο.Η ίδια η διανοητική εργασία έχει την τάση να παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά του τεμαχισμού που παραουσιάζει η χειρωνακτική εργασία,μέχρι το σημείο να παίρνει συχνά την όψη μιας «αλυσιδωτής διανοητικής εργασίας».Οι κατώτεροι τεχνικοί υποτάσσονται και αυτοί στο μυστικό της γνώσης που το κρατούν οι διευθυντικές βαθμίδες.Αυτό προκύπτει κυρίως απο την διαφοροποίηση των βαθμίδων επαγγελματικής καταρτισης,πχ. στην Ελλάδα με τα Πολυτεχνεία και τα αντίστοιχα ΤΕΙ.Για τον Αλτουσέρ το σχολείο είναι ο κύριος ΙΜΚ.





Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Ποίημα: Μανιφέστο ΙΙ-ΙΙΙ


Δημοσιεύω το ποίημα του φίλου και συντρόφου Βασίλη Τσιγαρίδα. Το ποίημα γέννημα θρέμμα των δύσκολων καιρών που περνάμε είναι διαποτισμένο ακριβώς από την αγωνία και το δέος μπρος στις δύσκολες μάχες που πλησιάζουν. Οι κραυγές της Μακρονήσου ηχούν όλο και πιο καθάρια στα αυτιά μας. Η απογοήτευση από την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος τον 20ο αιώνα με την οποία έκλεισε ένα κύκλος επαναστάσεων είναι φυσικό να χρωματίζει με μελανά χρώματα και την αφετηρία των επερχόμενων επαναστάσεων.Ας ελπίσουμε ότι η στράτευσή μας στα γρανάζια της κοινωνικής νομοτέλειας δεν θα μας αναγκάσει να αφήσουμε για μία ακόμα φορά "τον τελευταίο λυγμό" στο πεδίο της μάχης...


MANIΦΕΣΤΟ ΙΙ-ΙΙΙ
(Το τραγούδι της ήττας και του πολέμου)

Ακόμη κι αν δεν μείνει
μέρος στον κόσμο για μας πουθενά
θα μικρύνουμε για να χωράμε
στον απόηχο του γέλιου
του ονείρου που γίνεται εφιάλτης.

Ακόμη και εάν η κραυγή μας της αλήθειας
γίνει ο φόβος της φθοράς
που μιλιέται στις σκιές
(κάτω απ’ την λάμπα της πλατείας μας)
θ’ ακουγόμαστε σαν νότες
που πάλλονται σε νεανικές ζωές.

Βλέπουμε την πόλη να στραγγαλίζεται.

Νιώθουμε τα δάχτυλά σας
να μπήγονται στον λαιμό
αφήνοντας σημάδια
που μάλλον δεν θα φύγουν ποτέ.

Σας βλέπουμε
σας νιώθουμε
δεν σας ακούμε
(δεν τους ακούμε
ώρες ώρες
δεν βγαίνει
ούτε καν
η δική μας φωνή.)

Γελάμε.

Ακόμη κι αν η θηλιά σφίγγει
τίποτα δεν θα τελειώσει
πριν ακουστεί ο τελευταίος λυγμός.

(Το ‘χουμε πλέον συνήθιο
να σφίγγουμε και ‘μεις
ολοένα και περισσότερο·
να μπήγουμε και τα δικά μας δάχτυλα όλο και πιο βαθιά·
μπας και ακουστεί κάποιος λυγμός
ή έστω
μία κραυγή απελπισίας.)

Έτσι κι αλλιώς
ούτε η μουσική
                        τελειώνει
ούτε ο χορός
ακόμη κι όταν δεν χορεύει κανείς
ακόμη κι όταν κανείς δεν τραγουδάει.

Μέχρι τον τελευταίο λυγμό.

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012

σημειώσεις στη Λογική του Κεφαλαίου(Ποιότητα,Ποσότητα)


Το ακόλουθο κείμενο είναι η παρουσίαση της κίνησης στην μεγάλη σπείρα στο στάδιο του Είναι. Επειδή το κείμενο του βαζιούλιν είναι πυκνό και δυσνόητο σε κάποια σημεία ,ίσως να είναι μάλιστα και κάπως ανεπαρκές στην ανάπτυξή του προσπάθησα να βάλω κάποια δικά μου στοιχεία για τα οποία όμως είμαι επιφυλακτικός.

Το δηλώνω εξ’ αρχής ότι σε σχέση με το ρόλο της εργασίας ως υπόστασης της αξίας δημιουργούνται προβλήματα. Η εργασία ανήκει στην ουσία της κεφαλαιοκρατίας ,παρόλ’ αυτά εμφανίζεται ήδη από εδώ. Ο Βαζιούλιν λέει ότι η εργασία εξετάζεται μόνο στο βαθμό που φαίνεται στο αποτέλεσμα. Άρα δεν εξετάζεται ειδικά. Παρόλ’ αυτά νομίζω ότι και ο ίδιος την χρησιμοποιεί στη Λογική του Κεφαλαίου με τρόπο που σε μπερδεύει. Το ίδιο κάνει και ο Μαρξ αλλά ο Μαρξ δεν μιλά με κατηγορίες λογικής οπότε είναι πιο ελεύθερος ο λόγος. Στον Βαζιούλιν κατέβαλα μεγάλη προσπάθεια για να κατανοήσω πως πρέπει να δούμε την ποσότητα και την μετάβαση στο μέτρο. Ο Βαζιούλιν λέει πχ. ότι η ποσότητα είναι αδιαφορία προς την μέση κοινωνική εργασία. Όμως αυτό παρότι σωστό ,βάζει την κατηγορία της εργασίας ως κριτήριο ποσότητας. Όμως στο επίπεδο που βρισκόμαστε αυτό που πρέπει να φωτίζεται είναι η αδιαφορία του μεγέθους της αξίας προς την μέση αξία. Ως μέση αξία εννοώ την αξία που αντιστοιχεί στην μέση κοινωνική εργασία. Η μέση αξία θα προκύψει μέσα από την ίδια την πορεία της ποσότητας.

Ποιότητα

Αρχικά ο Μαρξ ερευνά την αξία ως ποιότητα. Η αξία είναι αυτό το οποίο αποκαλύπτεται ως κοινό ανάμεσα σε δύο εμπορεύματα τα οποία βρίσκονται σε μία σχέση ανταλλαγής, «η αξία του εμπορεύματος είναι το κοινό που εκφράζεται στην ανταλλακτική σχέση ή στην ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος»52.  Η αξία αρχικά παρουσιάζεται ως η άρνηση της αξίας χρήσης ,άρα ως το άπειρο που είναι η άρνηση του πεπερασμένου. Πρόκειται όμως για την κακή απειρία. Στην πραγματικότητα όμως η αξία χρήσης συνυπάρχει με το άπειρο εντός του κόσμου των εμπορευμάτων και συνιστά στιγμή του άπειρου. Έτσι μεταβαίνουμε στην καλή απειρία  όπου το πεπερασμένο συνιστά στιγμή του απείρου. Η αξία τώρα κάθε μεμονωμένου εμπορεύματος είναι τόσο αξία εν γένει όσο και αξία ενός μεμονωμένου εμπορεύματος. Εδώ αντιστοιχεί και η διάκριση της εργασίας σε αφηρημένη εργασία και ωφέλιμη εργασία. Στην σχέση λοιπόν δύο εμπορευμάτων η αξία σχετίζεται με τον εαυτό της στο άλλο της.

Η αξία που συγκροτείται εδώ δεν είναι λοιπόν μεμονωμένη αξία ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος αλλά η αξία όπως αυτή προκύπτει μέσα στην απειρία των εμπορευμάτων και άρα αναδεικνύεται ως αφηρημένη αξία που φέρει εντός της ως στιγμή την παρουσία της εντός του συγκεκριμένου εμπορεύματος. Κατ’ αναλογία η ύλη παίρνει διάφορες μορφές, έχει διάφορους τρόπους(σπινοζικά) αλλά στην πραγματικότητα αυτό που κάνει είναι να σχετίζεται με τον εαυτό της.

 Ποσότητα

Η ποσότητα στον Βαζιούλιν αναλύεται μόλις σε 5 γραμμές. Πράγματι ούτε στον Μαρξ η ποσότητα καταλαμβάνει σημαντική θέση. Η πορεία κίνησης της σκέψης στο Κεφάλαιο εξετάζει αρχικά την αξία ως ποιότητα αδιάφορη απέναντι στο μέγεθός της. Στην συνέχεια ο Μαρξ μας πληροφορεί ότι το μέγεθος της αξίας μετράται μέσω της εργασίας και η ίδια η εργασία μέσω του χρόνου εργασίας και ο χρόνος έχει ορισμένες υποδιαιρέσεις σε λεπτά ,ώρες κτλ. Εδώ έχει σημασία να πούμε ότι εξετάζουμε την αξία ως αποτέλεσμα της υπόστασης δηλ. της εργασίας. Με αυτή την έννοια η εργασία δεν μας ενδιαφέρει ειδικώς και κατ’ επέκταση εμείς ακόμα βλέπουμε τις αλλαγές που συντελούνται στην εργασιακή διαδικασία όπως αυτές αντανακλώνται στην αξία. Η ποσότητα λοιπόν της αξίας δεν είναι παρά τα κβάντα της αξίας. Για παράδειγμα τα άπειρα εμπορεύματα ανάγονται σε άπειρα κβάντα αξίας, ό,τι και αν σημαίνει αυτό. Η ποσότητα είναι αδιάφορη προς το όριο και έτσι τα κβάντα αξίας που μπορεί να δαπανηθούν για ένα εμπόρευμα μπορεί να είναι άπειρα.

Κατά τη γνώμη μου η μετάβαση στο μέτρο γίνεται με τον εξής τρόπο: Αν αθροίσουμε όλα τα κβάντα αξίας βρίσκουμε το συνολικό μέγεθος της αξίας. Αυτή είναι η ενότητα. Το πλήθος είναι οι διάφοροι φορείς αξίας. Άρα έχουμε 5α+3α+4α= 12α από την μία πλευρά έχουμε τις επιμέρους ενότητες από την άλλη την ενότητα. Αυτή τώρα η ενότητα αν διαιρεθεί με το πλήθος 3 βρίσκουμε την μέση αξία. Άρα ο λόγος είναι το 12/3 =4 ,όπου 4 ο εκθέτης. Ο εκθέτης εκφράζει την ποιοτική σχέση της ποσότητας με τον εαυτό της. Έτσι μεταβαίνουμε στο μέτρο.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

σημειώσεις από Βερολίνο νο. 2

Δεν έχω να δηλώσω κάτι ιδιαίτερα επιστημονικό μόνο κάποιες πληροφορίες που έχουν ενδιαφέρον:

  • στο γερμανικό πανεπιστήμιο ισχύει ο θεσμός της έδρας. Οπότε υπάρχει ένας καθηγητής και όλοι οι άλλοι είναι συμβασιούχοι. 
  • οι φοιτητές στην πλούσια Γερμανία αλλά και στην Ιταλία ,Ισπανία, Ελβετία(για αυτές ξέρω ,πιθανόν να ισχύει και για τις άλλες χώρες) πληρώνουν τα συγγράματά τους. Για την ακρίβεια τα δανείζονται από βιβλιοθήκες ή αγοράζουν φωτοτυπίες.. 
  • υπάρχει λέσχη στο πανεπιστήμιο στην οποία πληρώνεις για να φας. Οι τιμές είναι από 1-1,5 ευρώ για όσπρια μέχρι 2,5 ευρώ για κρέας κτλ. Αυτό όμως είναι και το κόλπο... Οι τιμές είναι χαμηλές για να μην παραπονιούνται οι φοιτητές ,όμως η ποιότητα είναι μέτρια ,παρότι η λέσχη είναι πάρα πολύ οργανωμένη και καθαρή. Ένας φοιτητές χρειάζεται λοιπόν περίπου 3 ευρώ αν θέλει να φάει σαν άνθρωπος. Στην Ελλάδα στην λέσχη του ΑΠΘ έτρωγαν δωρεάν ακόμα και οι άστεγοι. Το φαϊ ήταν βέβαια κάπως πρωτόγονο παρότι πολλές φορές δεν ήταν κακό. Στην λέσχη της νομικής αθήνας το φαί είναι πολύ καλό και χορταστικότατο. Δεν έχει ενδιαφέρον η σύγκριση της Ελλαδίτσας με τις ισχυρές καπιταλιστικές χώρες;; Εδώ φαίνεται πόσο κομβικό ρόλο παίζει ο συνδικαλισμός στο πανεπίστημιο.
  • Σκεφθείτε κιόλας ότι το γερμανικό πανεπιστήμιο λειτουργώντας ως επιχείρηση επιτρέπει να γίνεται promotion προϊόντων ή να κολλάνε αφίσες εταιρίες έναντι αμοιβής. Φαντάζομαι σε επίπεδο έρευνας το πάρε δώσε με ιδιώτες θα είναι πολύ πιο έντονο. Άρα είναι αυτοχρηματοδοτούμενο σε ένα βαθμό και παρόλα αυτά δεν μπορεί  να παρέχει δωρέαν σίτιση στους φοιτητές του. Βέβαια ακριβώς η διαπλοκή με τους ιδιώτες και η μετατροπή του σε επιχείρηση απαγορεύει ακριβώς αυτές τις ίδιες τις δωρεάν παροχές. Και δεν είναι μόνο οικονομικό το θέμα ,είναι ακριβώς άλλο μοντέλο λειτουργίας, γι' αυτό είναι σημαντικό σε επίπεδο συμβολισμού να μην περάσουν ακόμα και κάποιες σχετικά αθώες πτυχές της αναδιάρθρωσης. 
  • Επίσης αν θες να αθληθείς πρέπει πάλι να πληρώσεις. Εγώ έδωσα 25 ευρώ για ένα κλειστό γήπεδο μπάσκετ όπου μπορώ να πηγαίνω μόνο 1 φορά την εβδομάδα για 2 ώρες. Και το γήπεδο είναι  απαράδεκτο...
  • Για να βγάλεις τραπεζάκι για πολιτικούς λόγους πρέπει να πάρεις άδεια ή να υπολογίσεις στην ανοχή των σεκιουριτάδων που είναι μέσα στο πανεπίστημιο. Εννοείται ότι δεν υπάρχει συνδικαλισμός ενεργός παρά μόνο πριν τις εκλογές. 
  •  Στο περίφημο χουμπολτ δεν υπάρχει ούτε ένα μάθημα για τον Μαρξ, παρά μόνο σε ένα που πιάνει και λούθηρο, μουνχερ, μάρξ,χέγκελ. Ιδού το πρόγραμμα https://agnes.hu-berlin.de/lupo/rds?.state=wtree&search=1&trex=step&root120122=52495|56203|53086&P.vx=kurz. Στο Freie υπάρχει εκτός από το μεταπτυχιακό ένα μάθημα για την ανάπτυξη της σκέψης του Μαρξ ,που το κάνει ένας τύπος που δεν είναι καθηγητής αλλά έχει κάποια σύμβαση διδασκαλίας με το πανεπιστήμιο. Διόλου τυχαίο φαντάζομαι. Και τα δύο μαθήματα έχουν από 50 φοιτητές που τα παρακολούν ,πράγμα που δείχνει ότι η νεολαία ,παρά την τρομερή αντικομμουνιστική προπαγάνδα θέλει να έχει επαφή με τον μαρξισμό. Σε κάθε μάθημα κάποιοι φοιτητές παρουσιάζουν αυτό το οποίο έχει ορίσει ο καθηγητής ως θέμα του σημερινού μαθήματος. Δυστυχώς λόγω γλώσσας δυσκολεύομαι να κρίνω το επίπεδο. Αν και μάλλον δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό αλλά οι περισσότεροι είναι εκεί για να μάθουν όχι τόσο για να εμβαθύνουν...

Spezifisches Quantum-Ειδικό(ή προσδιορισμένο) κβάντο


Μελετάω το μέτρο της μεγάλης Λογικής γιατί με ενδιαφέρει η σύγκριση της μετάβασης από το Είναι στην Ουσία στον Χέγκελ και στον Μαρξ(μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο). Το Μέτρο στην μεγάλη Λογική παρουσιάζει δυσκολίες γιατί κατά βάση τα παραδείγματα του Χέγκελ προέρχονται από τις φυσικές επιστήμες. Ιδίως στο Realer Mass, κάνει λόγο σε θεωρίες της χημείας που είναι ξεπερασμένες σήμερα(θεωρία της εκλεκτικής συγγένειας). Στα ακόλουθα ποστ θα παραθέτω την μελέτη των επόμενων κεφαλαίων του Μέτρου και ας ελπίσουμε ότι μέχρι τα χριστούγεννα θα το έχω παρουσιάσει ολόκληρο.
Φυσικά παρότι έχω μία εποπτεία περί όλου του Μέτρου ,υπάρχει το πρόβλημα ότι μπορεί κάποια από αυτά που αναφέρω να μην είναι ορθά λόγω του ότι δεν έχω κατανοήσει τον μηχανισμό της λογικής του μέτρου στο βάθος που της αναλογεί. Ελπίζω κάποια στιγμή να επιστρέψω σε αυτά πιο ώριμος και να τα διορθώσω...

ΠΟΣΟΤΗΤΑ(ακροτελεύτεια παράγραφος της ποσότητας)

 Η μετάβαση από την ποσότητα στο μέτρο(320)
«Το κβάντο τιθέμενο σύμφωνα με την έννοιά του έχει μεταβεί σε έναν άλλο προσδιορισμό». Η πρώτη διατύπωση που δίνεται για το μέτρο είναι κάπως τεχνική καθώς μας λέει ότι ο προσδιορισμός(Bestimmung) του κβάντου είναι τώρα επίσης η προσδιοριστικότητα(Bestimmtheit). Η δεύτερη διατύπωση που δίνεται στην ίδια πρόταση είναι ότι έχουμε μία μετάβαση από το καθαυτό Είναι(Ansichsein) στο προσδιορισμένο Είναι(dasein)[1]. Το Dasein στην Ποιότητα ,ήταν εκείνο που έχει εντός του ,τόσο το Είναι όσο και το μη-Είναι. Έτσι κατ’ αναλογία το μέτρο είναι εκείνο που έχει εντός του την ποσότητα και την ποιότητα. Ένα ερώτημα που μπαίνει είναι το εξής: δεν είναι ιδεαλισμός να πούμε ότι η ποσότητα παράγει ξανά με την αυτοσχεσία της την ποιότητα; Κατά τη γνώμη μου εδώ φαίνεται ο ιδεαλισμός του Χέγκελ. Η ποιότητα δεν παράγεται από την ποσότητα. Αντίθετα η σκέψη από την ποσότητα ως πλευρά του αντικείμενου μεταβαίνει στην εξέταση της ποιότητας στην σχέση της με την ποσότητα.Στον Χέγκελ που η διαδικασία σύλληψης του πραγματικού ταυτίζεται με την γένεση του πραγματικού, η ποιότητα πρέπει να παραχθεί από την ποσότητα ,σε μία εμμενή διαδικασία, μονόπλευρης ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο. Στον Μαρξ η σύνδεση ποιότητας-ποσότητας ,γίνεται με την μεσολάβηση σε υπηγμένη μορφή της αντίστροφης διαδικασίας από το συγκεκριμένο προς το αφηρημένο. Έτσι η μετάβαση στο μέτρο δεν είναι μία εννοιακή μετάβαση αλλά μία πραγματική μετάβαση (που συλλαμβάνεται εννοιακά) σε άλλες πιο σύνθετες πτυχές του πραγματικού αντικειμένου.
Το κβάντο ως κβάντο εντός της ποσότητας ήταν εξωτερικότητα και αδιαφορία. Τώρα όμως  αυτή η εξωτερικότητα διαμεσολαβείται από το ίδιο το κβάντο, το κβάντο αυτό-αναφέρεται και στην αυτοαναφορά του αυτή αποκτά ποιότητα. Το ίδιο το κβάντο πλέον φέρει ως «στιγμή» του την ποιότητα. Η Ποσότητα παρουσιάστηκε ως συνεχές και διακεκριμένο μέγεθος στο πρώτο κεφάλαιο. Στην πραγματικότητα το κβάντο στην μετάβασή του στο μέτρο συνιστά το συνεχές και διακεκριμένο, απλώς το τώρα η στιγμή του διακεκριμένου, είναι πλέον η ποιότητα.
Ανάμεσα στην ποιότητα και την ποσότητα υφίσταται μία διπλή άρνηση. Από την μία η ποσότητα είναι «η αλήθεια της ποιότητας» και από την άλλη η ποσότητα «στην αλήθεια της» είναι «η εξωτερικότητα που επιστρέφει στον εαυτό της, μη ούσα πλέον αδιάφορη», δηλ. επιστρέφει ως άρνηση του εαυτού της στην ποιότητα. Όμως η επιστροφή αυτή ως άρνηση της άρνησης είναι ποιοτική ποσότητα ,το μέτρο. «Για να τεθεί η ολότητα, απαιτείται μία διπλή μετάβαση, όχι μόνο η μετάβαση από την μία προσδιοριστικότητα στην άλλη, αλλά εξίσου η μετάβαση από αυτή την άλλη στην πρώτη, η επιστροφή σε αυτήν».
Στην ίδια παράγραφο ο Χέγκελ μας δίνει περαιτέρω ενδιαφέρους επεξηγήσεις για την σχέση ποιότητας-ποσότητας. Μας λέει λοιπόν ότι στην πρώτη μετάβαση(από την ποιότητα στην ποσότητα) «η ταυτότητα των δύο είναι παρούσα αρχικά μόνο καθ’ εαυτή». Τί σημαίνει καθ’ εαυτή; Ότι «η ποιότητα περιλαμβάνεται στην ποσότητα, αλλά η τελευταία είναι ακόμα μόνο μία μονόπλευρη προσδιοριστικότητα». Η επιστροφή στην ποιότητα τώρα καταδεικνύει ότι η ποσότητα περιλαμβάνεται εξίσου στην ποιότητα. Εδώ παρατηρούμε ότι ο Χέγκελ λόγω των πλεονεκτημάτων που του δίνει η διαλεκτική μέθοδος,αντιλαμβάνεται ορθά την σχέση ποιότητα-ποσότητας. Πράγματι η μετάβαση της σκέψης από την ποιότητα στην ποσότητα, δεν σημαίνει διαγραφή της ποιότητας, καθώς η ποσότητα είναι πάντα ποσότητα τινός. Έτσι πρόκειται για την εξέταση της ποιοτικής ποσότητας από την σκοπιά της ποσότητας(εδώ η σχέση μένει στο φόντο, στο backround και κυριαρχεί η εξέταση της μίας πλευράς). Αντίθετα στο μέτρο πρόκειται για την εξέταση πλέον της ίδιας της σχέσης της ποιοτικής ποσότητας. Εξαιτίας όμως του ότι το αντικείμενο της Λογικής είναι το απόλυτο, το άνευ όρων(unbedingbar) δημιουργείται το ανυπέρβλητο πρόβλημα του ότι η ποιότητα εν γένει σαν κενό γράμμα δεν μπορεί να θέσει τους όρους της εντός της ποσότητας. Μόνο μία προσδιορισμένη ποιότητα θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως ανηρημένη εντός μίας επίσης προσδιορισμένης ποιότητας.
Στην σχέση 6/2 έχουμε το κβάντο το οποίο σχετίζεται με τον εαυτό του. Αυτή η σχέση των μερών παρότι εξωτερική, έχει μία σταθερότητα στον εκθέτη ,η οποία ορίζεται ως ποιοτική σχέση. Έτσι έχουμε την σχέση(εξωτερική ακόμα) της ποσότητας με την ποιότητα, το μέτρο. Από αυτή την άποψη το κβάντο προηγείται το μέτρου, καθώς το μέτρο προέρχεται από τον αυτοσχετισμό του κβάντου. Ο αυτοσχετισμός του κβάντου είναι  ο λόγος ,που είναι το τελευταίο κεφάλαιο της ποσότητας.
ΜΕΡΟΣ 3

ΜΕΤΡΟ


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΠΟΣΟΤΗΤΑ(ποιοτική ποσότητα ως κάτι άμεσο)

Το πρώτο κεφάλαιο του μέτρου ανήκει στον μηχανισμό ,ο οποίος χαρακτηρίζεται από νόμους. Ο μηχανισμός περιέχει εντός του την αφηρημένη ύλη. «Οι ποιοτικές διαφορές αυτής της ύλης είναι ουσιαστικά ποσοτικής φύσης· ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι τίποτα από απλές εξωτερικότητες, και πλήθος από ύλες, μάζες, η ένταση του βάρους είναι προσδιορισμοί οι οποίοι είναι εξίσου εξωτερικοί και έχουν την δική τους προσδιοριστικότητα στο ποσοτικό στοιχείο». Ένα παράδειγμα είναι ο τρίτος νόμος του Κέπλερ[2] στον οποίο η ποσοτική αναλογία των δύο αφηρημένων υλών διαμορφώνει την ποιοτική τους σχέση.Στο πραγματικό μέτρο που είναι το δεύτερο κεφάλαιο του μέτρου ο χώρος και ο χρόνος δεν εξαφανίζονται αλλά «υπάγονται πια σε άλλους προσδιορισμούς και δεν σχετίζονται μεταξύ τους μόνο σύμφωνα με τον δικό τους εννοιακό προσδιορισμό»[345].  Το πραγματικό μέτρο περιλαμβάνει τα χημικά μέτρα τα οποία είναι συγκεκριμένα πράγματα

Α. Το ειδικό(spezifische) κβάντο(ποσό)(330-333)

Άμεσο μέτρο

Στο υποκεφάλαιο «Το ειδικό Κβάντο» οι βασικές κατηγορίες που αναφέρονται είναι οι εξής: (άμεσο)μέτρο,μέγεθος[3], (bestimmte ή spezifisches ή άμεσο)κβάντο, προσδιοριστικότητα καθ’ εαυτή, Dasein, Existenz, Κάτι(Etwas), Κλίμακα(Maßstab), Sache(θέμα, Πράγμα), Ding(πράγμα).
1. Είδαμε ήδη ότι το μέτρο είναι η αυτο-σχεσία του κβάντου(η πιο αναπτυγμένη κατηγορία της ποσότητας[4]), άρα η αυτοσχεσία της ίδιας της ποσότητας(ή μεγέθους) εν γένει. Κατά βάση ο Χέγκελ χρησιμοποιεί την κατηγορία του κβάντου και του μεγέθους με δύο τρόπους: από την μία, για να υποδηλώσει το στοιχείο της αδιαφορίας και εξωτερικότητας που συνεχίζει να υφίσταται(όμως εντός του άμεσου μέτρου πλέον), από την άλλη, εννοώντας το κβάντο, ως συνώνυμο του μέτρου, δηλ. ως αυτοσχετιζόμενο, που φέρει εντός του σε ενότητα τόσο την αδιαφορία όσο και την ποιότητα. Το τελευταίο δεν είναι παρά το «ειδικό κβάντο»(ή αλλιώς η προσδιοριστικότητα καθ΄εαυτή) που είναι και ο τίτλος του υποκεφαλαίου.
Η ποιοτική ποσότητα, δηλ. το μέτρο στο πρώτο αυτό στάδιο είναι άμεση. Το άμεσο σημαίνει ότι οι δύο πλευρές του μέτρου σχετίζονται μεν ,έχουν όμως μία εξωτερική σχέση. Έτσι οι πλευρές του μέτρου είναι επίσης άμεσες «ως ένα άμεσο μέτρο αυτό είναι ένα άμεσο κβάντο και γι’ αυτό κάποιο προσδιορισμένο(bestimmte) κβάντο· εξίσου άμεση είναι η ποιότητα που ανήκει σε αυτό(ενν. το κβάντο)». Στο μέτρο οι πλευρές βρίσκονται σε μία σχέση ενότητας με «διαφορά»(“unterschieden”). Μάλιστα ακριβώς η αμεσότητα των πλευρών θα μας οδηγήσει μέσω της τρίτης παραγράφου του παρόντος κεφαλαίου στην επόμενη κατηγορία του προσδιορίζοντος μέτρου.
Ο Χέγκελ μας λέει ότι „Alles, was da ist, hat ein Maß“, δηλ. «ό,τι υπάρχει, έχει ένα μέτρο». Ακολουθεί μία πρόταση στην οποία περιλαμβάνονται 3 κατηγορίες, των οποίων πρέπει να ερμηνεύσουμε το περιεχόμενο και την σχέση τους «Alles Dasein hat eine Größe, und diese Größe gehört zur Natur von Etwas selbst», «Κάθε προσδιορισμένο Είναι έχει ένα μέγεθος, και εκείνο το μέγεθος ανήκει στην φύση του ίδιου του Κάτινος». Έχουμε ήδη δει ότι ο Χέγκελ θεωρεί την μετάβαση από την ποσότητα στο μέτρο ως την μετάβαση από το καθ’ εαυτό Είναι προς το προσδιορισμένο Είναι[320]. Όταν λοιπόν ο Χέγκελ κάνει λόγο για προσδιορισμένο Είναι στην παραπάνω πρόταση εννοεί το μέτρο. Έτσι το μέτρο έχει από την μία ένα μέγεθος(με την έννοια της εξωτερικότητας) ,το οποίο όμως μέγεθος ανήκει στην φύση του Κάτινος. Με την κατηγορία του Κάτινος ο Χέγκελ εννοεί την ποιότητα. Έτσι λίγες γραμμές παρακάτω περιγράφοντας την ενότητα του Κάτινος με το μέγεθος λέει «Το Κάτι δεν είναι αδιάφορο προς το μέγεθος…αλλά η αλλαγή του μεγέθους αλλάζει την ποιότητά του». Το κβάντο είναι «από δω και στο εξής ο προσδιορισμός του πράγματος»[5].
Εδώ πρέπει να επισημάνουμε ότι υπάρχει μία απλοϊκή ερμηνεία του εγελιανού μέτρου, με βάση την οποία το τελευταίο υποδηλώνει μόνο την μετάβαση της ποσότητας στην ποιότητα. Αυτή η μετάβαση είναι κομβική αλλά δεν είναι η μοναδική πλευρά του μέτρου. Μάλιστα ο Χέγκελ κάνει λόγο για αυτήν ήδη από το πρώτο κεφάλαιο ως στιγμή του ειδικού κβάντου. Λέει λοιπόν ότι «η μεταβολή του μεγέθους αλλάζει και την ποιότητα του Κάτινος». 
Η αναφορά του Χέγκελ στην κλίμακα, είναι κατά τη γνώμη μας μία παρέκβαση από την κεντρική αρτηρία ανάπτυξης του κειμένου. Παίζει ένα ρόλο παρόμοι με τις παρατηρήσεις που υπάρχουν παντού στην λογική. Ο Χέγκελ θέλει μέσω αυτής της παρέκβασης να διαλύσει την σύγχυση που υπάρχει ανάμεσα στην κλίμακα και στο μέτρο, καθώς οι περισσότεροι ταυτίζουν την κλίμακα με το  το μέτρο με συνέπεια να υποβαθμίζουν το δεύτερο. Η κλίμακα είναι η συνήθης χρήση του ειδικού κβάντου(ή άμεσου μέτρου) ως μέτρου ενός εξωτερικού προς αυτό πράγματος . Ας δούμε την διατύπωση «Ένα μέτρο(Maß), με την συνήθη έννοια της κλίμακας(Maßstab), είναι ένα κβάντο ,το οποίο αυθαίρετα εκλαμβάνεται ως η ενότητα προσδιορισμένη καθ’ εαυτή ως ενάντια σε ένα εξωτερικό πλήθος». Εδώ το μέτρο, το κβάντο και η ενότητα προσδιορισμένη καθ’ αυτή σημαίνουν ένα και το αυτό, δηλ. το ειδικό κβάντο ή αλλιώς το αυτοσχετιζόμενο κβάντο. Έτσι εδώ ο Χέγκελ δεν αναφέρεται στην σχέση των πλευρών στο εσωτερικό του μέτρου αλλά στην σχέση του ίδιου του μέτρου απέναντι σε ένα εξωτερικό πράγμα. Μόνο μέσα από αυτό το πρίσμα γίνονται κατανοητές οι επόμενες δύο προτάσεις «τέτοια ενότητα μπορεί να είναι προσδιορισμένη καθ’ εαυτή όπως ένα πόδι ή κάποιο άλλο αυθεντικό μέτρο· στο βαθμό ,όμως που χρησιμοποιείται ως το κλίμακα για άλλα πράγματα(Dinge) ,είναι στη σχέση της με αυτά μόνο ένα εξωτερικό μέτρο, όχι το αυθεντικό τους μέτρο». Έτσι εδώ δεν γίνεται λόγος για την εξωτερική σχέση των πλευρών του μέτρου(κάτι που θα συνδεόταν με την κεντρική αρτηρία της ανάλυσης) αλλά για την εξωτερική σχέση του μέτρου ως «ολότητα» [320], δηλ. ως σχέση ποιότητας και ποσότητας με «άλλα πράγματα».
Ας δούμε ένα παράδειγμα: Ο χρόνος είναι ένα κβάντο(ένα μέγεθος) ,το οποίο στον αυτοσχετισμό του αποκτά ποιοτικές στιγμές(δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες κ.ο.). Φυσικά η σχέση ποσότητας και ποιότητας εντός του άμεσου μέτρου είναι εξωτερική και γι ‘αυτό οι ποιοτικές στιγμές του χρόνου δεν είναι εσωτερικά συνδεδεμένες με τις ποιοτικές. Άρα ο χρόνος είναι καλό παράδειγμα για το άμεσο μέτρο. Στον Μαρξ η αξία μετράται με βάση τα κβάντα εργασίας που αποκρυσταλλώνονται στο προϊόν. Το μέτρο της εργασίας είναι ο χρόνος. Η κλίμακα του χρόνου(δηλ. η κλίμακα του μέτρου) είναι οι υποδιαιρέσεις του σε λεπτά, ώρες κτλ. Η κλίμακα αυτή είναι καθαρά συμβατική και όταν εφαρμόζεται στην μέτρηση της εργασίας η σχέση της είναι εξωτερική με το πράγμα που μετράει. Οι περισσότεροι όμως ταυτίζουν την κλίμακα με το ίδιο το μέτρο. Αυτό κατά τη γνώμη μου θέλει να καταδείξει εδώ ο Χέγκελ. Έτσι οι περισσότεροι αγνοούν την πραγματική φύση του μέτρου. Όμως στην σχέση εργασίας –χρόνου εργασίας γίνεται από τον Μαρξ ξεκάθαρη διάκριση ανάμεσα στο μέτρο και στην κλίμακα του μέτρου. Η κλίμακα είναι κάτι συμβατικό ,ενώ η σχέση μέτρου και εργασίας στο σύστημα της εμπορευματικής(κατά βάση κεφαλαιοκρατικής) παραγωγής είναι εγγενής. Βέβαια ο Μαρξ κάνει λόγο για την μέση κοινωνική εργασία και όχι για οποιαδήποτε εργασία, οπότε η εργασία ως μέγεθος είναι προσδιορισμένη .Αντίθετα η σχέση του χρόνου εργασίας με την καλλιτεχνική δημιουργία δεν είναι εγγενής και άρα είναι εξίσου αυθαίρετη με το να μετράμε την απόσταση σε πόδια ή σε μέτρα κτλ.
Επιστρέφουμε τώρα στην κύρια αφήγηση του υποκεφαλαίου ,που είναι η σχέση των πλευρών του άμεσου μέτρου. Εδώ η πρώτη πρόταση(«Das unmittelbare Maß ist eine einfache Größenbestimmung», «Το άμεσο μέτρο είναι ένα απλός προσδιορισμός του μεγέθους») δεν είναι κατά τη γνώμη μας κατανοητή παρά μόνο αν εκλάβουμε εδώ το μέγεθος ως το αυτό-σχετιζόμενο κβάντο και όχι απλά ως το μέγεθος, ως καθαρή ποσότητα. Η δεύτερη πρόταση της παραγράφου μας επεξηγεί κάπως περισσότερο τι πάει να πει άμεσο μέτρο:«Αλλά κάθε ύπαρξη[6] έχει το μέγεθος που απαιτείται για να είναι ό,τι είναι και για να έχει γενικά προσδιορισμένο Είναι». Εδώ για πρώτη φορά εμφανίζεται η λέξη ύπαρξη, η οποία κατά τη γνώμη μας είναι ισοδύναμη της λέξης πράγμα. Το μέγεθος(όχι με την έννοια της αυτοσχετιζόμενης «ολότητας» αλλά ως πλευρά της «ολότητας») λοιπόν συνδέεται με την ίδια τη φύση της ύπαρξης(ή του πράγματος).
Το υπόλοιπο μέρος του πρώτου τμήματος καθώς και το δεύτερο τμήμα του Α υποκεφαλαίου(«Το ειδικό Κβάντο) δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες.
2. Στην παράγραφο αυτή δεν έχουμε κατά βάση εξέλιξη στην σχέση των πλευρών του μέτρου. Είναι πιο πολύ επεξηγηματική των προηγούμενων λεχθέντων και δίνει και 2 παραδείγματα από την αρχαιότητα ,για το πώς οι αρχαίοι είχαν συλλάβει την «αντιφατική» αλλά αδιαχώριστη σχέση ποιότητας-ποσότητας.
Στην αρχαία Ελλάδα ακριβώς αυτή η αντιφατική σχέση εντός του μέτρου είχε ήδη γίνει αντιληπτή και υπήρχαν και παραδείγματα όπως αυτό της «φαλάκρας» και του «σωρού». Αν δηλ. αφαιρέσεις μία τρίχα από το κεφάλι ή μία πέτρα από το σωρό ,τότε η ποιότητα δεν αλλάζει. Στο τέλος αυτής της διαδικασίας αφαίρεσης κάθε φορά ενός κβάντου , αποκαλύπτεται η ποιοτική μεταβολή. Η έκπληξη της κοινής συνείδησης που ενώ αμέριμνη έβλεπε την ποσότητα να αλλάζει και ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά της ένας άγνωστος δεν είναι παρά η επιβεβαίωση της μονομερούς σύλληψης της ποσότητας(ως αδιάφορου ορίου και μόνο). Όμως «αυτή η παραδοχή κατατροπώνεται από την αλήθεια στην οποία οδηγείται, δηλ. ότι η ποσότητα είναι μία στιγμή του μέτρου και είναι συνδεδεμένη με την ποιότητα».

3. Εδώ για ακόμα μία φορά ο Χέγκελ επαναλαμβάνει τις δύο όψεις του κβάντου, από τη μία το κβάντο ως αδιάφορο όριο(κβάντο της ποσότητας) και από την άλλη ως αυτο-σχετιζόμενο και ποιοτικό(ειδικό κβάντο). «Και οι δύο πλευρές είναι οι προσδιορισμοί του μεγέθους(εννοώντας το ειδικό μέγεθος Θ.Λ.) ενός και του αυτού πράγματος».
Η μετάβαση στο προσδιορίζον μέτρο(Spezifizierendes Maß) πραγματοποιείται μέσω των δύο τελευταίων προτάσεων του τρίτου και τελευταίου μέρους του «ειδικού κβάντου». Το μέτρο είναι μία αμεσότητα, όπου όπως προαναφέραμε οι πλευρές του είναι επίσης άμεσες. Το βασικό που πρέπει εδώ να κατανοήσουμε ,γιατί αλλιώς δεν γίνεται αντιληπτή η περαιτέρω πορεία είναι ότι πλέον το μέτρο διασπάται σε 2 υπάρξεις. Η μία ύπαρξη είναι η ποιότητα(ή «μέγεθος προσδιορισμένο καθ’ εαυτό») και η άλλη είναι η μεταβλητή εξωτερική πλευρά. Σύμφωνα με την διατύπωση του Χέγκελ η ύπαρξη του μέτρου είναι η πλευρά του μεγέθους προσδιορισμένο καθ΄εαυτού. Αυτό σημαίνει ότι πλέον το μέτρο ταυτίζεται με την ποιότητα και προσδιορίζει την ποσότητα. Έτσι η ύπαρξη του μέτρου «τότε συμπεριφέρεται ενάντια στην ύπαρξη της εξωτερικής, μεταβλητής πλευράς με το να αίρει την αδιαφορία της· αυτή είναι ένα προσδιορίζον μέτρο».




[1] Η αγγλική μετάφραση μεταφράζει το Dasein ως ύπαρξη(Existence) και όταν ο Χέγκελ λίγο παρακάτω θα χρησιμοποιήσει την γερμανική λέξη Existenz, ο di Giovanni θα τη μεταφράσει ως συγκεκριμένη ύπαρξη(concrete existence). Κατά τη γνώμη και χωρίς να μπαίνω στην ουσία του κάθε όρου, η μετάφραση ως προσδιορισμένο είναι ,είναι αφενός πιο κοντά στο γερμανικό πρωτότυπο και αφετέρου πιο κατανοητή. Το Sein ως καθαρό ,απροσδιόριστο Είναι ,γίνεται da-sein , δηλαδή εδώ-Είναι· το εδώ-Είναι υποδηλώνει ακριβώς ένα συγκεκριμένο,προσδιορισμένο Είναι. Έτσι γίνεται εμφανής η διαφορά και η μετάβαση από την πιο αφηρημένη κατηγορία ,προς την πιο συγκεκριμένη. Ο όρος ύπαρξη είναι η μετάφραση του Dasein  στα λεξικά και προφανώς στην καθομιλουμένη γερμανική η λέξη αυτή νοείται ως «ύπαρξη». Αλλά εδώ νομίζω ότι είναι σαφές ότι ο Χέγκελ θέλει να παίξει με την ομοιότητα  Sein-dasein και επιπλέον δεν είναι κάτι σπάνιο το φιλοσοφικό λεξιλόγιο να διαφέρει στις αποχρώσεις από το καθημερινό λεξιλόγιο.  
[2] «Τα τετράγωνα των χρόνων των αστρικών περιφορών των πλανητών είναι ανάλογα των κύβων της μέσης απόστασης αυτών από τον Ήλιο»
[3] Το στάδιο της ποσότητας έφερε ως τίτλο τον όρο «μέγεθος»(Größe). Άρα το μέγεθος είναι εναλλακτική διατύπωση για την ποσότητα. Ιδού τι αναφέρει για το μέγεθος ο Χέγκελ«Αυτός ο ορισμός είναι ελαττωματικός κατά το ότι περιέχει αυτό που οφείλει να ορίσει μπορεί όμως να χρησιμεύσει στο να δείξει ότι η κατηγορία του μεγέθους έχει τεθεί ως μεταβλητή και αδιάφορη, έτσι ώστε μολονότι  μεταβάλλεται με μια αυξανόμενη έκταση ή ένταση, το πράγμα — π.χ. ένα σπίτι — δεν παύει να είναι σπ,ίτι, το κόκκινο δεν παύει να είναι κόκκινο.»(233 Εγκυκλ.)Σχεδόν τα ίδια αναφέρει για το μέγεθος στην πρώτη παρατήρηση της ποσότητας στην Μεγάλη Λογική(175,176)
[4] «Το ποσόν φτάνει την ανάπτυξη του και τον πλήρη  προσδιορισμό του ως αριθμός»Εγκυκλοπαίδεια σελ. 236
[5] Στην αγγλική μετάφραση ο di Giovanni επιλέγει την φράση «Bestimmung der Sache» να την μεταφράσει με αόριστο άρθρο «determination of a thing». Η επιλογή αυτή δεν είναι  «αθώα» αλλά υποδηλώνει ότι επεμβαίνοντας ερμηνευτικά στο κείμενο θέλει να δείξει στον αναγνώστη ότι εδώ το Sache δεν χρησιμοποιείται με την τεχνική έννοια αλλά ως συνώνυμο του Ding. Προς επίρρωση αυτής της θέσης θα δούμε ότι λίγο παρακάτω σε μία παρόμοια φράση ο Χέγκελ θα χρησιμοποιήσει την λέξη Ding. Κατά τη γνώμη μας ο di Giovanni  ορθά εν προκειμένω ταυτίζει το Sache με το Ding.
[6] Existierende στο πρωτότυπο. Ο di Giovanni το μεταφράζει συγκεκριμένη ύπαρξη.