Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταυτότητα Υποκειμένου-Αντικειμένου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ταυτότητα Υποκειμένου-Αντικειμένου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Σκέψεις πάνω στην επιστήμη της Λογικής




Για να υπάρξει άρση(Aufhebung) του κλασσικού μαρξισμού πρέπει να ανακαλύψει κανείς την καρδιά του μαρξισμού. Αυτό απαιτεί 1ον να καταδεικτεί το πεδίο εκείνο που αναπτύχθηκε περισσότερο από τους κλασσικούς. Το πεδίο αυτό είναι η πολιτική οικονομία της κεφαλαιοκρατίας(Π.Ο.Κ.). Το πεδίο αυτό είναι και η πληρέστερη εντός του μαρξικού έργου θεμελίωση του ιστορικού υλισμού. Όμως ο ιστορικός υλισμός ως σχετικά αυτοτελής επιστήμη της ιστορικής διαδοχής των τρόπων παραγωγής και των κοινωνικών σχηματισμών εν γένει(και όχι μόνο σε σχέση με την κεφαλαιοκρατία) δεν έχει ερευνηθεί στο μαρξικό έργο με αυτοτελή τρόπο. Μία ένδειξη ακριβώς για το ότι ο ιστορικός υλισμός ως αυτοτελής επιστήμη της ιστορίας δεν έχει συγκροτηθεί με την συστηματικότητα της Π.Ο.Κ. είναι και το ότι έχουν αναπτυχθεί σχολές με χαωτικές διαφορές ως προς το τι εννοούν υπό τον όρο ιστορικός υλισμός(μηχανιστική προσέγγιση,αλτουσεριανή,γκραμσιανή). Άρα ένα πεδίο δόξης λαμπρόν για την ποιοτική ανάπτυξη του κλασσικού μαρξισμού είναι η συγκρότηση σε επιστήμη(κατ’ αναλογία με το Κεφάλαιο) του ιστορικού υλισμού. 2ον) Όμως για την ποιοτική ανάπτυξη του μαρξισμού δεν αρκεί η κατάδειξη του πλέον προκεχωρημένου πεδίου αλλά και η βαθύτερη κατανόησή του. Στο βαθμό που στο Κεφάλαιο ο Μαρξ εφαρμόζει κατά τα λεγόμενά του μία «πρωτότυπη», «εγελιανή» μέθοδο για την μελέτη της ΠΟΚ πρέπει πέρα από το οικονομικό μέρος να κατανοήσουμε και την μέθοδο. Η κατανόηση της μεθόδου του Κεφαλαίου είναι το κλειδί για την περαιτέρω ανάπτυξη του μαρξισμού. Η διαλεκτική μέθοδος στο βαθμό που καταστεί συνειδητή από τους μαρξιστές ,μπορεί να αποτέλεσει το εργαλείο[1] για την μελέτη και άλλων αντικειμένων τα οποία συνιστούν οργανικό όλο(ισχυρισμός βέβαια που αποδεικνύεται μόνο στο αποτέλεσμα ,δηλ. στην νοητική συγκρότησή του ως οργανικό όλο).
Ως προς τη μέθοδο ο Μαρξ δεν μας έδωσε πολλά. Εδώ τώρα διανοίγονται 2 δρόμοι αν δεκτούμε ότι υπάρχει συνάφεια κατά βάση με τον Χέγκελ. Η μία είναι να αρκεστούμε στα χειρόγραφα και στις λίγες μαρξικές επισημάνσεις εντός του Κεφαλαίου. Αυτή είναι κατά βάση μία ερμηνευτική μέθοδος. Η πορεία των τελευταίων 100 χρόνων έχει δείξει ότι μία τέτοια επιλογή αν και ασφαλέστερη δεν έχει οδηγήσει παρά μόνο στην κατανόηση επιμέρους μεθοδολογικών πτυχών ενός έργου το οποίο φαίνεται πως υποκρύπτει πλήθος σχέσεων ,οι οποίες αναμφίβολα εγείρουν το ενδιαφέρον της λογικής.Η ερμηνευτική μέθοδος αδυνατεί από τη φύση της να συμβάλλει σε μία δημιουργική ανάπτυξη και κριτική της καρδιάς του μαρξισμού. Ο δεύτερος δρόμος αρχής γενομένης από τα φιλοσοφικά τετράδια του Λένιν έχει εγείρει το ενδιαφέρον τόσο στη δύση όσο και στη ΕΣΣΔ. Ο δεύτερος αυτός δρόμος επιχειρεί τη συστηματική, συγκριτική μελέτη του Κεφαλαίου και της επιστήμης της Λογικής. Εδώ υπάρχουν τα εξής προβλήματα: α) ο Μαρξ δεν μας έχει δώσει κανένα στοιχείο περί μίας τόσο στενής σχέσης με την εγελιανή λογική. Είχε μιλήσει μόνο για μία πιο γενική σύμπτωση(ιστορικό-λογικό,αφηρημένο-συγκεκριμένο) κατευθύνσεων με τον Χέγκελ(και μάλιστα όχι σε δημοσιευμένο κείμενο αλλά στα χειρόγραφα του 57) αλλά όχι για το ότι ακολούθησαν και το ίδιο μονοπάτι. β) αν υποθέσουμε ότι η σύνδεση είναι τόσο στενή και ο Μαρξ δεν την είχε συνειδηποιήσει στο βάθος που της αναλογούσε ,πρέπει να δείξουμε πώς ο Χέγκελ από την μία, παρότι ιδεαλιστής κατάφερε να ανακαλύψει κατηγορίες οι οποίες συγγενεύουν τόσο στενά με τις κατηγορίες του υλιστή Μαρξ και από την άλλη, που διαφέρει μία υλιστική διαλεκτική από μία ιδεαλιστική· τα δύο αυτά ερωτήματα στην ουσία τους επιδέχονται την ίδια απάντηση.
Κατά τη γνώμη μου όλα τα παραπάνω θα πρέπει να περιστρέφονται γύρω από τον ακόλουθο άξονα: ότι η διαλεκτική λογική είναι δυνατό να συγκροτηθεί ως επιστήμη. Ως επιστήμη σημαίνει ότι θα συγκροτηθεί όχι ως λογική ενός συγκεκριμένου αντικειμένου αλλά ως διαλεκτική λογική εν γένει. Ως προς το ότι ο Χέγκελ έκανε λόγο για διαλεκτική λογική εν γένει, δεν μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει. Το πρόβλημα ανακύπτει εξαιτίας δύο άλλων παραγόντων:
α) ότι κατά τη γνώμη μας η διαλεκτική λογική εν γένει προϋποθέτει την συγκρότηση της ειδικής λογικής ενός ειδικού  αντικειμένου ,το οποίο έχει ήδη αυτό καθαυτό συγκροτηθεί σε επιστήμη(πχ. ΠΟΚ). Όμως δεν αρκεί ένα αντικείμενο γιατί τότε το καθολικό θα βρίσκεται σε μία κενή ταυτότητα(δίχως διαφορά) με τον εαυτό του. Ενώ το ζητούμενο είναι η μετάβαση από το καθολικό στο μερικό και από εκεί στο ενικό ως άρνησης της άρνησης. Κατά τη γνώμη μας η εγελιανή λογική συνιστά την πρωταρχική εμφάνιση της Λογικής ως αυτοτελούς επιστήμης. Απαιτείται η συγκρότηση της διαλεκτικής λογικής ενός δεύτερου αντικειμένου μέσω της προεκβολής της πρώτης ειδικής λογικής. Τότε μόνο μπορούν να τεθούν οι βάσεις για την διαμόρφωση της διαλεκτικής λογικής ως αυτοτελούς επιστήμης με εχέγγυα καθολικότητας. Αυτός είναι και ο λόγος που η αναλυτική παράδοση εκμεταλλευόμενη την συγκρότηση των μαθηματικών σε επιστήμη ,προσπάθησε μέσω αυτών να συγκροτήσει και την λογική σε επιστήμη, εξαλείφοντας όμως έτσι την αυτονομία της λογικής[2]. Αντίθετα από την άλλη η ανυπαρξία επιστημονικής συγκρότησης ενός επιμέρους αντικειμένου δεν επέτρεψε την συγκρότηση μίας συστηματικής διαλεκτικής λογικής αφενός και αφετέρου άφησε χώρο για την ύπαρξη τόσο διαμετρικά αντίθετων απόψεων περί μεταφυσικής. Από την μία ο Καντ ορθά εντόπισε(χωρίς να λύσει) ακριβώς αυτή την «προ-παραδειγματική» περίοδο(με τις περίφημες αντινομίες του καθαρού λόγου) ,όπως θα την χαρακτήριζε ο Κουν, και ακόμα πιο σωστά αποφάσισε να συγκροτήσει την μεταφυσική ως επιστήμη ορμώμενος από την πρόσφατα συγκροτημένη σε επιστήμη Φυσική(χωρίς όμως να υιοθετεί τη μέθοδο της φυσικής). Καθόλου τυχαία επίσης η εμμονή των γερμανών ιδεαλιστών για παραγωγή των κατηγορίων(την οποία θεωρούσαν ως την αυθεντικά επιστημονική μέθοδο που αφαιρεί κάθε στοιχείο υποκειμενισμού) αλλά και των γάλλων υλιστών που επιχείρησαν να συγκροτήσουν την φιλοσοφία σε επιστήμη υιοθετώντας την μέθοδο της νευτώνειας φυσικής. Θα προσέθετα μάλιστα ότι ακριβώς οι τεράστιες διαφωνίες στο μαρξιστικό στρατόπεδο για το τι ρόλο παίζει ο Χέγκελ οφείλονται κατά κύριο λόγο στο ότι η λογική δεν έχει ακόμα συγκροτηθεί σε επιστήμη ή εν πάση περιπτώσει η συγκρότησή της δεν είναι κάτι καθολικά αποδεκτό. Ίσως τότε μόνο να μπορέσει να κατανοηθεί σε βάθος από την σκοπιά της ώριμης επιστήμης(ή τουλάχιστον διαμορφούμενης επιστήμης) ο ρόλος του Χέγκελ καθώς «η ανατομία του ανθρώπου είναι το κλειδί για την ανατομία του πιθήκου». Μόνο έτσι αντιλαμβάνεται κανείς με καθαρότητα ποιες πτυχές του μεγαλοφυούς και σύνθετου εγελιανού οικοδομήματος είναι καταδαφιστέες και ποιες όχι. Τέλος διόλου τυχαίο είναι ότι ο Μαρξ παρότι ξεκίνησε ως φιλόσοφος επικεντρώθηκε από ένα σημείο και μετά στην μελέτη της ΠΟΚ. Δεν έγραψε στην ωριμότητά του κάποιο καθαρά φιλοσοφικό κείμενο. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να γράψει όταν η λογική για να θεμελιωθεί ως επιστήμη θα έπρεπε να βασίζεται σε μία ήδη θεμελιωμένη επιστήμη; Ο ένγκελς προσπάθησε να το κάνει αυτό αλλά τον εμπόδισε ο ούτως ή άλλως μη αναπτυγμένος χαρακτήρας των φυσικών επιστημών και η συνεπαγόμενη από αυτό μη συστηματικότητα της διαλεκτικής του.
Εδώ πρέπει να προσθέσουμε προς αποφυγή παρεξήγησεων ότι δεν υπάρχει απόλυτος διαχωρισμός ανάμεσα σε επιστήμη ενός αντικειμένου και ειδική λογική αυτού του αντικειμένου. Όμως υπάρχει η συνειδητή διαλεκτική και η αυθόρμητη. Ανάμεσα στους στοχαστές όμως που είναι συνειδητά διαλεκτική υπάρχουν διαβαθμίσεις. Γι΄αυτό έχει μεγάλη σημασία η μελέτη από λογική σκοπιά της Λογικής της Ιστορίας του Βαζιούλιν γιατί είναι ένα έργο όπου συνειδητά εφαρμόζεται σε τροποποιημένη μορφή(;) η μέθοδος του Κεφαλαίου όπως έχει αποκωδικοποιηθεί από τον ίδιο τον Βαζιούλιν.  
β) μία υλιστική λογική δεν είναι ποτέ ένα κλειστό ,απόλυτο σύστημα και άρα η διαλεκτική λογική εν γενει θα εμπλουτίζεται και θα αίρεται από την ειδική λογική νέων αντικειμένων στο βαθμό που προϋποτίθεται ότι αυτά έχουν συγκροτηθεί ως ώριμη επιστήμη καθαυτά. Γι’ αυτό και η Λογική εν γένει για την οποία κάνουμε λόγο δεν είναι ένα καλούπι πάνω στο οποίο προσαρμόζεται ο κόσμος. Παρ’ όλα αυτά στο βαθμό που και ο ίδιος ο κόσμος παρουσιάζει σε πολύ γενικό επίπεδο κοινούς νόμους(ο Ένγκελς έκανε λόγο για τους 3 νόμους της διαλεκτικής) αλλά και η σκέψη σε γενικές γραμμές παρουσιάζει ομοιότητες στον τρόπο που κατανοεί τα εκάστοτε αντικείμενα που μελετάει(κυρίως η κίνηση από το Είναι προς την Ουσία, το φαινόμενο και την πραγματικότητα) ,τότε είναι ορθό να αναζητάμε σε κάθε αντικείμενο τέτοιες κατηγορίες. Όμως όπως έδειξε ο Βαζιούλιν η εγελιανή λογική ακόμα και αν δεν έχει σοβαρές ανεπάρκειες ως προς τις κατηγορίες της ,παρουσιάζει ανεπάρκειες άλλου τύπου(μονής κατεύθυνσης, ταύτιση έρευνας-έκθεσης, έχει μόνο μία σπείρα κτλ.) ,οι οποίες μόνο στην συγκεκριμένη αντιπαράθεσή της με την ΛτΚ ανακαλύπτονται. Εξ’ αυτού του λόγου θεωρώ ότι η Λογική εν γένει δεν συγκροτείται ως ώριμη επιστήμη μονάχα με την λογική του Κεφαλαίου και ενδεχομένως να χρειάζεται και η ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο και σε κάποια από τις φυσικές επιστήμες για να μπορούμε να μιλάμε για καθολικές κατηγορίες.
Αν αντιληφθούμε με τον μόλις αναφερθέντα τρόπο την Λογική(δηλ. ως σταδιακά συγκροτούμενη επιστήμη) τότε αποκτούμε αυτόματα 3 πλεονεκτήματα: α) μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί αντικειμένικα και ανεξάρτητα από την συνείδηση του ίδιου του Μαρξ η λογική μελέτη του Κεφαλαίου αποκαλύπτει λογικές κατηγορίες που πρώτος εντόπισε ο Χέγκελ(και άρα όχι εγελιανές κατηγορίες που σαν όρος αν τον κρίνουμε αυστηρά είναι παραπλανητικός). Με άλλα λόγια η πρόσληψη ενός αντικειμένου και η επιστημονική του συγκρότηση σε σύστημα δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με κατηγορίες που ανακαλύφθηκαν πρώτα από τον Χέγκελ, δηλ. μόνο με κατηγορίες όπως ποιότητα, ποσότητα ,μέτρο, ουσία,φαινόμενο κτλ. Θα μπορούσε θεωρητικά να ισχυριστεί κανείς ότι ο Μαρξ και ποτέ του να μην είχε διαβάσει Χέγκελ θα μπορούσε να ανακαλύψει τις ίδιες κατηγορίες, αν φυσικά είχε ο ίδιος ως υποκείμενο συγκροτήσει από μόνος του μία διαλεκτική σκέψη και μέθοδο.
Ο Μαρξ τώρα όταν έγραφε το Κεφάλαιο δεν είχε παραδίπλα την επιστήμη της λογικής και αντιστοίχιζε κατηγορίες. Λέει ότι βρήκε τυχαία ένα αντίτυπο της Επιστήμης της Λογικής αλλά η σχέση με τον Χέγκελ έμεινε στο επίπεδο του «φλέρτ». Μπορούμε βέβαια βάσιμα να ισχυριστούμε ότι πολύ πιο βαθιά επιρροή άσκησε η εγελιανή διαλεκτική στον Μαρξ όχι ως εγχειρίδιο αλλά ως τρόπος σκέψης. Ο Μαρξ κάνει λόγο στο κεφάλαιο για την «Πρωταρχική συσσώρευση» για «άρνησης της άρνησης», σε άλλα σημεία μιλάει για την μετατροπή της ποσότητας σε ποιότητα και σε πλήθος σημείων μιλά για την αντίθεση και την αντίφαση. Όμως οι αναφορές του είναι αποσπασματικές και δεν αντιλαμβάνεται μία συστηματική συγγένεια με την εγελιανή λογική. Πράγματι αν ο Μαρξ είχε συνειδητοποίησει ότι κάτω από τις οικονομικές κατηγορίες υποκρύπτονται εγελιανές κατηγορίες θα το είχε σίγουρα επισημάνει. Αν ισχύει λοιπόν η στενότατη συνάφεια με τον Χέγκελ(όπως ισχυριζόμαστε) τότε δεν μπορούμε παρά να πούμε ότι και ο ίδιος ο Μαρξ δεν αντιλήφθηκε στο βάθος που του αναλογούσε τον ορθολογικό πυρήνα του εγελιανισμού. Αυτό στην ιστορία της επιστήμης και της φιλοσοφίας δεν είναι πρωτοφανές(ο Αινστάιν δεν σημαίνει πως γνώριζε καλύτερα από όλους τον Νεύτωνα ή ο Αριστοτέλης τον Πλάτωνα). Πόσο μάλλον όταν ο Χέγκελ δεν είναι το κατ’ εξοχήν αντικείμενο μελέτης του ώριμου Μαρξ. Ο Μαρξ μόνο στα Grundrisse του 58’ ασχολήθηκε κάπως με το θετικό κεκτημένο της εγελιανής λογικής ,ενώ νεανική κριτική στην φιλοσοφία του δικαίου 1ον δεν αναφερόταν στην λογική και 2ον είχε το χαρακτήρα της κριτικής στον εγελιανό ιδεαλισμό. Άλλωστε η εγελιανή επιστήμη της Λογικής είναι ένα έργο εξαιρετικό σύνθετο και σκοτεινό που θέλει δουλειά πολλών χρόνων για να αποκωδικοποιηθεί.
β) μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί ο Χέγκελ παρότι από την μία κατανόησε ορθά κρίσιμες πτυχές της επιστήμης της λογικής, παρέμεινε εντός ιδεαλιστικού πλαισίου. Η λογική από την πρώτη της ήδη σχέση(Είναι-μη Είναι) βρίσκεται εντός του στοιχείου της επιστήμης και ο Χέγκελ ορθά κατανόησε ότι μία επιστήμη(ως νοητική προσοικείωση ενός αντι-κειμένου από το υποκείμενο) πρέπει να γνωρίζει απόλυτα το αντικείμενό της. Μαλιστά χαρακτηριστικό της διαλεκτικής λογικής εν γένει είναι η απόλυτη(ως ταυτότητα της ταυτότητας και της διαφοράς) ταυτότητα υποκειμένου και αντικειμένου. Αυτή η ιδιομορφία όμως της λογικής που την ξεχωρίζει από όλες τις άλλες επιστήμες απολυτοποιήθηκε από τον Χέγκελ. Η λογική εν γένει ορθώς ταυτίζει το υποκείμενο με το αντικείμενο. Όμως η λογική ως μελέτη ενός συγκεκριμένου αντικειμένου ταυτίζει μόνο προσωρινά το υποκείμενο με το αντι-κείμενό της. Αυτό σημαίνει ότι η λογική δεν είναι η απόλυτη γνώση ενός αντικειμένου παρά μόνο ένα στάδιο στην γνώση του αντικείμενου(και αυτό ισχύει και για την ειδική και για την εν γένει). Επομένως η μαρξιστική ανάλυση της ιδιοτυπίας της λογικής «απαιτεί να λαμβάνεται διαρκώς υπ’ όψιν, ότι η διερεύνηση της ιδιοτυπίας της λογικής συνιστά μόνο το εγγύτερο πρόβλημα, τον αναγκαίο όρο για τη μετάβαση σε επόμενες βαθύτερες βαθμίδες της έρευνας»(Β.Βαζιούλιν «Λογική του Κεφαλαίου»). Αυτό που ακολουθεί είναι με βάση το κεκτημένο της λογικής(ξέροντας πλέον δηλ. ποια είναι η ουσία του αντικειμένου κτλ) η πραγματική ιστορική πορεία του αντικειμένου, η οποία σε πολλά συμπίπτει αλλά σε άλλα διαφέρει από την λογική πορεία(ο Βαζιούλιν στην ΛτΚ επισημαίνει 6 τύπους σύμπτωσης λογικού και ιστορικού). Επίσης η ιστορική πορεία εξετάζει την ουσία του αντικειμένου στη διαδικασία συγκρότησής της και άρα όχι μόνο στην ωριμότητά της. Πλέον δεν εξετάζουμε το Είναι μίας ώριμης ουσίας αλλά το Είναι ,την διαμόρφωση και την ωριμότητα της ίδιας της ουσίας. Στον Χέγκελ τα στάδια της ουσίας είναι τα στάδια σύλληψης και έκπτυξης της ίδιας της ώριμης ουσίας.
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...




[1] Θα δείξουμε στην συνέχεια  ότι δεν εννοούμε το εργαλείο της τυπικής λογικής ή της καντιανής φιλοσοφίας αλλά ένα εργαλείο που τροποποιείται.
[2] Αυτή η γραμμή ξεκινά από τον Καρτέσιο, τον Σπινόζα(γεωμετρική μέθοδος) και τον Λάιμπνιτζ.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Λίγα λόγια για την κλειστότητα του εγελιανού συστήματος



Από την λογική ,μέχρι την φιλοσοφία του Δικαίου και της ιστορίας το σύστημα του Χέγκελ παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένο. Η λογική στο επίπεδο της μεθόδου έχει φθάσει στην απόλυτη ταυτότητα Υ-Α. Η φιλοσοφία του Δικαίου ολοκληρώνεται με το κράτος. Τέλος η παγκόσμια ιστορία ,της οποίας η ουσία είναι η συνειδητοποίηση της ελευθερίας από την ανθρωπότητα ολοκληρώνεται  «This new discovery is the unity of the divine and the human. By means of it objective truth is reconciled with freedom, and that, too, inside of self-consciousness and subjectivity…Although it is in this form still abstract, it is the reconciliation and solution of all contradiction…The true atonement and reconciliation has become objective, and unfolds the state as the image and reality of reason. In the state, self-consciousness finds the organic development of its real substantive knowing and will, in religion it finds in the form of ideal essence the feeling and the vision of this its truth, and in science it finds the free conceived knowledge of this truth, seeing it to be one and the same in all its mutually completing manifestations, namely, the state, nature, and the ideal world.» Πρόκειται για αποσπάσματα από τις τελευταίες παραγράφους της Φιλοσοφίας του Δικαίου ,όπου ο Χέγκελ μιλά για την συμφιλίωση της ελευθερίας με την αντικειμενική αλήθεια. Μάλιστα κάνει αναλογίες ότι το στάδιο στην φιλοσοφίας του δικαίου ,αντιστοιχεί στο στάδιο της θρησκείας και στο στάδιο της επιστήμης(εννοώντας την φιλοσοφία) . Προσθέτουμε εμείς ότι όσο γίνεται λόγος μόνο για  το «Λογικό στοιχείο» της Απόλυτης Ιδέας, το οποίο είναι «ο καθολικός τρόπος μέσα στον οποίο είναι ανηρημένοι και συμπεριλαμβανόμενοι όλοι οι μερικοί τρόποι»(Διδ. Εννοιας 622), τότε το ανώτερο τμήμα αυτού είναι η μέθοδος, ως ταυτότητα Υποκειμένου – Αντικειμένου. Παρατηρούμε ότι πρόκειται για ένα κλειστό σύστημα. Φυσικά μπορεί να βρει ο καθένας στο γιγάντιο έργο του Χέγκελ αποσπάσματα που να λένε το αντίθετο, όπως πχ. όταν ο Χέγκελ κάνει λόγο στην φιλοσοφία της Ιστορίας για την Αμερική. Αλλά στα βασικά του έργα και ιδίως στη Λογική του με πολύ αυστηρότητα αποδεικνύει και το θεωρεί και πλεονέκτημα ότι το σύστημά του είναι κλειστό και άρα απόλυτο. Για να είμαστε βέβαια όσο πιο δίκαιοι απέναντι στον Χέγκελ μπορούμε ,πρέπει εδώ να πούμε ότι η κλειστότητα του συστήματός του δεν υφίσταται με απόλυτο και χοντροκομμένο τρόπο. Έτσι εξηγείται πχ. και η μετάβαση από την απόλυτη Ιδέα που είναι αμεσότητα προς την φύση. Σε ένα απόλυτα κλειστό σύστημα αυτή η μετάβαση θα ήταν αδύνατη. «…γιατί κάθε ενικό μέλος ,καθόσον εμψυχωμένο από τη μέθοδο, είναι η ανασκόπηση εντός εαυτού ,η οποία ,με το να επιστρέφει στο ξεκίνημα ,είναι συγχρόνως το ξεκίνημα ενός νέου μέλους» Έννοια 453,454, πρόκειται για κύκλο κύκλων ή ακόμα καλύτερα για σπείρα.

Ο Πατέλης κάνει λόγο για «νομοτελή υπερβολή-αμετροέπεια και τάση άνευ όρων προεκβολής του κεκτημένου που χαρακτηρίζει το χειρισμό κάθε μεγάλης ανακάλυψης από τον ερευνητή που την επέτυχε.», ο Ένγκελς λέει ότι την εποχή του Χέγκελ όλα τα συστήματα που δημιουργούνταν έπρεπε να είναι κατά κάποιο τρόπο κλειστά ή απόλυτα. Εγώ θα προσθέσω 2 ακόμη επιχειρήματα στα 2 προηγούμενα ορθά. 1. Η κοινωνική θεωρία που βρήκε ο Χέγκελ ως κληροδότητα δεν είχε καν ανέλθει στο επίπεδο της συνειδητής διαλεκτικής. Κατά τη γνώμη μας όσο πιο ανώριμη είναι μια θεωρία ,τόσο μεγαλύτερες αξιώσεις έχει για απολυτότητα.Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χέγκελ ασχολήθηκε με όλες τις πλευρές του επιστητού με τρόπο σαν να είναι όλες στο ίδιο επίπεδο ανάπτυξης και άρα στο ανώτατό τους επίπεδο. Έτσι έφτιαξε μία θεωρία για όλα. Αντίθετα ο Μαρξ τα 3 αντικείμενα με τα οποία καταπιάστηκε(Πολιτική Οικονομία, θεωρία της Ιστορίας, Θεωρία για τον Κομμουνισμό)  τα ανέπτυξε ανισομερώς, κάτι που αντανακλούσε όμως και την ίδια την ανάπτυξη του αντικειμένου. Όσο αναπτύσσεται η κοινωνική θεωρία τόσο λιγότερo αμετροεπής γίνεται, τόσο περισσότερο ανακαλύπτει ιδιαιτέροτητες και εξειδικεύεται. To να υπάρξει στη συνέχεια μία σύνθεση αυτών των επιμέρους αναλύσεων είναι αναγκαίο και νομοτελές.2. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί κομμουνιστές στοχαστές αντιλαμβάνονται τον κομμουνισμό ως το τέλος της ιστορίας. Ο κομμουνισμός είναι μία κοινωνία χωρίς αντιφάσεις κτλ. Κατά τη γνώμη μας κάπως έτσι την πάτησε και ο Χέγκελ. Ευρισκόμενος στα γενοφάσκια της νέας κοινωνίας ,παρότι ανακάλυψε τα προβλήματα της κοινωνίας των πολιτών(αστική κοινωνία) επιχείρησε να τα συμφιλιώσει και όχι να τα εξαλείψει. Η ίδια η αστική κοινωνία δεν είχε αναπτυχθεί ακόμα επαρκώς για να αποκαλύψει τις αντιφάσεις της σε ώριμη και καθαρή μορφή και έτσι ο Χέγκελ την είδε ως όριο και τέλος της ιστορίας. Επιστρέφοντας στον κομμουνισμό θα παραθέσω πολύ σύντομα την άποψη του Βαζιούλιν, που ακριβώς δείχνει τις προσπάθειες της πλέον ώριμης εκδοχής της κοινωνικής θεωρίας να υπερβεί τουλάχιστον σε επίπεδο εικασιών ακριβώς την αντίληψη ενός κλειστού και κομμουνισμού ες αεί. Ο Βαζιούλιν από τη μία κάνει λόγο για μετάβαση σε έναν διαστημικό πολιτισμό(μεταφορά σε άλλο πλανήτη). Αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι μία παραπομπή του Πατέλη από ένα άλλο κείμενο του Βαζιούλιν που λέει το εξής: «Η βιοτεχνολογία ήδη συνιστά έναν από  τους τομείς της επιστήμης και της παραγωγής με τις μεγαλύτερες προοπτικές. Η μετάβαση όμως  στη βιοπαραγωγή θα σημάνει ότι θα περιέλθει στην κυριότητα των ανθρώπων η φύση  ολόκληρου του έμβιου κόσμου (συμπεριλαμβανομένου και του ανθρώπου ως βιολογικού όντος). Ως εκ τούτου, ανακύπτουν δύο εναλλακτικές δυνατότητες: 1. Η δυνατότητα κατάκτησης των  βιολογικών νομοτελειών (αναφορικά με τον άνθρωπο: η δυνατότητα εξάλειψης νοσημάτων και παράτασης της ζωής του ανθρώπου, εναρμόνισής του ως βιολογικού όντος) και, ταυτοχρόνως, 2. η δυνατότητα υπονόμευσης των όρων ύπαρξης [του είναι] της ανθρωπότητας ως συνόλου βιολογικών όντων. Η παρέμβαση στη βιολογική φύση του ανθρώπου εγκυμονεί μια προοπτική αυτοκτονίας για την ανθρωπότητα. Εδώ παρατηρείται επίσης μια σπείρα της έλικος: από τη  "δημιουργία" του ανθρώπου (ως βιολογικού όντος) από τη φύση προς τη βιολογική αυτοδημιουργία (που εμπεριέχει την ικανότητα αυτοκαταστροφής) του ανθρώπου». Αν δηλαδή η ιστορία της ανθρωπότητας είναι ένα μετασχηματισμός του βιολογικού από το κοινωνικό. Με τις βιοτεχνολογίες ,όπως θα αναπτυχθούν στην κομμουνιστική κοινωνία(γιατί στην αστική κοινωνία πιο πιθανό είναι να οδηγήσουν σε καταστροφή την ανθρωπότητα) μπορεί να αλλάξει η σχέση του βιολογικού με το κοινωνικό· και το κοινωνικό να φθάσει σε ένα τέτοιο σημείο ανάπτυξης που αλλάζοντας το βιολογικό(αλλάζοντας την βιολογική φύση του ανθρώπου) να μιλάμε πλέον για μία αφετηρία για μία νέα ανάπτυξη της ανθρωπότητας. Αυτό το παραθέτω ως παράδειγμα για να δείξω από την μία ότι και πολλοί μαρξιστές αυθόρμητα δεν μπορούν παρά να αντιμετωπίζουν τον κομμουνισμό ως το τέλος της ιστορίας και από την άλλη ότι ένας συνεπής στοχαστής θα πρέπει να αναζητά όρια ακόμα και στην κοινωνία του μέλλοντος έστω και ως εικασία.