Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Κάτι και Δια εαυτό Είναι


Στο παρόν post όπως και στα υπόλοιπα παρόμοιου είδους δεν θα πούμε κάτι πρωτότυπο. Μόνος στόχος είναι να κατανοήσουμε τι λέει ο Χέγκελ. Δυστυχώς η θεωρία περί του Είναι από τη Μεγάλη Λογική δεν έχει μεταφραστεί και θέλει πολύ δουλειά για να διαβαστεί ο Χέγκελ στα γερμανικά. Προς το παρόν αρκούμαστε στην μικρή Λογική.

Στόχος αυτής της μελέτης του Χέγκελ είναι να φθάσουμε στο «γίγνεσθαι της ουσίας»(το γιατί θέλω να φθάσω εκεί, θα το εξηγήσω με άλλο post), που είναι το τελευταίο υποκεφάλαιο του Μέτρου από την Μεγάλη Λογική. Το συγκεκριμένο κεφάλαιο το έχω μεταφράσει και ανεβάσει. Όμως επειδή παρουσιάζει δυσκολίες η κατανόησή του ,χωρίς την κατάλληλη προεργασία ,θεώρησα σκόπιμη μία παρουσίαση των προηγούμενων σταδίων της Λογικής.

Για τα μέχρι το Κάτι κεφάλαια παραπέμπω στο κείμενο που έχω ήδη δημοσιεύσει (http://dieaufhebung.blogspot.gr/2012/08/dasein.html)

Κάτι

Στο στάδιο του Κάτι η ποιότητα είναι ακόμα Είναι για κάτι άλλο. «Το Είναι της ποιότητας σαν τέτοιο είναι το καθ’ εαυτό Είναι». Καθαυτό σημαίνει δυνάμει ,δηλ. που δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα.  Για τον Χέγκελ η φράση του Σπινόζα «Κάθε προσδιορισμός είναι άρνηση» συνιστά μία από τις πιο θεμελιώδεις αρχές της φιλοσοφίας. Η φράση αυτή σημαίνει απλά ότι εφόσον έχεις ένα προσδιορισμό ,δεν έχεις εκ των πραγμάτων κάποιον άλλον. Άρα το να προσδιορίζεσαι σημαίνει να αρνείσαι. Ο προσδιορισμός είναι ένα όριο ,ένας φραγμός απέναντι στο έτερο.  Ταυτόχρονα όμως αυτό το Κάτι με το να προσδιορίζει τον εαυτό του ,αρνείται το ετέρως Είναι και αρνούμενο σχετίζεται με αυτό. Το ετέρως Είναι γίνεται στάδιο του Κάτι. Συνάμα το Κάτι εφόσον θέτει όριο σε σχέση προς το ετέρως Είναι του ,είναι πεπερασμένο. Φυσικά ο κόσμος αποτελείται από Κάτι και το ετέρως Είναι δεν είναι παρά Κάτι(εδώ πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι εξετάζουμε έννοιες και όχι παραστάσεις, οπότε σε εννοιακό επίπεδο το Κάτι δεν διαφέρει από Κάτι άλλο).  Στην αλληλοσχεσία τους λοιπόν το ένα Κάτι προσδιορίζεται από ένα άλλο Κάτι. Μέσω αυτού του προσδιορισμού το ένα Κάτι μεταβαίνει στο άλλο και αυτό επ’ άπειρον. Εδώ συναντάμε την έννοια της κακής απειρίας. Πρόκειται για υπέρβαση του πεπερασμένου χαρακτήρα του Κάτινος αλλά μόνο εξωτερικά, γιατί το άπειρο είναι κατασκευασμένο από πεπερασμένα Κάτι. Έτσι «το πεπερασμένο αναδύεται επανειλημμένα, άρα δεν έχει αναιρεθεί».

Όμως η μετάβαση του ενός Κάτι στο άλλο καταδεικνύει ότι αυτά έχουν κάτι κοινό, το ότι «είναι κάτι άλλο». Εδώ ο Χέγκελ δεν αναφέρεται στην σπινοζική υπόσταση, γιατί εδώ βρισκόμαστε ακόμα στο επίπεδο του Είναι. Όμως μπορούμε να σκεφτούμε ένα άλλο παράδειγμα. Κανείς δεν κατανοεί τι είναι κοινωνία μελετώντας απλώς όλα τα μέλη της ή σύμφωνα με ένα παράδειγμα του Χέγκελ οι ατομικές ανάγκες και η βούληση δεν συγκροτούν το κράτος, όπως νόμιζαν οι θεωρητικοί πρόδρομοι της Κεφαλαιοκρατίας. Πρόκειται για την αληθινή απεραντοσύνη(απειρία), όπου το πεπερασμένο δεν βρίσκεται απέναντι από το άπειρο(πχ. Λένε κάποιοι ότι ο Θεός είναι υπερβατικό όν και άρα είναι άπειρος και ζει εκτός του φθαρτού και πεπερασμένου κόσμου μας. Έτσι όμως βλέπουν ένα άπειρο το οποίο έχει ως όριό του ,το ότι δεν είναι πεπερασμένο. Αλλά αν βάλεις όρια στο άπειρο ,τότε το μετατρέπεις σε πεπερασμένο.). Όμως ο Χέγκελ μας εφιστά την προσοχή στο ότι δεν πρέπει να πούμε ότι το αληθινό άπειρο είναι απλώς «η ενότητα του άπειρου και του πεπερασμένου». Το πεπερασμένο διατηρείται εντός του απείρου αλλά σε ανηρημένη μορφή. Με άλλα λόγια η κοινωνία δεν είναι το άθροισμα ανθρώπων αλλά πολιτών. Η ένταξη στην κοινωνία μετατρέπει τον άνθρωπο σε πολίτη.

Υπάρχει λοιπόν το Κάτι ως πρώτο στάδιο(καθαυτό). Στην συνέχεια προσδιορίζεται μέσω της άρνησης του άλλου και συνάμα της μετάβασης στο άλλο(1η άρνηση). Και τέλος μέσω του άλλου επανέρχεται στον εαυτό του ,αλλά πλέον φέροντας μέσα του αυτό που το συνδέει με το άλλο( Είναι δια εαυτό, 2η άρνηση). Επειδή βρισκόμαστε στη σφαίρα του Είναι ,δεν μπορεί ακόμα να αποκαλυφθεί τι είναι αυτό που συνδέει τα Κάτι. Ξέρουμε όμως ότι κάτι υπάρχει.   
Στο δια εαυτό Είναι αντιστοιχεί η κατηγορία της ιδεατότητας. Αντίθετα στο Dasein αντιστοιχούσε η έννοια της ρεαλιστικότητας. Η ρεαλιστικότητα καταδεικνύει τον πεπερασμένο χαρακτήρα του Dasein ,ενώ η ιδεατότητα είναι «η αλήθεια του πεπερασμένου». Ο Χέγκελ στην τελευταία παράγραφο ανάμεσα στο dasein και το δια εαυτό Είναι λέει: «Νά γιατί στρέψαμε εδώ κάπως εκτεταμένα την προσοχή  σ' αυτή τη διαφορά· γιατί από αυτήν εξαρτάται η βασική έννοια της Φιλοσοφίας, το αληθινό απέραντο.»(227) Κατά τη γνώμη μου η συγκρότηση του αληθινού απέραντου είναι η πρώτη ολιστική έννοια που συναντά κανείς στη Λογική. Γι’ αυτό το λόγο ο Χέγκελ της αποδίδει τον χαρακτηρισμό της Ιδεατότητας.

Δια εαυτό Είναι

Α)Το δια εαυτό Είναι είναι η επιστροφή στον εαυτό μετά το σχετισμό με το άλλο ως άρνηση της άρνησης. Πρόκειται για αυτοσχεσία, ενότητα που αποκλείει την εσωτερική διαφορά.  Ο αποκλεισμός της εσωτερικής διαφοράς και άρα ο αυτοσχετισμός καθιστά το δια εαυτό Είναι αμεσότητα. Το άμεσο ,αυτοσχετιζόμενο δια εαυτό Είναι είναι Ένα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το Είναι είναι Ένα, ο κόσμος είναι Ένα.

Β) Αφού τώρα έχει συγκροτηθεί αυτό το Ένα( που μην ξεχνάμε είναι η αληθινή απειρία)  ως προϊόν της άρνησης της άρνησης ,φέρει εντός του ακριβώς της διάσπαση σε πολλά Ένα. Με άλλα λόγια μέσω του Κάτι συγκροτήσαμε το Όλον(αληθινή απειρία) και τώρα από το Όλον επιστρέφουμε στα μέρη(Ένα) αλλά ως ανηρημένα πλέον από το Όλον. Τα Ένα ανήκουν εσωτερικά στο Όλον, τα Ένα είναι το Όλον. Ο ίδιος ο Χέγκελ ρητά μας παραπέμπει στην ατομιστική θεωρία του Δημόκριτου(«Η ατομιστική Φιλοσοφία είναι η άποψη κατά την οποία το Απόλυτο προσδιορίζεται ως δι'-εαυτό-Είναι, ως  Ένα και ως πολλά Ένα»231). Επομένως τα Ένα μπορούμε να τα θεωρήσουμε ως τα άτομα του Δημόκριτου. Τα Ένα βρίσκονται μεταξύ τους σε σχέση απώθησης, καθώς αυτή είναι η φύση του Ενός, να διαφέρει από τα άλλα Ένα.

Γ) Όμως επειδή τα Ένα μέσω της απώθησης σχετίζονται με τα άλλα Ένα και επειδή όλα τα Ένα είναι ίδια, στην πραγματικότητα η απώθηση είναι έλξη, αυτοσχετισμός. Έτσι ο Χέγκελ έφτασε στο βαθύτερο συγκροτητικό στοιχείο του Είναι που είναι το Ένα. Τώρα θα αρχίσει μία νέα πορεία της σκέψης ,η οποία θα εξετάσει τα ποσοτικά χαρακτηριστικά του Ενός.

«Εφόσον το Ένα  εντοπίζεται ως Ένα, είναι βέβαια αδύνατο να θεωρηθεί η  συνάθροιση του με τα άλλα κάπως αλλιώς, παρά ως κάτι εντελώς εξωτερικό»231. Ο Χέγκελ ως γνωστόν για την ανάπτυξη της Λογικής του βασίστηκε στα κεκτημένα της πριν από αυτόν φιλοσοφίας. Μάλιστα η Λογική του ,ως αυτοεκτύλιξη του πνεύματος, ως αυτοπροσδιορισμός του Απολύτου, ενσωματώνει την προηγούμενη φιλοσοφία. Κάθε στάδιο της ιστορίας της Φιλοσοφίας βρίσκει θέση ως στάδιο της Λογικής του. Η προσπάθεια αυτή του Χέγκελ μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να είναι τραβηγμένη αλλά αυτό που αποδεικνύει κατά τη γνώμη μου περίτρανα είναι το πόσο αυτός ο στοχαστής παρά τον ιδεαλισμό του(με βασικό πρόβλημα ότι στη Λογική του μελετά το Απόλυτο και όχι ένα συγκεκριμένο αντικείμενο), αναζητούσε εναγωνίως εντός της πραγματικότητας υλικό για να χτίσει αυτό το τεράστιο οικοδόμημα που λέγεται επιστήμη της Λογικής.

Εν προκειμένω το στάδιο του Ενός ανήκει στην ατομική φιλοσοφία. Το Ένα είναι μια πρόοδος σε σχέση με το Ον και το Κάτι, αλλά ακόμα όπως φαίνεται από το απόσπασμα η σχέση του Ενός με τα άλλα Ένα είναι ακόμα εξωτερική. Πρέπει να φθάσουμε στην Ουσία για να πάψει επιτέλους αυτή η σχέση εξωτερικότητας.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Μετάφραση του "γίγνεσθαι της Ουσίας" από την "Θεωρία περί του Είναι" του Χέγκελ


Η μετάφραση έγινε από τα αγγλικά ,με επανέλεγχο και διόρθωση από το γερμανικό πρωτότυπο

Οι υπογραμμίσεις δικές μου.

A. ABSOLUTE INDIFFERENCE
§ 785

Το Είναι είναι η αφηρημένη Gleichgültigkeit - για την οποία, επειδή αυτή πρέπει να κατανοηθεί δια εαυτή ως Είναι, έχει χρησιμοποιηθεί η έκφραση αδιαφορία (Indifferenz)- στην οποία υποτίθεται ότι ακόμα δεν υπάρχει κανενός είδους προσδιοριστικότητα· η καθαρή ποσότητα είναι η αδιαφορία ως ανοικτή προς όλους τους προσδιορισμούς δεδομένου ότι αυτοί είναι εξωτερικοί σε αυτήν και ότι η ποσότητα δεν έχει καμία εσωτερική σύνδεση με αυτούς· αλλά η αδιαφορία ,η οποία μπορεί να αποκαλείται απόλυτη είναι η αδιαφορία η οποία, διαμέσου της άρνησης κάθε προσδιοριστικότητας του Είναι ,δηλ. της ποιότητας, της ποσότητας και της πρώτης άμεσης ενότητάς τους, του μέτρου, είναι μια διαδικασία αυτοδιαμεσολάβησης που καταλήγει σε μία απλή ενότητα. Η προσδιοριστικότητα υπάρχει καθαυτή ακόμα μόνο ως κατάσταση ,δηλ. ως ένα ποιοτικό εξωτερικό ,το οποίο έχει την αδιαφορία για υπόστρωμα.

                                                                   
B. INDIFFERENCE AS INVERSE RATIO OF ITS FACTORS
§ 787

Πρόκειται να εξετάσουμε , πως αυτός ο προσδιορισμός της αδιαφορίας τίθεται καθαυτός και πως ως δια εαυτός.


§ 788

Η αναγωγή των σχέσεων του μέτρου οι οποίες αρχικά θεωρούνταν ως ανεξάρτητα μέτρα, εγκαθιδρύει το κοινό τους υπόστρωμα· αυτό(το κοινό υπόστρωμα) είναι η συνέχισή της μιας στην άλλη και είναι έτσι το αδιαίρετο ανεξάρτητο μέτρο ,το οποίο υπάρχει πλήρως στις διαφορές του. Γι’αυτή τη διαφορα, είναι παρόντες οι προσδιορισμοί της ποιότητας και της ποσότητας ,τους οποίους περιλαμβάνει το μέτρο και το θέμα είναι πως αυτοί τίθενται εντός αυτού. Αυτό όμως προσδιορίζεται από το γεγονός ότι το υπόστρωμα είναι αρχικά ως αποτέλεσμα και καθαυτό η μεσολάβηση· αλλά επειδή η μεσολάβηση δεν τίθεται ακόμα καθαυτή στο ίδιο το μέτρο, αυτό το τελευταίο είναι στην αρχή ένα υπόστρωμα και εν σχέσει προς την προσδιοριστικότητα η αδιαφορία.


§ 789

Συνεπώς αρχικά η διαφορά είναι καθαυτή ουσιωδώς η απλή ποσοτική εξωτερική διαφορά· υπάρχουν δύο ξεχωριστά κβαντα του ενός και του αυτού υποστρώματος το οποίο με αυτό τον τρόπο θα ήταν το σύνολό τους και επομένως το ίδιο θα προσδιοριζόταν ως κβαντο. Αλλά η αδιαφορία είναι αυτό το σταθερό μέτρο, το καθαυτό, απόλυτο όριο, μόνο στην σχέση με εκείνες τις διαφορές με τέτοιο τρόπο ώστε δεν θα ήταν καθαυτό ένα κβαντο ή αντιτιθέμενο με κάθε τρόπο, είτε ως ένα σύνολο είτε ακόμα ως ένας εκθέτης, προς άλλα κβάντα, που είναι είτε σύνολα είτε αδιαφορίες. Μόνο η αφηρημένη προσδιοριστικότητα πέφτει στην αδιαφορία· τα δύο κβάντα ,για να τεθούν σε αυτό ως στιγμές, είναι ευμετάβλητα, αδιάφορα, μικρότερα ή μεγαλύτερα μεταξύ τους. Περιορισμένα όμως από το συγκεκριμένο όριο του συνόλου τους, αυτά σχετίζονται μεταξύ τους όχι εξωτερικά αλλά αρνητικά, και αυτό τώρα είναι ο ποιοτικός προσδιορισμός της σχέσης τους. Αυτά είναι συνεπώς αντιστρόφως ανάλογα. Αυτή η σχέση διακρίνεται από την προηγούμενη τυπικά ανεστραμμένη σχέση ή ανεστραμμένο λόγο από το γεγονός ότι εδώ το όλο είναι ένα πραγματικό υπόστρωμα και κάθε μια από τις δύο πλευρές τίθεται σαν να πρέπει η ίδια καθαυτή να είναι το όλο.


§ 790

Σύμφωνα με την δεδηλωμένη ποιοτική προσδιοριστικότητα, η διαφορά είναι εξάλλου παρούσα ,ως δύο ποιότητες , η μία εκ των οποίων είναι ανηρημένη από την άλλη· αλλά επειδή και οι δύο συγκρατούνται σε μία ενότητα την οποία συγκροτούν από κοινού, καμία δεν είναι χωρισμένη από την άλλη. Το υπόστρωμα το ίδιο, ως μια αδιαφορία, είναι παρομοίως στον εαυτό του η ενότητα των δύο ποιοτήτων· επομένως κάθε πλευρά της σχέσης, επίσης ,περιλαμβάνει και τις δύο πλευρές εντός της και διαφέρει λόγω μεγαλύτερης ποσότητας από τη μία ποιότητα και λιγότερης ποσότητας από την άλλη, και αντίστροφα. Η μία ποιότητα είναι διαμέσου του κβάντου της μόνο επικρατέστερη στην μία πλευρά, και έτσι ,επίσης, η άλλη ποιότητα στην άλλη πλευρά.


§ 791

Συνεπώς κάθε πλευρά στον εαυτό της είναι μία ανεστραμμένη σχέση. Αυτή η σχέση επανεμφανίζεται ως τυπική στις δύο ξεχωριστές πλευρές. Αυτές οι πλευρές έτσι συνεχίζουν τον εαυτό τους η μία μέσα στην άλλη, επίσης σύμφωνα με τους ποιοτικούς τους προσδιορισμούς· κάθε ποιότητα σχετίζεται εντός της άλλης με τον εαυτό της και είναι παρούσα σε κάθε μία από τις δύο πλευρές, μόνο σε ένα διαφορετικό κβαντο. Η ποσοτική τους διαφορά είναι εκείνη η αδιαφορία σε συμφωνία με την οποία αυτοί συνεχίζουν τον εαυτό τους μέσα στο άλλο και αυτή η συνέχιση ως η αυτό-ομοιότητα(Dieselbigkeit) των ποιοτήτων βρίσκεται σε κάθε μια από τις δύο ενότητες. -Οι πλευρές, όμως, η καθεμιά ως το σύνολο των προσδιορισμών και έτσι περιλαμβάνουσα την ίδια την αδιαφορία, είναι έτσι την ίδια στιγμή τεθειμένες ως ανεξάρτητες μεταξύ τους.


§ 792

2. Ως αυτή η αδιαφορία, το Είναι είναι τώρα το προσδιορισμένο είναι του μέτρου όχι πλέον στην αμεσότητά του, αλλά μέτρο ως αναπτυγμένο με τον τρόπο που μόλις εξηγήθηκε· αυτό είναι αδιαφορία πρώτον ως εντός του εαυτού της, το όλο των προσδιορισμών του Είναι οι οποίοι είναι διαλυμένοι σε αυτή την ενότητα και δεύτερον, ως ένα dasein , ως ολότητα της τεθειμένης πραγματοποίησης, στην οποία οι ίδιες οι στιγμές είναι καθαυτές η ολότητα της αδιαφορίας, γεννημένες από αυτή την τελευταία ως η ενότητά τους. Αλλά επειδή η ενότητα είναι μόνο μια αδιαφορία, και έτσι συγκρατείται ως μια εσωτερική ενότητα και οι στιγμές δεν είναι ακόμα εξωτερικά αυτό-προσδιορισμένες, δηλ. δεν είναι ακόμα προσδιορισμένες ως αναιρούσες τον εαυτό τους σε μία ενότητα εντός του εαυτού τους και διαμέσου του άλλου, ό,τι είναι εδώ παρόν είναι απλά η αδιαφορία της ίδιας της ενότητας απέναντι στον εαυτό της ως μια ανεπτυγμένη προσδιοριστικότητα.


§ 793

Αυτό το αυτόνομο ως έτσι αδιαίρετο μέτρο πρέπει τώρα να εξεταστεί με μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Είναι εμμενές σε όλους τους προσδιορισμούς του και σε αυτούς παραμένει σε ενότητα με τον εαυτό του και ανεπηρέαστο από αυτούς· αλλά α) ως παραμένον εσωτερικά η ολότητα, αυτό κατέχει τις προσδιοριστικότητες οι οποίες αναιρούνται σε αυτό, μόνο για να εμφανιστούν σε αυτό αθεμελίωτα. Το καθαυτό είναι της αδιαφορίας και αυτό το Dasein της τελευταίας είναι ασύνδετα· οι προσδιοριστικότητες δείχνουν τον εαυτό τους στην αδιαφορία με άμεσο τρόπο και η αδιαφορία είναι πλήρως παρούσα σε κάθε μία από αυτές( τις προσδιοριστικότητες). Συνεπώς, η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τίθεται στην αρχή ως ανηρημένη, συνεπώς ως μόνο ποσοτική , αλλά όχι ως η αυτοαπώθηση της αδιαφορίας, και η αδιαφορία δεν τίθεται ως αυτοπροσδιοριζόμενη αλλά ως προσδιορίζουσα-bestimmtseiend και προσδιορισμένη-bestimmtwerdend μόνο εξωτερικά.


Β) Οι δύο στιγμές βρίσκονται σε μία ανεστραμμένη ποσοτική σχέση- ένα πέρα δόθε στην κλίμακα του μεγέθους· αλλά αυτή η διακύμανση προσδιορίζεται όχι από την αδιαφορία, που είναι μόνο η αδιαφορία της διακύμανσης, αλλά προσδιορίζεται δια αυτής μόνο εξωτερικά. Η αρχή του προσδιορισμού βρίσκεται όχι στην αδιαφορία ,αλλά σε κάτι που βρίσκεται έξω από αυτή. Το απόλυτο, ως αδιαφορία ,έχει από αυτή την άποψη το δεύτερο ελάττωμα της ποσοτικής μορφής ,δηλαδή ότι η προσδιοριστικότητα της διαφοράς δεν προσδιορίζεται από το ίδιο το απόλυτο· μόνο ως έχον το πρώτο ελάττωμα στο γεγονός ότι οι διαφορές απλά ανακύπτουν σε αυτό ,που σημαίνει ,ότι το θέτειν του απολύτου είναι άμεσο στο χαρακτήρα, δεν είναι η μεσολάβηση του απολύτου με τον εαυτό του.


Γ) Η ποσοτική προσδιοριστικότητα των στιγμών που είναι τώρα πλευρές της σχέσης συνιστά τον τρόπο της ύπαρξής τους· διαμέσου αυτής της αδιαφορίας το προσδιορισμένο τους Είναι είναι απελευθερωμένο από την μετάβαση στην ποιοτική σφαίρα. Αλλά σε διάκριση από το αληθινό τους είναι, αυτές έχουν μία εσωτερική ύπαρξη στο γεγονός ότι αυτές είναι στον εαυτό τους η ίδια η αδιαφορία, κάθε μία είναι η ίδια η ενότητα των δύο ποιοτήτων εντός της οποίας η ποιοτική στιγμή διασπά τον εαυτό της. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο πλευρές είναι περιορισμένη σε αυτό, ότι η μία ποιότητα τίθεται στη μία πλευρά με ένα περισσότερο και στην άλλη με ένα λιγότερο και η άλλη ποιότητα ομοίως, αλλά αντίστροφα. Επειδή κάθε πλευρά είναι στον ίδιο τον εαυτό της η ολότητα της αδιαφορίας. Κάθε μία από τις δύο ποιότητες λαμβανόμενη μεμονωμένα από την δική της πλευρά επίσης παραμένει το ίδιο σύνολο, το οποίο είναι η αδιαφορία: αυτή συνεχίζει τον εαυτό της από την μία πλευρά εντός της άλλης και δεν περιορίζεται μέσω του ποσοτικού ορίου το οποίο ως εκ τούτου τίθεται εντός αυτής. Συνεπεία αυτού οι προσδιορισμοί έρχονται σε άμεση αντίθεση και αυτή εξελίσσεται σε αντίφαση την οποία πρέπει τώρα να εξετάσουμε.  


§ 794

3. Δηλαδή κάθε ποιότητα εισέρχεται σε κάθε πλευρά σε μία σχέση με την άλλη και το κάνει αυτό με τέτοιο τρόπο ώστε, όπως έχει προσδιοριστεί, αυτή η σχέση επίσης πρόκειται να είναι μόνο μία ποσοτική διαφορά. Αν οι δύο ποιότητες είναι ανεξάρτητες –ας πούμε, αν ήταν αισθητά πράγματα  ανεξάρτητα το ένα από το άλλο- τότε η όλη προσδιοριστικότητα της αδιαφορίας καταρρέει· η ενότητα και η ολότητά τους θα ήταν κενά ονόματα. Αλλά είναι την ίδια στιγμή ρητώς εκφρασμένα ως περιλαμβανόμενα σε μία και την αυτή ενότητα, ως αχώριστα, έχοντας το καθένα νόημα και πραγματικότητα μόνο σε αυτήν την μία ποιοτική σχέση με το άλλο. Αλλά τώρα, λόγω του ότι η ποσοτικότητά τους είναι απλή και μόνο λόγω αυτής της ποιοτικής φύσης, καθένα φθάνει μόνο όσο μακριά φθάνει και το άλλο. Αν οι ποιότητες θεωρούνταν απλώς ως ξεχωριστά κβαντα, τότε η μία θα έφθανε περαν της άλλης και θα είχε εντός της περισσότερο ένα αδιάφορο προσδιορισμένο είναι ,που το άλλο δεν θα είχε. Αλλά στην ποιοτική τους σύνδεση, καθένα είναι μόνο εφόσον το άλλο είναι. Από αυτό απορρέει ότι αυτές βρίσκονται σε ισορροπία· όσο το ένα αυξάνεται ή μειώνεται, το άλλο παρομοίως θα αυξανόταν ή θα μειωνόταν και στην ίδια αναλογία.


§ 795

Συνεπώς στη βάση της ποιοτικής τους σχέσης δεν μπορεί να εγείρει κανείς ερώτημα για την ποσοτική διαφορά ή για ένα περισσότερο της μίας ποιότητας. Το περισσότερο με το οποίο μία εκ των συνδεόμενων στιγμών θα υπερείχε της άλλης θα ήταν μόνο ένας αβάσιμος προσδιορισμός, ή αλλιώς αυτό το περισσότερο θα ήταν μόνο ξανά το ίδιο το άλλο· αλλά σε αυτήν την ισότητα ,και τα δύο θα είχαν εξαφανιστεί, επειδή το προσδιορισμένο τους Είναι υποτίθεται ότι θα βασιζόταν μόνο στην ανισότητα του κβάντου τους. Καθένας από αυτούς τους υποθετικούς παράγοντες εξαφανίζεται, είτε αυτός υποτίθεται ότι είναι υπερβαίνων είτε ίσος προς τον άλλον. Εκείνη η εξαφάνιση εμφανίζεται στην ποσοτική σύλληψη ως μία διατάραξη της ισότητας ,έτσι ώστε ο ένας παράγοντας γίνεται μεγαλύτερος του άλλου· έτσι τίθεται η άρση της ποιότητας του άλλου και η έλλειψη κάποιας υποστήριξης. Ο ένας παράγοντας γίνεται επικρατέστερος όσο ο άλλος εξαφανίζεται με επιταχυνόμενη ταχύτητα και εξουδετερώνεται από τον πρώτο, ο οποίος συνεπώς συγκροτεί ο ίδιος την μόνη ανεξάρτητη ποιότητα· αλλά έτσι, δεν υπάρχουν πια δύο ειδικές στιγμές και παράγοντες αλλά μόνο το ένα όλο.


§ 796

Αυτή η ενότητα έτσι που τέθηκε ως η ολότητα της διαδικασίας του προσδιορίζειν ,στην οποία αυτή η ίδια προσδιορίζεται ως αδιαφορία, είναι από κάθε άποψη αντίφαση· αυτή συνεπώς πρέπει να τίθεται ως αναιρούσα την αντιφατική φύση αυτής και ως αποκτούσα τον χαρακτήρα ενός αυτοπροσδιοριζόμενου, αυθύπαρκτου Είναι το οποίο έχει για αποτέλεσμά του και αλήθεια του όχι την ενότητα ,που είναι απλά αδιαφορία ,αλλά αυτή την εσωτερικά αρνητική και απόλυτη ενότητα ,που ονομάζεται ουσία.



C Transition into Essence
§ 803

Η απόλυτη αδιαφορία είναι ο τελευταίος προσδιορισμός του Είναι, πριν αυτό γίνει ουσία· αυτή όμως δεν επαρκεί για την ουσία. Η απόλυτη αδιαφορία φαίνεται ,να ανήκει ακόμα στην σφαίρα του Είναι, με το να έχει αυτή ακόμα τη διαφορά, προσδιορισμένη ως αδιάφορη, ως εξωτερική, ποσοτική καθαυτή. Αυτή(η διαφορά) είναι το Dasein σε σύγκριση με το οποίο η απόλυτη αδιαφορία είναι προσδιορισμένη ως ούσα μόνο εσωτερικά το απόλυτο, όχι το απόλυτο συλλειμένο ως πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, είναι εξωτερική ανασκόπηση ,η οποία αδυνατεί να συλλάβει τις διαφορές στον εαυτό τους, ή στο απόλυτο ως ένα και το αυτό, σκεπτόμενη αυτές ως μόνο αδιάφορα διακρινόμενες, όχι ως εσωτερικά διακριτές η μία από την άλλη. Το επόμενο βήμα που πρέπει να γίνει εδώ είναι το να συλλάβουμε ότι αυτή η ανασκόπηση των διαφορών εντός της ενότητάς τους δεν είναι απλά το προϊόν της εξωτερικής ανασκόπησης του υποκειμενικού στοχαστή, αλλά ότι είναι αυτή η ίδια η φύση των διαφορών αυτής της ενότητας που αίρει τα ίδια, με αποτέλεσμα η ενότητά τους να  αποδεικνύεται ότι είναι απόλυτη αρνητικότητα, η αδιαφορία της να είναι εξίσου αδιαφορία προς τον εαυτό της, προς την ίδια την αδιαφορία της, όπως αυτή είναι αδιαφορία προς την ετερότητα.


§ 804

Αυτό το αυτοαναιρείν του προσδιορισμού της αδιαφορίας όμως έχει ήδη προκύψει· στην ανάπτυξη του θέτειν του, αυτός ο προσδιορισμός έδειξε τον εαυτό του να είναι από κάθε άποψη μία αντίφαση. Είναι στον εαυτό του η ολότητα στην οποία κάθε προσδιορισμός του Είναι αίρεται και περιλαμβάνεται· αυτό είναι έτσι η βάση ,αλλά πρώτα μόνο στον μονόπλευρο προσδιορισμό του καθ’ εαυτώ, και συνεπώς οι διαφορές ,δηλαδή, η ποσοτική διαφορά και ο αντίστροφος λόγος των παραγόντων, είναι παρόντα σε αυτό μόνο με έναν εξωτερικό τρόπο. Έτσι ως η αντίφαση του εαυτού της και της προσδιοριστικότητάς της ,του εσωτερικού της προσδιορισμού και της τεθειμένης προσδιοριστικότητάς της, αυτή είναι η αρνητική ολότητα της οποίας οι προσδιοριστικότητες έχουν αναιρέσει τον εαυτό τους στον εαυτό τους και κάνοντας αυτό έχουν αναιρέσει αυτή την θεμελιώδη μονομέρεια του εαυτού τους, το είναι καθαυτό τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι η αδιαφορία τίθεται τώρα ως αυτό που στην πραγματικότητα είναι, δηλαδή μία απλή και αόριστη ,αρνητική αυτοσχεσία, η έμφυτή της ασυμβατότητα με τον εαυτό, μία απώθηση του εαυτού από τον εαυτό. Η διαδικασία του να προσδιορίζει και να προσδιορίζεται δεν είναι μετάβαση, ούτε μία εξωτερική μετατροπή, ούτε μία εμφάνιση προσδιορισμών εντός της αδιαφορίας, αλλά είναι η ίδια η αυτοσχεσία της ,η οποία είναι η αρνητικότητα του εαυτού της, του είναι καθαυτό της.


§ 805

Τώρα αυτοί οι απωθημένοι προσδιορισμοί δεν κατέχουν τους εαυτούς τους, δεν εμφανίζονται ως αυθύπαρκτοι ή εξωτερικοί προσδιορισμοί, αλλά πρώτον ,ως στιγμές που ανήκουν στην εσωτερική(ansichseinden) ενότητα,  αυτοί δεν αποβάλλονται από αυτήν αλλά γεννιώνται από αυτή ως το υπόστρωμα και γεμίζονται μόνο από αυτή· δεύτερον, ως προσδιορισμοί οι οποίοι είναι εμμενείς στην αναλυόμενη ενότητα, αυτοί είναι μόνο διαμέσου της απώθησης από τον εαυτό τους. Το Είναι των προσδιορισμών δεν είναι πια απλά καταφατικό(seinder) όπως σε όλη την σφαίρα του Είναι, αλλά είναι τώρα καθαρά τεθειμένο, οι προσδιορισμοί έχοντες τον προσδιορισμό και τη σημασία του να σχετίζονται στην ενότητά τους ,καθένας να σχετίζεται με τον άλλον και με την άρνησή του· αυτό είναι το διακριτικό γνώρισμα της σχετικότητάς τους.

§ 806

Έτσι βλέπουμε εμείς ότι το Είναι εν γένει και το Είναι ή η αμεσότητα της ξεχωριστής προσδιοριστικότητας, όχι λιγότερο ως καθαυτό είναι, έχει εξαφανιστεί και η ενότητα είναι Είναι ,μία άμεση προϋποτιθέμενη ολότητα έτσι ώστε αυτή είναι η απλή αυτοσχεσία που διαμεσολαβείται μόνο από την άρση αυτής της προϋπόθεσης, και αυτό το προϋποτιθέμενο και άμεσο Είναι το ίδιο είναι μόνο μία στιγμή αυτής της απώθησής της(της ολότητας), η αρχική αυθυπαρξία και αυτό-ταυτότητα είναι μόνο ως το resultierende, unendliche Zusammengehen mit. Έτσι το Είναι προσδιορίζεται στην ουσία, το Είναι  ως ένα απλό Είναι με τον εαυτό του διαμέσου της άρσης του Είναι. 


Από τις σημειώσεις για τον Βαγκνερ


Was aber im düstern Hintergrund der gespreizten Phrasen liegt, ist einfach die unsterbliche Entdeckung, daß der Mensch in allen Zuständen essen, trinken etc. muß {man kann nicht einmal fortfahren: sich kleiden oder Messer und Gabel oder Betten und Wohnungen haben, da dies nicht unter allen Zuständen der Fall}; kurz, daß er in allen Zuständen äußere Dinge zur Befriedigung seiner Bedürfnisse fertig in der Natur vorfinden und ihrer sich bemächtigen oder sich aus Naturvorgefundenem bereiten muß; in diesem seinen tatsächlichen Verfahren verhält er sich also faktisch stets zu gewissen äußeren Dingen als „Gebrauchswerten“, d.h. er behandelt sie stets als Gegenstände für seinen Gebrauch; daher ist der Gebrauchswert nach Rodbertus ein „logischer“ Begriff; also, da der Mensch auch atmen muß, so ist „Atem“ ein „logischer“ Begriff, aber beileibe nicht ein „physiologischer“.  Die ganze Flachheit des Rodbertus‘ tritt aber in seinem Gegensatz von „logischem“ und „historischem“ Begriff hervor! Er faßt den „Wert“ (den ökonomischen, im Gegensatz zum Gebrauchswert der Ware) nur in seiner Erscheinungsform, dem Tauschwert, und da dieser nur auftritt, wo wenigstens irgendein Teil der Arbeitsprodukte, die Gebrauchsgegenstände, als „Waren“ funktionieren, dies aber nicht von Anfang an, sondern erst in einer gewissen gesellschaftlichen Entwicklungsperiode, also auf einer bestimmten Stufe historischer Entwicklung geschieht, so ist derTauschwert ein „historischer“ Begriff. Hätte R[odbertus] nun—ich werde weiter unten sagen, warum er es nicht gesehn hat—weiter den Tauschwert der Waren analysiert—denn dieser existiert bloß, wo Ware im Plural vorkommt, verschiedne Warensorten—, so fand er den „Wert“ hinter dieser Erscheinungsform. Hätte er weiter den Wert untersucht, so hätte er weiter gefunden, daß hierin das Ding, der „Gebrauchswert“, als bloße Vergegenständlichung menschlicher Arbeit, als Verausgabung gleicher menschlicher Arbeitskraft, gilt und daher dieser Inhalt als gegenständlicher Charakter der Sache dargestellt ist, als [Charakter], der ihr selbst sachlich zukommt, obgleich diese Gegenständlichkeit in ihrer Naturalform nicht erscheint {was aber eine besondre Wertform nötig macht}.  Er würde also gefunden haben, daß der „Wert“ der Ware nur in einer historisch entwickelten Form ausdrückt, was in allen andern historischen Gesellschaftsformen ebenfalls existiert, wenn auch in andrer Formnämlich gesellschaftlicher Charakter der Arbeit, sofern sie als Verausgabung „gesellschaftlicher“ Arbeitskraftexistiert. Ist „der Wert“ der Ware so nur eine bestimmte historische Form von etwas, was in allen Gesellschaftsformen existiert, so aber auch der „gesellschaftliche Gebrauchswert“, wie er den „Gebrauchswert“ der Ware charakterisiert. Herr Rodbertus hat das Maß der Wertgröße von Ricardo; aber ebensowenig wie Ricardo die Substanz des Werts selbst erforscht oder begriffen; z.B. der „gemeinsame“ Charakter des [Arbeitsprozesses] im primitiven Gemeinwesen als Gemeinorganismus der zusammengehörigen Arbeitskräfte und daher der ihrer Arbeit, i.e. der Verausgabung dieser Kräfte.
But what lurks in the gloomy background to these high-flown phrases is simply the immortal discovery that in all circumstances man must eat, drink, etc. //one cannot even continue: “clothe himself, or have a knife and fork or bed and dwelling,” as this is not the case in all circumstances//; in short, that in all circumstances he must find external things already available in nature to satisfy his needs and appropriate them or fashion them out of what nature provides; in this actual procedure of his he thus always relates practically to certain external things as “use-values,” i.e. he always treats them as objects for his use; hence according to Rodbertus use-value is a “logical” concept; thus, since man must also breathe, “breathing” is a “logical” concept, but not a “physiological” one at all. The entire shallowness of Rodbertus, however, emerges in his contrast between “logical” and “historical” concepts! He grasps “value” (the economic value, in contrast to the use-value of the commodity) only in its form of appearance, in exchange-value, and since this only occurs when at least some part of the products of labour, the objects of utility, function as “commodities” this not, however, happening from the outset, but only at a certain period of social development, in other words, at a definite stage of historical development, then exchange-value is a “historical” concept. Now if Rodbertus—and I will point out later why he did not see it—had gone on to analyse the exchange-value of commodities—for it only exists where commodity occurs in the plural, different sorts of commodities, then he would have found “value” behind this form of appearance. If he had further gone on to investigate value, he would have further found that here the thing, the “use-value,” amounts to a mere concretisation of human labour, as the expenditure of equal human labour-power, and therefore this content is presented as the concrete character of the thing, as a character appertaining essentially to the thing itself, although this objectivity does not appear in its natural form //which, however, necessitates a special form of value//.  He would have found, then, that the “value” of the commodity merely expresses in a historically developed form something which also exists in all other historical forms of society, albeit in a different form, namely the social character of labour, insofar as it exists as expenditure of “social” labour-power.  If, then, “the value” of the commodity is merely a particular historical form of something which exists in all forms of society, the same must be true of the “social use-value,” as it characterises the “use-value” of the commodity. Mr. Rodbertus has the measure of the magnitude of value from Ricardo; but he himself has neither examined nor grasped the substance of value any more than Ricardo did; e.g. the “communal” character of the [labour process] in the primitive community as the common organism of the labour-powers belonging together, and hence that of their labour, i.e. the expenditure of these powers.

Παρασκευή 14 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΕΡΙ ΦΑΣΙΣΜΟΥ


1ο μέρος: περί της μεθόδου

Η μέθοδος που χρησιμοποιεί το ακόλουθο κείμενο είναι η διαλεκτική λογική, η οποία έχει αποκαλυφθεί από τον Χέγκελ ,τον Μαρξ και έχει αναπτυχθεί σε βάθος από τον Βαζιούλιν. Η επιλογή τώρα της εφαρμογής αυτής της μεθόδου στην μελέτη του φασισμού είναι ένα νοητικό πείραμα. Αν μη τι άλλο αν ισχύει το γνωμικό «ότι και από τα λάθη μας μαθαίνουμε», ίσως και μία ενδεχόμενη αποτυχία του βασικού σκοπού του κειμένου να είναι διδακτική. Εν πάση περιπτώσει η κριτική είναι καλοδεχούμενη, γιατί άλλωστε τόσο το ζήτημα του φασισμού όσο και το ζήτημα της σχέσης της μεθόδου με το αντικείμενο είναι κομβικά για την επαναστατική θεωρία.

(1)
Κατά τη γνώμη μου το βασικό ερώτημα που πρέπει να απαντήσει κανείς ως προς τη μέθοδο είναι αν αυτή μπορεί να εφαρμοστεί σε κάθε υπό εξέταση αντικείμενο. Όπως βέβαια θα έλεγε και ο Χέγκελ αυτό θα φανεί όχι στον πρόλογο(που δίνει κάποιες γενικές κατευθύνσεις) αλλά στην ίδια τη μελέτη-ανάπτυξη του αντικειμένου. Απαραίτητες προϋποθέσεις για να μελετηθεί ένα αντικείμενο με τη μεθοδολογία του οργανικού όλου είναι αυτό να χαρακτηρίζεται από εσωτερική σύνδεση των πλευρών του και να έχει φθάσει στην ωριμότητά του, γιατί αλλιώς δεν είναι δυνατόν να ανιχνευθεί επαρκώς η ουσία του και άρα το φαινόμενο και η πραγματικότητά του(σε όλο το κείμενο εννοώ την ενεργό πραγματικότητα-Wirklichkeit). Φυσικά το αντικείμενο ερευνάται και πριν αναπτυχθεί πλήρως η ουσία του(πχ. ιστορικός υλισμός που εξετάζει την ιστορία της ανθρωπότητας από τη σκοπιά του τελευταίου σταδίου της διαμόρφωσής της ,της κεφαλαιοκρατίας) και βέβαια κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο για την κλιμάκωση της ίδιας της γνώσης του αντικειμένου. Με άλλα λόγια αναπτυγμένη κοινωνική θεωρία δεν ανακύπτει με παρθενογένεση(ο ίδιος ο μαρξισμός έχει τις «πηγές» του). Αλλά τότε η απολυτοποίηση ορισμένων πλευρών που δεν ανήκουν στην ουσία του αντικειμένου παρά μόνο σε ορισμένα ανώριμα στάδια αυτού είναι αναπόφευκτη. Ο  στοχαστής όταν το υπό μελέτη αντικείμενο βρίσκεται ακόμα στο στάδιο της πρωταρχικής εμφάνισης ή στο πρώτο στάδιο του γίγνεσθαι αφενός τείνει να  αντιμετωπίζει το αντικείμενο ως αιώνιο, γιατί δεν έχουν ωριμάσει οι αντιφάσεις του αφετέρου να θεωρεί ως ουσιώδεις, πλευρές που στην πορεία αποκτούν δευτερεύοντα ρόλο(πχ. οι φυσιοκράτες μίλησαν μεν για την εργασία ως δημιουργό αξιών, αλλά περιορίστηκαν στην γεωργική εργασία ακριβώς γιατί ακόμα τότε η ανάτπυξη της Κεφαλαιοκρατίας και άρα της αφηρημένης εργασίας ήταν μικρή).

(2)
Το δεύτερο ερώτημα είναι αν κάθε αντικείμενο διέπεται από τις κατηγορίες της αμεσότητας και της ουσίας.

Α)Το Είναι ως κατηγορία του υπό εξέταση αντικειμένου συνιστά τον όρο ύπαρξης του αντικειμένου, την επιφάνεια και την αμεσότητά του. Το Είναι είναι η αφετηρία(με την έννοια της Anfang) του αντικειμένου και συνάμα η αρχή του (με την έννοια της Prinzip). «Ἔτσι ἡ ἀρχὴ ὀφείλει νἄναι καὶ ἀφετηρία, τὸ κατὰ τὴν νόηση πρότερο νὰ εἶναι καὶ στὴν πορεία τῆς νόησης πρῶτο.»[66, Suhrkamp, Hegel, Επιστήμη της Λογικής, Θεωρία περί του Είναι]. Αν θέλουμε όμως να είμαστε περισσότερο ακριβείς η αφετηρία και αρχή του αντικειμένου δεν ταυτίζονται με το Είναι ως σύνολο αλλά με το είναι του Είναι. Έτσι όταν ο Χέγκελ στο κεφάλαιο «Από πού να αρχίσουμε την επιστήμη;» καταλήγεις το καθαρό είναι ως αφετηρία και αρχή, έχει στο νου ακριβώς το Είναι του Είναι, που συνιστά αφετηρία και αρχή του Είναι αλλά και ολόκληρης της Λογικής. Το ίδιο ισχύει και στο Κεφάλαιο όπου το εμπόρευμα είναι το Είναι του Είναι. Η διαφορά των δύο στοχαστών έγκειται στο ότι για τον Χέγκελ το καθαρό Είναι είναι μια νοητική αφαίρεση(ό,τι πιο αφηρημένο, για το οποίο δεν μπορεί κανείς να πει τίποτα και άρα συνάμα ό,τι πιο άμεσο καθώς στο βαθμό που δεν μπορεί να πει κανείς τίποτα για αυτό δεν υπάρχει και μεσολάβηση) και όλη η λογική είναι μια πορεία συγκεκριμενοποίησης αυτού(μεσολάβησης) και άρα ανάβασης από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο(χωρίς να φέρει εντός της την αντίθετη κίνηση)· αντίθετα στον Μαρξ το εμπόρευμα είναι η πιο αφηρημένη κατηγορία του κεφαλαίου, αλλά με τη έννοια του συγκεκριμένου-αφηρημένου, δηλ. αυτού που μέσα στην ποικιλομορφία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής έχει αναδειχθεί(από την ίδια την κίνηση του κεφαλαίου) ως η κατεξοχήν μορφή ύπαρξης(χωρίς αυτή να αποκαλύπτει ακόμα σε τι συνίσταται η Κεφαλαιοκρατία) της Κεφαλαιοκρατίας(«ungeheure Warensammlung»). Η αφετηρία του Κεφαλαίου είναι ένα από τα πολλά στοιχεία(χρήμα,εμπόρευμα,αξία χρήσης, ανταλλακτική αξία, αξία, διαδικασία ανταλλαγής) που ανήκουν στο Είναι. Έτσι στο Κεφάλαιο η ανάβαση από την πιο αφηρημένη στην πιο συγκεκριμένη κατηγορία(πχ. από το εμπόρευμα στην εργασία, δηλ. από το καθαρό Είναι στην υπόσταση ) βρίσκεται σε ενότητα με την ζωντανή εποπτεία. Με άλλα λόγια η νόηση αναζητά την νοητικά πιο συγκεκριμένη κατηγορία στο ίδιο το αντικείμενο και δεν την παράγει παράγει αλλά την απεικονίζει.

Όπως επισημαίνει ο Βαζιούλιν στη «Λογική του Κεφαλαίου» οι κατηγορίες του Είναι είναι οι όροι ύπαρξης του αντικειμένου. Έτσι η αφετηρία του αντικειμένου ιστορικά συμπίπτει με την αρχή του αντικειμένου με αυτό δηλ. που ο ερευνητής θεωρεί ότι συνιστά το όριο του αντικειμένου, το «κύτταρό» του, στην πορεία μελέτης αυτού.

Έτσι στο Κεφάλαιο του Μαρξ «Η λογική σειρά συμπίπτει στην δοσμένη περίπτωση σε γενικές γραμμές με την ιστορική σειρά του πρώτου και δεύτερου είδους(το εμπόρευμα και το χρήμα δημιουργήθηκαν πριν τον Καπιταλισμό ,ο Καπιταλισμός δημιουργήθηκε με την μετατροπή του εμπορεύματος και του χρήματος σε κεφάλαιο)» . Όμως η σύμπτωση ενέχει τη διαφορά γιατί «ο Μαρξ στο Κεφάλαιο ήδη πριν την παρουσίαση της εσωτερικής δομής του κεφαλαίου δεν εξετάζει το προκαπιταλιστικό ,αλλά το καπιταλιστικό εμπόρευμα και χρήμα. Με το να παρουσιάζει αυτός το εμπόρευμα και το χρήμα, έχει αυτός πάντα μπροστά στα μάτια του την εσωτερική δομή του κεφαλαίου, με την οποία συσχετίζει την έκθεση του εμπορεύματος και του χρήματος.» 

Έτσι αναδεικνύεται σε μείζονος σημασίας ερευνητικός στόχος η μελέτη του Είναι του αντικειμένου και άρα των ορίων αυτού. Αν ένα αντικείμενο είναι οργανικό όλο για να κατανοηθεί το όριο αυτού πρέπει να έχεις ήδη κατανοήσει και την ουσία του και για να έχεις κατανοήσει την ουσία πρέπει να έχεις κατανοήσει τα όρια αυτού. Πρόκειται για μια αναμφίβολα αντιφατική διαδικασία, η οποία δεν λαμβάνει χώρα στο κεφάλι ενός μόνο στοχαστή. Η διαδικασία αυτή περιγράφεται από τον Μαρξ όσον αφορά την ιστορία της πολιτικής οικονομίας. 

«Οι οικονομολόγοι του 17ου αιώνα, για
παράδειγμα, αρχίζουν πάντοτε με το ζωντανό όλο - με τον πληθυσμό, το
έθνος, το κράτος, τα περισσότερα κράτη κλπ·  πάντα όμως καταλήγουν να
βρίσκουν με την ανάλυση μερικές καθοριστικές, αφηρημένες, γενικές σχέ-
σεις, όπως καταμερισμός της εργασίας, χρήμα, αξία κλπ. Από τη στιγμή που
αυτά τα ξεχωριστά συνθετικά στοιχεία λίγο-πολύ εντοπίστηκαν και 
απομονώθηκαν με την αφαίρεση, άρχισαν τα οικονομικά συστήματα, που από το
απλό - όπως εργασία, καταμερισμός της εργασίας, ανάγκη, ανταλλακτική
αξία - υψώνονταν ώς το κράτος, τη διεθνή ανταλλαγή, και την παγκόσμια
αγορά. Αυτή η δεύτερη είναι ολοφάνερα η επιστημονικά σωστή μέθοδος.
.»grundrisse 66 Η ανάλυση λοιπόν αρχικά(λογικά και σε καθαρή μορφή) προηγείται της σύνθεσης ,παρότι φέρει την τελευταία εντός της(ως εικασία). Αντίθετα από τη στιγμή που η ανάλυση έχει σε γενικές γραμμές ολοκληρωθεί και έχει συγκροτήσει τις αφαιρέσεις της, τότε η σύνθεση αποκτά τον κυρίαρχο ρόλο και η ανάλυση συνιστά υπηγμένη στιγμή. Αυτό που κυριαρχεί τώρα είναι οι δεσμοί μεταξύ των διαφόρων αφαιρέσεων και η συγκρότησή τους σε ένα όλο. Πάντως στην δεύτερη κίνηση της σκέψης προφανώς οι πλευρές που είχαν συγκροτηθεί αναλυτικά ,δεν μένουν όπως ήταν αλλά αλλάζουν ,επειδή κατανοούνται βαθύτερα, τόσο καθαυτές όσο βεβαίως και στη σύνδεσή τους με τις υπόλοιπες. «Αντίθετα η λογική του Χέγκελ συνιστά μια λογική «μονής κατεύθυνσης» μια λογική, που αναπαράγει ουσιαστικά την κίνηση της νόησης: «είναι-ουσία-φαινόμενο-πραγματικότητα»(Β.Βαζιούλιν «Το σύστημα της λογικής του Χέγκελ και το σύστημα λογικής στο Κεφάλαιο του Μαρξ»).

Β) Όταν κάποιος κάνει λόγο για αμεσότητα ,τότε προϋποθέτει την ουσία και το αντίστροφο. Η διαφορά απλώς του υλιστή από τον ιδεαλιστή είναι ότι ο πρώτος δεν θεωρεί την αμεσότητα ως απατηλή φαινομενικότητα αλλά ως την πρώτη στιβάδα των πραγμάτων. Κατά τη γνώμη μου και η φύση δεν μπορεί παρά να χαρακτηρίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στην αμεσότητα και την ουσία. Οι νόμοι που  ανακαλύπτονται είναι η πορεία από την αμεσότητα προς την ουσία. Στο βαθμό που ένα αντικείμενο παρουσιάζει εξέλιξη και ανάπτυξη ,τότε πρέπει να αναζητήσεις την κινητήριο δύναμη αυτής της ανάπτυξης. Εδώ ταιριάζει η φράση του Μαρξ «Εάν η εξωτερική όψη των πραγμάτων ταυτιζόταν με την ουσία τους, καμία επιστήμη δεν θα χρειαζόταν».

(3)
Ένα ακόμα ερώτημα είναι το εξής: Η μελέτη ενός αντικειμένου από το Είναι προς την Ουσία ,το Φαινόμενο και την Πραγματικότητά του, είναι η ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο,η σύνθεση. Όμως πότε ως προς τη μελέτη του φασισμού έγινε η ανάλυση; Εμείς λοιπόν σε αυτό το κείμενο προϋποθέτουμε την ανάλυση που έχει γίνει από πλήθος στοχαστών και έχει αναδείξει τα διάφορα χαρακτηριστικά του φασισμού, ουσιώδη και επουσιώδη.

(4)
Υπάρχει επίσης το ζήτημα ότι ένα αντικείμενο για να μπορέσει κανείς να το ανασυγκροτήσει με τη μεθοδολογία του οργανικού όλου ,θα πρέπει να έχει φθάσει στην ωριμότητά του. Ο φασισμός σήμερα είναι ανώριμος σε όλη την Ευρώπη. Όμως αντικείμενα όπως ο φασισμός επειδή εμφανίζονται περιοδικά μπορούμε να πούμε πως τα έχουμε γνωρίσει στην ωριμότητά τους. Οπότε έχουμε αυτό το πλεονέκτημα. Το ίδιο ισχύει και με τις περιοδικές οικονομικές του καπιταλισμού. Αυτό πάντως που μπορούμε να πούμε είναι ότι ο Φασισμός φθάνει στην ωριμότητά του σε περιόδους κρίσης.

(5)
Ο φασισμός είναι ιδεολογία. Στο μεγάλο οργανικό όλο που λέγεται καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός ο φασισμός ανήκει στο φαινόμενο. Το φαινόμενο περιλαμβάνει τις μορφές  συν-είδησης. Η ηθική,η τέχνη, η θρησκεία(εν γένει) και η φιλοσοφία είναι μορφές συν-είδησης και μπορούν να μελετηθούν ως οργανικό όλο διαμέσου νομοτελειών της ανάπτυξής τους. Το ίδιο κατά τη γνώμη μου ισχύει και για τις ιδεολογίες. Εδώ όμως χρειάζεται μία διάκριση· μιλάμε για ιδεολογίες οι οποίες(όπως θα δείξουμε για το φασισμό) συνδέονται με κοινωνικές τάξεις και όχι με μεμονωμένους ανθρώπους(πχ. σαϊεντολογία, εάν θεωρείται ιδεολογία). Άρα πρόκειται για ιδεολογίες ,οι οποίες διαυγάζουν την Ουσία της κοινωνίας. Ο φασισμός λοιπόν από λογική σκοπιά μπορεί να ερμηνευθεί με τις κατηγορίες του είναι, της ουσίας , του φαινομένου  και της πραγματικότητας.

(6)
Όταν τώρα εξετάζουμε τις κατηγορίες αυτές πρέπει πάντα να λαμβάνουμε υπόψη μας ότι βρισκόμαστε στην σφαίρα του φαινομένου. Συνεπώς: 1) θα πρέπει να τις εξετάζουμε ως ήδη ανηρημένες από την ουσία της κοινωνίας και πιο συγκεκριμένα επειδή μιλάμε για το φασισμό από την ουσία της κεφαλαιοκρατίας, 2) θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η ουσία της ιδεολογίας παρότι δεν έχει κάποια άμεση σχέση με το οικονομικό στοιχείο ,είναι αυτή η κατηγορία της ιδεολογίας η οποία συνδέεται πιο στενά(εμμενώς) με αυτό ή για την ακρίβεια είναι  η κατηγορία εκείνη που διαυγάζει το οικονομικό(δηλ. την ουσία του ευρύτερου οργανικού όλου, δηλ. την κεφαλαιοκρατία) . Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο φασισμός είναι μια ιδεολογία που εμφανίζεται στην Κεφαλαιοκρατία εν γένει. Αλλά αυτό είναι ανακριβές. Ο φασισμός εμφανίζεται στην εποχή του ιμπεριαλισμού και άρα ο φασισμός πρέπει να εξετάζεται ως μια ιδεολογία ,που παράγεται από εκείνο το «ανώτατο στάδιο» της Ουσίας κατά το οποίο τα φαινόμενα σήψης διαδραματίζουν άγοντα ρόλο. Άρα οι όροι ύπαρξης, η ουσία ,το φαινόμενο και η πραγματικότητα του φασισμού είναι ιμπεριαλιστικά τροποποιημένοι.

(7)
Όσον αφορά τους όρους ύπαρξης του φασισμού, δηλ. το Είναι του, αυτοί είναι αφενός τροποποιημένοι από την ουσία της Κεφαλαιοκρατίας ,αφετέρου από την ουσία του ίδιου του φασισμού. Σημαίνει ότι είναι δομημένοι με τέτοιο τρόπο ώστε αφενός να μην έρχονται σε ρήξη με «τα ιερά και τα όσια» που αποτελούν την ουσία και από την άλλη να αποτελούν και μια «λύση» στα κακώς κείμενα αυτών που στα κρυφά ο φασισμός καθαγιάζει(θα γίνει σαφές όταν θα εξετάζουμε την ουσία τι εννοούμε). Τι εννοούμε τροποιημένοι; Ότι είναι άλλο να είσαι σκέτο εθνικιστής και άλλο να είσαι φασίστας. Είναι άλλο να είσαι σοβινιστής στους Ναπολεόντειους πολέμους, άλλο να είσαι εθνικιστής στον ιμπεριαλισμό και άλλο να είσαι φασίστας. Οι κατηγορίες αυτές έχουν εκτός οργανικού όλου άλλο χαρακτήρα και μάλιστα παρουσιάζονται σαν αιώνιες. Είναι όπως οι αστοί οικονομολόγοι που έβλεπαν ότι το εμπόρευμα και το χρήμα είχαν προκατακλυσμιαία ύπαρξη και από αυτό εξήγαγαν το συμπέρασμα ότι στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός υπήρχε πάντοτε.

2ο μέρος: Η ΜΕΛΕΤΗ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΛΟΓΙΚΗ ΣΚΟΠΙΑ

Είναι

Αυτό που θα μπορούσε λοιπόν να εννοηθεί σαν Είναι του φασισμού είναι οι ιδεολογικές του προκείμενες,οι ιδεολογικοί του όροι ύπαρξης . Ποιοί είναι αυτοί; Είναι ο ρατσισμός, ο εθνικισμός και ο ολοκληρωτισμός. Οι ιδεολογικές αυτές αντιλήψεις υπήρχαν καθαυτές στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα όλων των κοινωνιών. Όμως εμείς θα  τις εξετάσουμε εντός της εποχής του ιμπεριαλισμού. Ας δούμε τι σημαίνει το καθένα.

Ρατσισμός: Η μετανάστευση συνιστά τη βασική υλική προϋπόθεση για να εκκολαφθεί ο ρατσισμός σε ευρείες μάζες. Ας δούμε πως πραγματοποιείται αυτή σε συνθήκες ιμπεριαλισμού. Σε συνθήκες ιμπεριαλισμού οι μετακινήσεις ανθρώπων γίνονται μαζικό φαινόμενο. Χώρες που ήταν αγροτικές και άρα αυτάρκεις, με την επέλαση των ιμπεριαλιστικών κρατών και των επιχειρήσεών τους ,αρχίζουν να υφίστανται μία βίαιη αστικοποίηση και εκβιομηχάνιση ,η οποία τις μετατρέπει σε υποτελείς και εξαρτημένες καπιταλιστικές χώρες. Η ανάπτυξη στις χώρες αυτές δεν γίνεται με βάση τις ανάγκες της εγχώριας παραγωγής και ανασυγκρότησης της χώρας(έστω και σε καπιταλιστική βάση) αλλά με βάση τα συμφέροντα των πολυεθνικών, που λυμαίνονται την περιοχή. Το πλεονάζον εργατικό δυναμικό από την ανορθολογική και άναρχη ανάπτυξη λουμπενοποιείται και ζει στην ημιπαρανομία(και φυσικά αποτελεί εφεδρικό στρατό για ακόμα χαμηλότερα μεροκάματα). Κάποιοι λοιπόν από αυτούς αποφασίζουν να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες. Να λοιπόν γιατί έχουμε εκτεταμένη μετανάστευση σε συνθήκες ιμπεριαλισμού και κυρίως να γιατί η μετανάστευση γίνεται από χώρες εξαρτημένες από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Επιπλέον επί ιμπεριαλισμού τροφοδούνται και εντείνονται τόσο οι εμφύλιοι πόλεμοι όσο και οι ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις(Ιράκ, Αφγανιστάν) . Αντίθετα άλλα χαρακτηριστικά είχε η μετανάστευση στην αρχαιότητα(αποικίες) ή η μετανάστευση στην Αμερική μετά τις ανακαλύψεις.


Ποιές τώρα είναι οι βασικές ιδεολογικές προϋποθέσεις του ρατσισμού; Το βασικό είναι το «μας παίρνουν τις δουλειές» ,το οποίο στην Ελλάδα λεγόταν κατά κόρον για τους αλβανούς και προερχόταν κυρίως από  τμήματα της εργατικής και της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης. Έτσι λοιπόν είχε εκκολαφθεί ο ρατσισμός απέναντι στους αλβανούς, παρότι αυτοί ανήκουν στην «λευκή φυλή». Το νέο κύμα μετανάστευσης όσον αφορά την Ελλάδα δεν συνδέεται άμεσα με το «μας παίρνουν τις δουλειές» όσο με το ότι «γκετοποιείται» το κέντρο, δεν έχουν δουλειά τα μαγαζιά του κέντρου, «υγειονομική βόμβα», «εγκληματικότητα». Όπως φαίνεται από τα παραπάνω ο ρατσισμός ως ιδεολογία στη σημερινή Ελλάδα τροφοδοτείται από ευρύτερα κοινωνικά αίτια και όχι από αμιγώς οικονομικά. Φυσικά από την μετανάστευση πλήττονται κυρίως τα μη προνομιούχα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι μεγάλα τμήματα του πληθυσμού της χώρας χωρίς να είναι φασίστες ή χωρίς τα αντικειμενικά τους συμφέροντα να συνδέονται με αυτά που εκπροσωπεί ο φασισμός(θα το κατανοήσουμε πληρέστερα αυτό ,όταν θα φθάσουμε στην ουσία του φασισμού) είναι ρατσιστές.

Σε επίπεδο λογικής εδώ φαίνεται καθαρά ότι το Είναι ενέχει στοιχεία της ουσίας αλλά δεν είναι ουσία. Το Είναι είναι το παρελθόν του αντικειμένου και γι’ αυτό δεν ανάγεται πλήρως στην ουσία,στο παρόν. Στον Χέγκελ αντίθετα το Είναι στο σύνολό του οδηγείται στην ουσία. Στον Χέγκελ φαίνεται σαν να είναι οι ίδιες κατηγορίες που αυτοεμβαθυνόμενες αφήνουν πίσω τους μόνο τις μονομέρειες της προηγούμενης κατάστασής. Αντίθετα στον Μαρξ ,ο οποίος μελετά ένα πραγματικό αντικείμενο η μετάβαση από την επιφάνεια στην ουσία γίνεται όχι με αυτοεμβάθυνση του Είναι, αλλά με αναζήτηση εντός του ίδιου του αντικειμένου  ,ενός εμπορεύματος το οποίο να μπορεί να υλοποιεί τον γενικό τύπο της κεφαλαιοκρατικής κυκλοφορίας Χ-Ε-Χ΄. Η εργατική δύναμη που γίνεται σε συνθήκες κεφαλαιοκρατίας εμπόρευμα δεν είναι κάτι που παράγεται νοητικά από την έννοια του εμπορεύματος(μέσα από μία διαδικασία αυτοεμβάθυνσης) ή από τον γενικό τύπο, αλλά το αντίστροφο. Ακριβώς σε αυτό το σημείο φαίνεται με τον πιο καθαρό τρόπο ότι η ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο στην υλιστική διαλεκτική φέρει μέσα της την αντίστροφη κίνηση από την ζωντανή εποπτεία στις αφαιρέσεις. Στην εγελιανή λογική το Είναι εν γένει μεταβαίνει στην ουσία. Στην μαρξιστική λογική ένα τμήμα του Είναι συνιστά την Ουσία εντός του Είναι(δηλ. το εμπορευμα εργατική δύναμη) και ένα τμήμα της Ουσίας συνιστά το Είναι εντός της Ουσίας(μιλώ για αυτό που χαρακτηρίζεται από τον Βαζιούλιν ως «επουσιώδες», την εργασία εν γένει).

Εθνικισμός: η αγάπη για την πατρίδα ακόμη και σε υπέρμετρο βαθμό υπήρχε πάντα. Σε  συνθήκες ιμπεριαλισμού αυτή συνδέεται με τα συμφέροντα τόσο της ντόπιας αστικής όσο και της μικροαστικής τάξης. Όσον αφορά την τελευταία, ο εθνικισμός σε συνθήκες ιμπεριαλισμού, δηλ. εξαγωγής εμπορευμάτων και κεφαλαίων, μπλέκεται σε ένα αξεδιάλυτο κουβάρι με τον προστατευτισμό των μικρών παραγωγών(και εμπόρων) που συρρικνώνονται από την επέλαση του μεγάλου κεφαλαίου. Η μεγάλη αστική τάξη αντίθετα ανάλογα με τα συμφέροντά της είναι είτε εθνικιστική είτε «διεθνιστική». Έτσι σήμερα η συρρίκνωση της ελληνικής βιοτεχνίας ,της αγροτικής παραγωγής λόγω του ξένου ανταγωνισμού δημιουργεί το έδαφος για να υπερασπιστούμε τα πάτρια εδάφη από την επέλαση των ξένων.

Κατά τη γνώμη μας μόνο επιφανειακά ο ρατσισμός και η μετανάστευση τροφοδοτούν τον εθνικισμό. Μόνο ανόητοι θεωρούν ότι ο ελληνισμός απειλείται από τους μετανάστες. Άλλωστε και η ίδια η χρυσή αυγή κάνει λόγο «για ξεπούλημα της χώρας στους διεθνείς τοκογλύφους». Ο εθνικισμός είναι η αντίδραση της μικρής και μεγάλης αστικής τάξης απέναντι στον γερμανικό οικονομικό επεκτατισμό και στα μέτρα λιτότητας που «πνίγουν» την αγορά.

Ολοκληρωτισμός: στον ιμπεριαλισμό όπου οι κρίσεις είναι παγκόσμιες και πιο συχνές ,όπου η σύμφυση κεφαλαίου και πολιτικής είναι σχεδόν απόλυτη υπάρχει μία καχυποψία απέναντι στην πολιτική και την δημοκρατία. Εφόσον οι πολιτικοί είναι υπάλληλοι των επιχειρήσεων, κλέφτες και επιλύουν τις κρίσεις προς όφελος των ισχυρών ,φταίει η πολιτική για την κατάντια μας. Και όσο απαξιώνεται η πολιτική ,τόσο μειώνεται και ο σεβασμός στους θεσμούς(πχ. παρέλαση 28ης Οκτωβρίου στην Θεσσαλονική και γιουχάϊσμα Παπούλια, καταρράκωση του κύρους της δικαιοσύνης, οι βουλευτές δεν μπορούν να βγουν στους δρόμους). Όμως η δημοκρατία ως ιδεώδες συμπυκνώνεται στους θεσμούς. Όταν αυτοί καταρρέουν απειλείται και η ίδια. Το «α ρε χούντα που μας χρειάζεται» αυτό ακριβώς αντανακλά.


Όμως αν οι πολιτικοί είναι το λιγότερο ανίκανοι να ελέγξουν τους πλούσιους ,τότε ποιός μπορεί; Αν η δημοκρατία είναι μέρος του προβλήματος, τότε τί μένει; Ο πεφωτισμένος είς, ο οποίος θα αναλάβει τις τύχες της χώρας στις πλάτες του και οι πολίτες θα του εκχωρήσουν οικειοθελώς όλα τα δικαιώματά τους. Έτσι οι Γερμανοί εμπιστεύτηκαν στον Φύρερ τις τύχες της χώρας τους,καθώς οι (σοσιαλ)δημοκράτες πολιτικοί είχαν ξεπουλήσει τη χώρα(με την συνθήκη των βερσαλιών και λίγο αργότερα με την οικονομική κρίση).

Αν η πολιτική ανήκει στο φαινόμενο της κοινωνίας και αν υπάρχουν πολιτεύματα που αντιστοιχούν καλύτερα σε συγκεκριμένους τρόπους παραγωγής, τότε η αστική δημοκρατία ,είναι το κατάλληλο πολίτευμα για τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Η ελευθερία στο νομικό εποικοδόμημα, αντιστοιχεί στην ελευθερία διακίνησης αγαθών, κεφαλαίων ,επενδύσεων κτλ. με δύο λέξεις στην ελευθερία της αγοράς. Από την άλλη «η κοινοβουλευτική δημοκρατία αποκτά ολοένα και περισσότερο διακοσμητικά χαρακτηριστικά ενός νέου είδους ‘αντιπροσωπευτικού απολυταρχισμού’» . Ακόμα και αν δεν συνδέσει κανείς το παρατεθέν απόσπασμα με ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού, μπορεί να συμφωνήσει στο ότι η αστική δημοκρατία εμφανίζει εμφανή σημάδια σήψης.

Βεβαίως το ιδεολογικό χαρακτηριστικό του ολοκληρωτισμού είναι σίγουρα αυτό που στα πρώτα στάδια της φασιστικής κίνησης συσπειρώνει λιγότερο τους οπαδούς. Αντίθετα στα στάδια της ωριμότητας της φασιστικής κίνησης και ιδίως αν έρθει στην εξουσία ,καθίσταται πολύ πιο βασικό από τα πρώτα δύο όσον αφορά την καθημερινότητα των πολιτών.

Μάλιστα ο ολοκληρωτισμός είναι στην πραγματικότητα η κατηγορία που συνδέει το Είναι με την Ουσία, για το λόγο ότι συνδέεται οργανικά με τα δύο στοιχεία που συνιστούν την Ουσία.Από την μία δηλ. ολοκληρωτισμός χρησιμοποιείται ως όπλο ενάντια στους εργατικούς αγώνες για την προστασία της μεγάλης ιδιοκτησίας και από την άλλη ως έλεγχος της αγοράς για τυχόν ασυδοσίες.


Ουσία

Οι τάξεις ανήκουν στην ουσία της κοινωνίας. Εμείς εδώ θα αναφερθούμε στην ουσία της κοινωνίας μόνο για να εξηγήσουμε αυτό που αποτελεί ουσία εντός της ιδεολογίας. Η ουσία του φασισμού είναι ότι αποτελεί ιδεολογία της μικροαστικής τάξης.

Στην κοινωνία υπάρχουν 2 τάξεις που συναποτελούν τους πόλους της κύριας αντίφασης, η αστική και η εργατική. Ανάμεσα σε αυτούς υπάρχει και μία άλλη τάξη η μικρο-αστική, η οποία κατέχει ιδιοκτησία(σε αντίθεση με τον εργάτη που κατέχει μόνο την δυνατότητά του για εργασία) και εκμεταλλεύεται ορισμένες φορές και ξένη εργασία, αλλά τα μεγέθη της είναι τέτοια που στην πραγματικότητα τα συμφέροντά της κατά βάση δεν συμπίπτουν με τα συμφέροντα της αστικής τάξης. Συχνά μάλιστα τα μεσαία και κατώτερα στρώματα των μικροαστών πολώνονται αντικειμενικά προς την εργατική τάξη.

Η μικροαστική τάξη αντικειμενικά δεν ικανοποιείται ούτε από την ιδεολογία της αστικής ούτε από την ιδεολογία της εργατικής τάξης. Από την μία η ιδεολογία της αστικής τάξης που υποστηρίζει την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και εμπορευμάτων την συνθλίβει γιατί δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις μεγάλες επιχειρήσεις. Από την άλλη η ιδεολογία της εργατικής τάξης θέλει κατά βάθος κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και να είναι όλοι πραγματικά ίσοι… Αλλά ο μικροαστός «έφτυσε αίμα» για να φτιάξει το μαγαζάκι του και δεν θα αφήσει κανέναν κουρελιάρη να του το πάρει. Σε συνθήκες οικονομικής ευημερίας υπάρχει μερίδιο για όλους στην πίτα και έτσι ο μικροαστός μαζεύει σπόρους ,που θα του είναι απαραίτητοι για την επιβίωση στις θύελλες του χειμώνα. Έτσι ο μικροαστός κατά βάση δεν έχει ιδεολογία ,συνήθως δεν ασχολείται και με την πολιτική και άρα έχει ως ιδεολογία την κυρίαρχη.

Η κρίση τώρα τσακίζει την μικροαστική τάξη γιατί οι οικονομικές της δυνατότητες είναι τέτοιες που μοιάζουν με καρυδότσουφλο εν ώρα τρικυμίας. Ο κίνδυνος να το «κλείσουν το μαγαζί» είναι πιο άμεσος από ποτέ σε περίοδο κρίσης. Είναι αυτό που με μαρξιστικούς όρους λέγεται «φόβος βίαιης προλεταριοποίησης». Το μεγάλο κεφάλαιο έχει τη δυνατότητα να επιβιώσει(και μάλιστα σε περίοδο κρίσης προωθούνται ταχύτερα οι καπιταλιστικές ολοκληρώσεις) της κρίσης παρότι τμήματά του υφίστανται πλήγματα. Η μικροαστική τάξη όμως σαρρώνεται από το τσουνάμι της κρίσης ,καθώς τα αποθεματικά του καλοκαιριού στις βαθιές και με διάρκεια κρίσεις ,ιδίως της νέας εποχής ,κάποια στιγμή τελειώνουν. Τότε είναι που τη μικροαστική τάξη δεν την καλύπτει η ιδεολογία της αστικής τάξης και από την άλλη αντικειμενικά σιχαίνεται την ιδεολογία της εργατικής τάξης. Άρα έχει 2 επιλογές είτε θα υιοθετήσει το φασισμό ,είτε τη σοσιαλδημοκρατία. Η σοσιαλδημοκρατία είναι μία εκ των 2 κατ’ εξοχήν ιδεολογιών της μικροαστικής τάξης, η οποία όμως σε περιόδους κρίσης ,χάνει την αξιοπιστία της ένεκα του ότι βρίσκεται συχνά στην κυβέρνηση. Αυτός είναι ένας εξωτερικός ,εμπειρικός λόγος για τον οποίο μεγάλα τμήματα της μικροαστικής γερμανικής τάξης το 1933 δεν επέλεξαν σοσιαλδημοκρατία αλλά ναζισμό και αν δεν τον επέλεξαν πάντως τον ανέχθηκαν.

Εμείς στο παρόν κείμενο δεν μελετάμε την μικροαστική τάξη αλλά το φασισμό(άρα το ρόλο που κατέχει η μικροαστική τάξη στον φασισμό). Θα κάνουμε μία σύντομη παρέκβαση όμως για να εξηγήσουμε τι ρόλο έχει ο φασισμός σε σχέση με τη μικροαστική τάξη. Ο φασισμός είναι η ιδεολογία της μικροαστικής τάξης, άρα είναι το φαινόμενο που διαυγάζει την ουσία. Είναι η μορφή συνείδησης που αντιστοιχεί σε κάποιον που ανήκει στην μικροαστική τάξη. Άρα ο φασισμός που ανήκει ως  ιδεολογία στο φαινόμενο, έχει ως ουσία του αυτό που για τη μικροαστική τάξη λαμβανόμενη καθαυτή συνιστά φαινόμενο.

Ερχόμαστε τώρα στο να εξηγήσουμε γιατί ο φασισμός στην ουσία του είναι η ιδεολογία της μικροαστικής τάξης ή με άλλη διατύπωση ποιο είναι εκείνο το ιδεολογικό στοιχείο που αν και δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως, συνιστά την ουσία  του και που διαμορφώνει τα τρία προαναφερθέντα χαρακτηριστικά της επιφάνειας. Από την μία ο φασισμός δεν εχθρεύεται την ατομική ιδιοκτησία(γι’ αυτό άλλωστε παρά τις περί του αντιθέτου κορώνες των δημοσιολόγων της ούτε η αστική τάξη διάκειται εχθρικά προς αυτόν. Το παράδειγμα του Χίτλερ είναι εκκωφαντικό). Αυτός είναι ο ένας πόλος της ουσίας του φασισμού. Ο άλλος πόλος είναι ότι επιδιώκει να βάλει τέρμα στην ασυδοσία του ιμπεριαλισμού.  Έτσι λοιπόν η ουσία του φασισμού από την μία συμβαδίζει πλήρως με την ουσία της κεφαλαιοκρατίας και από την άλλη αντιστρατεύεται την ουσία του ιμπεριαλισμού.Εξ’ αυτού και από την μία είναι μία πλήρως αφομοιώσιμη στον καπιταλισμό ιδεολογία, από την άλλη επιδιώκει να ανακόψει τις τάσεις κεφαλαιοκρατικής ολοκλήρωσης. Οι δύο αυτοί πόλοι είναι αντιθετικοί μεταξύ τους γιατί από την μία αποδέχεται το όλο(κεφαλαιοκρατία) ,από την άλλη απορρίπτει το σύγχρονο στάδιο του όλου. Έτσι ουσιαστικά εύχεται(γιατί ούτε καν τολμάει να το προτείνει) επιστροφή στο προ-μονοπωλιακό στάδιο. Έτσι ο ρατσισμός, ο εθνικισμός και ο ολοκληρωτισμός είναι η αντίρροπη δύναμη ή καλύτερα μία απεγνωσμένη προσπάθεια για να αντιμετωπιστεί η επέλαση του ιμπεριαλισμού. Πρόκειται περί άνισης αντίθεσης και ο πρώτος πόλος απορροφά τον δεύτερο.

Παρατηρείται τώρα το εξής ενδιαφέρον ,το οποίο επιβεβαιώθηκε και ιστορικά στην ναζιστική περίοδο.Όπως η μικροαστική τάξη πατάει σε δύο βάρκες, έτσι και ο φασισμός πατάει επίσης σε δύο βάρκες(ας το πούμε σχηματικά πατάει στο αστικό βαπόρι και στην εργατική πυρώγα). Όταν όμως μπαλατζάρεις είναι βέβαιο ότι την κρίσιμη στιγμή δεν θα μπορέσεις να αντισταθείς απέναντι στην ροή των πραγμάτων. Σε οικονομικό επίπεδο αυτό σημαίνει ότι σε περίοδο κρίσης η μικροαστική τάξη όχι απλά δεν διατηρεί τα προνόμιά της(πχ. προστατευτισμός κτλ.) αλλά και προλεταριοποιείται. Σε ιδεολογικό επίπεδο η φασιστική ιδεολογία όταν πήρε την εξουσία ή όταν έπρεπε να στηρίξει την εργατική ή την αστική πολιτική επέλεξε με ευκολία τον πόλο του κεφαλαίου, καθώς πάντα σε τελική ανάλυση το διακύβευμα θα είναι ότι «οι κομμουνιστές θα μας πάρουν τα σπίτια,τα μαγαζιά και …τις γυναίκες». Επομένως αντικειμενικά ο φασισμός θα ξεπουλήσει όταν χρειαστεί την υπόθεση τόσο της εργατικής τάξης ,όσο και της μικροαστικής. Ο Χίτλερ είναι γνωστό ότι στη μεγάλη εκκαθάριση τον ιούνη του 34 ,δολοφόνησε όλους όσους στο εθνικο-σοσιαλιστικό κόμμα έκκλιναν περισσότερο προς το σοσιαλιστικό και λιγότερο προς το εθνικό(χαρακτηριστική περίπτωση είναι η δολοφονία του Ραιμ ,αρχηγού των πανίσχυρων SA, ο οποίος ήταν αμετάπειστος σοσιαλιστής).

Αν δούμε τον φασισμό από αυτή την οπτική γωνία ,θα καταλάβουμε ότι δεν παράγεται από τα κέντρα εξουσίας και ρίχνεται στις μάζες σαν όπιο(όπιο για το λάο) ,αλλά ότι είναι μία αυθόρμητη αντίδραση απέναντι στις υπερβολές της σκληρής πραγματικότητας, η οποία ναι μεν συστηματοποιείται από κάποιους «ειδήμονες» ,αλλά κατά βάση ενυπάρχει και παράγεται ως ιδεολογία της μικροαστικής τάξης σε συνθήκες ιμπεριαλισμού(όπιο του λαού).

Πριν προχωρήσουμε στο Φαινόμενο του φασισμού θα πρέπει να απαντήσουμε σε μία εύλογη απορία. Γιατί δεν βάζουμε και την (χειρωνακτική)εργατική τάξη ως τάξη που για οικονομικούς λόγους ρέπει προς το ρατσισμό(βέβαια άλλο ρατσισμός άλλο φασισμός ,αλλά έστω και έτσι) μιας και «οι μετανάστες μας παίρνουν τις δουλειές στις οικοδομές κτλ»; Γιατί το ότι οι μετανάστες μας παίρνουν τις δουλιές είναι κάτι που μόνο φαινομενικά(ή καλύτερα ηχητικά) ομοιάζει με τις αντίστοιχες ιαχές των μικροαστών. Διότι το κεφάλαιο επιλέγει τον μετανάστη εκμεταλλευόμενο την ανάγκη του για εργασία ακόμα και με μισθό πείνας. Γιατί τη μετανάστευση την παράγει ο ίδιος ο καπιταλισμός με τους πολέμους, την αποικιοκρατία και τις κυβερνήσεις ανδρείκελων και αχυρανθρώπων. Στην πραγματικότητα τα αντικειμενικά συμφέροντα του έλληνα εργάτη είναι να παλαίψει στο πλάι του μετανάστη. Η αστική κοινωνιολογία έχει κάθε λόγο να εξετάζει την κοινωνία από τη σκοπιά του  μεμονωμένου εργάτη ,του μεμονωμένου κεφαλαιοκράτη κτλ. Αν το δεις από αυτή τη σκοπιά τότε οι μεγαλύτεροι εχθροί μπορεί να είναι η Samsung με την Apple,ο Μαρινόπουλος με τον Βερόπουλο ,γιατί βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Αυτό όμως δεν είναι παρά μια αντικειμενική φαινομενικότητα. Μία φαινομενικότητα που πατάει και δεν πατάει στην ουσία. Η αντίληψη αυτή περί μεμονωμένου ανθρώπου ως ερευνητική αφετηρία οδηγεί σε τελική ανάλυση σε απολογητικές προσεγγίσεις. Η αντίληψη αυτή είναι η ιδεολογία της αστικής τάξης , το φαινόμενο αυτής και επηρεάζει εκ των πραγμάτων και τις κοινωνικές επιστήμες καθώς δημιουργεί εκ των πραγμάτων μεθοδολογικά αξιώματα. Στο βαθμό λοιπόν που η αστική ιδεολογία ως κυρίαρχη επηρεάζει την προλεταριακή ιδεολογία είναι λογικό κάποιοι εργάτες να γίνονται φασίστες ή ρατσιστές. Όμως αυτό δείχνει ότι ο συγκεκριμένος εργάτης έχει όσον αφορά τα αντικειμενικά του συμφέροντα τόση συνείδηση, όση είχαν οι λουδήτες όταν έσπαγαν τις μηχανές.  Αν όμως εξετάσεις τους εργάτες ή τους αστούς ως τάξη ,τότε αντιλαμβάνεσαι ότι οι ενδοοικογενειακοί καβγάδες είναι της πλάκας σε σχέση με την αδυσώπητη μάχη που μαίνεται έξω από το σπίτι…

Φαινόμενο


Μέχρι στιγμής ανιχνεύσαμε το Είναι του φασισμού, το οποίο δεν συνιστά ακόμα φασισμό. Στην συνέχεια εξετάσαμε την ουσία, δηλαδή εκείνο το στοιχείο που συνέχει τα στοιχεία του Είναι και ταυτόχρονα τα υπερβαίνει . ‘Ετσι μπορούμε πλέον να κάνουμε λόγο για μια ιδεολογία. Ο Φασισμός είναι η ιδεολογία της μικροαστικής τάξης σε συνθήκες ιμπεριαλισμού(επισημαίνω ότι η άλλη κατ’ εξοχήν ιδεολογία της μικροαστικής τάξης είναι η σοσιαλδημοκρατία), η οποία αντιπαρατίθεται στην ιδεολογία της αστικής τάξης και στην ιδεολογία της εργατικής τάξης. Το Φαινόμενο τώρα έχει δύο στάδια, το πρώτο είναι οι προϋποθέσεις της φασιστικής ιδεολογίας και το δεύτερο είναι η φασιστική ιδεολογία καθαυτή.

Η ιδεολογία του φασισμού όπως είδαμε στην Ουσία είναι αντιφατική και κάθε φορά όταν θα φτάνει ο κόμπος στο χτένι ο ένας από τους δύο πόλους(ο πόλος του κεφαλαίου) θα κυριαρχεί. Ακριβώς για να καλύψει αυτήν της την αντιφατικότητα παράγει νομοτελώς στοιχεία όπως ο ανορθολογισμός(αντιεπιστημονική σκέψη), ο φανατισμός και ο σκοταδισμός(όταν οι χιτλερικοί πήραν την εξουσία έκαψαν χιλιάδες βιβλία). Με άλλα λόγια όπως η θρησκεία δεν βασίζεται στην λογική αλλά στην πίστη και οικοδομεί γύρω από την τελευταία όλο της το είναι ,έτσι και ο φασισμός για να λειτουργήσει σε πείσμα της αντιφατικής του ουσίας και της ανορθολικότητάς του,αναγκάζεται να παράξει τα παραπάνω 3 στοιχεία του φαινομένου. Έτσι το πρώτο στάδιο του φαινομένου είναι το αναγκαίο συγκολλητικό υλικό της φασιστικής ιδεολογίας. Τα τρία αυτά χαρακτηριστικά δεν είναι καν η φασιστική ιδεολογία αλλά είναι οι προϋποθέσεις για να μπορέσει να λειτουργήσει η φασιστική ιδεολογία.

Το δεύτερο στάδιο του φαινομένου είναι η ιδεολογία καθαυτή ,δηλ. η ιδεολογία της Ιδεολογίας του Φασισμού. Με άλλα λόγια είναι το πώς βλέπουν οι ίδιοι οι φασίστες την ιδεολογία τους. Οι άποψη που έχουν για τον εαυτό τους.

Εδώ θα βρούμε τα στοιχεία του Είναι αποκομμένα τεχνηέντως από την αναγκαία ιστορική τους διάσταση, αποκομμένα από την επιρροή του ιμπεριαλισμού και της Ουσίας. Η ουσία ενυπάρχει στο Φαινόμενο αλλά σε επιλεκτική μορφή. Διατηρείται ο ιερός σεβασμός απέναντι στην ιδιοκτησία αλλά σε λανθάνουσα μορφή(με την έννοια ότι δεν αγγίζουν καν το θέμα της ιδιοκτησίας καθώς γίνεται αποδεκτό αξιωματικά), ενώ ο δεύτερος πόλος της ουσίας διαθλά το ρατσισμό, τον εθνικισμό και τον ολοκληρωτισμό. Ο Ρατσισμός και ο εθνικισμός μεταφράζονται ως φυλετική ανωτερότητα, καθαρότητα και αγάπη για την πατρίδα και την ιστορία της. Ο ολοκληρωτισμός μεταφράζεται ως εξαφάνιση του εγωιστή ανθρώπου  και συνάμα ένωση των πολλών και αδυνάτων ενάντια στους λίγους και ισχυρούς. Χαρακτηριστικό στοιχείο της φασιστικής αυτό-συνείδησης είναι ότι οι αξίες της πατρίδας και της φυλής εξετάζονται εξω-ιστορικά ,σαν να υπήρχαν και θα υπάρχουν για πάντα. Για παράδειγμα ο μέσος (έλληνας)φασίστας αισθάνεται ότι κυλά μέσα του το αίμα του Μεγάλου Αλέξανδρου και δεν αναρωτιέται αν στον ίδιο κυλά αίμα 2.500 χρόνων, στο Μέγα Αλέξανδρο δεν θα κυλά επίσης το αίμα των δικών του προγόνων αντίστοιχα ,που αν το ψάξεις σε βάθος χιλιετιών μας πηγαίνει σε εδαφικό χώρο πολύ έξω από την Ελλάδα.

Πραγματικότητα - ή αλλιώς ο τύπος προσωπικότητας του φασίστα


Για μία ολοκληρωμένη εννοιακή απεικόνιση του αντικειμένου πρέπει να εκθέσουμε εκείνο τον τύπο προσωπικότητας που αντιστοιχεί στην φασιστική ιδεολογία.

Ο φασισμός ως ιδεολογία αποτελεί τμήμα του Φαινομένου της αστικής κοινωνίας.

Ο άνθρωπος ως προσωπικότητα ανήκει στην Πραγματικότητα της κοινωνίας. Επειδή όμως εμείς στο παρόν κείμενο μελετάμε ως οργανικό όλο μία ιδεολογία, η  πραγματικότητα της ιδεολογίας θα βρίσκεται εντός του Φαινομένου. Θα εξετάσουμε λοιπόν τον τύπο προσωπικότητας που αντιστοιχεί στην φασιστική ιδεολογία. Από την άλλη στο βαθμό που το Φαινόμενο ανακύπτει από την Ουσία, ο τύπος προσωπικότητας του φασίστα δεν μπορεί παρά να είναι συνδεδεμένος με τον χαρακτηριστικό τύπο προσωπικότητας της αστικής κοινωνίας. Άλλωστε η φασιστική ιδεολογία ως τμήμα του Φαινομένου ανήκει στην αστική κοινωνία της οποίας η ουσία είναι η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας(που εξειδικεύεται στην απόσπαση υπεραξίας).

Θεωρούμε ότι ο τύπος προσωπικότητας σε τελική αναλύση καθορίζεται από την κοινωνική τάξη(και κοινωνική καταγωγή, η οποία όμως σε τελική ανάλυση ανάγεται με τη σειρά της στην κοινωνική τάξη, καθώς σπανίως το παιδί μεταπηδά σε άλλη τάξη από εκείνη των γονιών του και ιδίως όταν μιλάμε για περιόδους κρίσεων, δηλ. για περιόδους όπου συνήθως ευδοκημεί και ωριμάζει ο φασισμός,  όπου η κοινωνική κινητικότητα περιορίζεται αισθητά) στην οποία ανήκει ο καθένας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν άνθρωποι που θα έχουν αυτόν τον τύπο προσωπικότητας και θα ανήκουν και σε άλλη τάξη. Όπως και το αντίστροφο, ότι πολλοί μικροαστοί δεν είναι ακραία ατομικιστές και επιδεικνύουν ανοχή απέναντι στον άλλο(ιδίως σε περιόδους οικονομικής ευμάρειας). Το τελευταίο συμβαίνει γιατί: 1) ο κατεξοχήν τύπος προσωπικότητας του φασισμού συνδέεται βαθιά με τον τύπο προσωπικότητας που παράγει η κυρίαρχη ιδεολογία, 2) επειδή η ίδια η κυρίαρχη ιδεολογία δεν είναι καθαρά αστική αλλά εγγράφει εντός της στοιχεία από την ιδεολογική πάλη των τάξεων και άρα στοιχεία που αντιστοιχούν κατ’ εξοχήν στην προλεταριακή ιδεολογία, 3) επειδή συχνά τα διαχωριστικά όρια ανάμεσα στις τάξεις ιδίως ανάμεσα στη μικροαστική και την εργατική είναι θολά και δυσδιάκριτα.

 Η επιλογή του φασισμού ως προσωπικής ιδεολογίας αντιστοιχεί κατά τη γνώμη μας στον τύπο εκείνο προσωπικότητας ,ο οποίος είναι εγκλωβισμένος στον ατομικισμό και στον έρποντα εμπειρισμό. Μέσω αυτών των δύο χαρακτηριστικών μπορούμε πλέον να έχουμε μία ολοκληρωμένη απεικόνιση της φασιστικής προσωπικότητας και με αυτό τον τρόπο μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί δεν αρκεί να είσαι μικροαστός για να είσαι φασίστας.

Ο ατομικισμός από τη φύση του ευδοκιμεί σε επαγγέλματα στα οποία ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος και το υποκείμενο της εργασίας «τραβά κουπί μόνο του», δηλ. κατ΄ εξοχήν σε επαγγέλματα που ανήκουν στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη(μικροϊδιοκτήτες). Όμως θα αντιτείνει κανείς ότι στο φασισμό το άτομο εκμηδενίζεται και αυτό που μετράει είναι το σύνολο και…ο Φύρερ. «Άρα πως  κατηγορείς τους φασίστες ως ατομικιστές;».

Σε πρώτο επίπεδο απαντάμε με το προφανές, ότι δηλαδή ο ατομικισμός εκτός από ίδιον των μικροαστών είναι και ίδιον της κυρίαρχης ιδεολογίας ,οπότε ως προς αυτό το στοιχείο όλοι σχεδόν οι άνθρωποι που ζουν στην αστική κοινωνία είναι καταρχήν αυθόρμητα ατομικιστές.

Σε δεύτερο επίπεδο θα λέγαμε ότι η ενοποίηση την οποία επαγγέλεται ο φασισμός βασίζεται ήδη εξ’αρχής σε σαθρά θεμέλια. Είναι μια ενοποίηση ενάντια στον άλλον(τον ξένο, τον ομοφιλόφυλο, τον κομμουνιστή, τον μουσουλμάνο κτλ.). Είναι μια ενοποίηση που βασίζεται στο μίσος. Επιπλέον είναι μια ενοποίηση του εγωιστή ανθρώπου ,ο οποίος ενώνεται με άλλους με σκοπό το δικό του όφελος. Το δικό του όφελος δεν συμβαδίζει όμως με το όφελος της κοινωνίας ή ακόμα της ανθρωπότητας αλλά μόνο με την πάρτη του. Ούτε καν με το όφελος της τάξης του, με την έννοια του «μακάρι να αφανίζονταν όλοι οι άλλοι ψιλικατζήδες της γειτονιάς». Είναι μια ενοποίηση όχι ως αυτοσκοπός, ως αυτοπραγμάτωση αλλά ως μέσο, μια λυκοφιλία που μας θυμίζει τις αντίστοιχες «συμμαχίες» των αστών.

Ο εμπειρισμός τώρα καλύπτει μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας και φαινομενικά δεν αφορά ειδικά τους μικροαστούς. Η αστική τάξη έχει κάθε λόγο να θέλει ανθρώπους που να είναι μορφωμένοι αλλά όχι καλλιεργημένοι. Θέλει ικανούς εργαζόμενους, που να ξέρουν άριστα ό,τι χρειάζεται για την εργασία τους αλλά έξω από αυτή να είναι ένα κοπάδι καταναλωτών. Ο παλιός εμπειριστής ήταν ένας ανειδίκευτος εργάτης ,ένας απλός καταστηματάρχης που και στη δουλειά του λειτουργούσε εμπειρικά. Ο σύγχρονος εμπειριστής είναι μία πολύ πιο αντιφατική προσωπικότητα ,γιατί έχει βγάλει σίγουρα το λύκειο και ίσως να έχει και κάποιου είδους τριτοβάθμια ή μεταλυκειακή εκπαίδευση. Άρα έχει μάθει να σκέπτεται αφηρημένα, να αναλύει κτλ. Εδώ παρεμπιπτόντως αναδεικνύεται και η τραγική εκπαίδευση που παρότι είναι 12ετής βγάζει ανθρώπους με πολύ χαμηλού επιπέδου συν-είδηση. Μέχρι εδώ φαίνεται ότι εμπειριστές είναι όλοι όσοι εργάζονται εντός της Κεφαλαιοκρατίας. Προφανώς δεν πρόκειται για φενάκη, αλλά για κάτι που ισχύει. Σε μία όμως μελέτη του αντικειμένου από λογική σκοπιά ,πρέπει να αναζητάμε τις βαθύτερες συνδέσεις. Με άλλα λόγια η εργασία του προλετάριου ναι μεν είναι αποβλακωτική και εμπειρική(ακόμα και αν είναι πιο εξελιγμένη από αυτήν του βιομηχανικού εργάτη) αλλά η θέση του εργάτη ως προς τις σχέσεις παραγωγής τον ωθεί αντικειμενικά να αναζητά την προοπτική σε κάτι που ξεφεύγει αναγκαστικά από τον εμπειρισμό.Για να μετατραπεί αυτή η δυνατότητα σε πραγματικότητα και να μην μείνει ο εργάτης στον εμπειρισμό (τύπου λουδισμός) ,πρέπει να έρθει σε επαφή με την σοσιαλιστική ιδεολογία.